Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ακυρότητες προκύπτουν στην προανακριτική
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακυρότητες προκύπτουν στην προανακριτική

  • A-
  • A+

Κατ’ εξαίρεση της αρμοδιότητας των τακτικών ποινικών δικαστηρίων και με αντίστοιχο περιορισμό της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, προβλέπεται στο άρθρο 86 του Συντάγματος ειδική και άκρως εξαιρετική αρμοδιότητα της Βουλής προς δίωξη, εκδίκαση και τιμωρία των εγκλημάτων που τελούνται από συγκεκριμένα πρόσωπα και σε άκρως συγκεκριμένο πλαίσιο, ήτοι από υπουργούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Στην όλη διαδικασία τυγχάνουν εφαρμογής οι κανόνες που περιέχονται στον Κανονισμό της Βουλής και τον νόμο 3126/2003 περί Ποινικής Ευθύνης των Υπουργών, όπου μάλιστα προβλέπεται (άρθρο 22) η ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων τόσο του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ.) όσο και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ) ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης.

Η Βουλή, αφού αποφασίσει να διερευνηθεί ποινική υπόθεση που εμπίπτει στις αρμοδιότητές της, συγκροτεί, σύμφωνα με τον Κανονισμό της, ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, η οποία αυτονοήτως περιορίζεται αποκλειστικά στη διερεύνηση του ζητήματος για το οποίο έχει ήδη αποφανθεί η Ολομέλεια.

Η εν λόγω επιτροπή έχει όλες τις αρμοδιότητες του εισαγγελέα Πρωτοδικών όταν αυτός ενεργεί προκαταρκτική εξέταση και αναθέτει σε εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ή Εφετών τη διενέργεια ειδικότερων πράξεων σχετικών με το αντικείμενο της προκαταρκτικής εξέτασης. Μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης συγκροτείται Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο έχει τις αρμοδιότητες του αρ. 307 ΚΠΚ (που ρυθμίζει ζητήματα τα οποία ενδέχεται να προκύψουν μεταξύ ανακριτή και διαδίκων).

Οσον αφορά ειδικότερα το ζήτημα της εξαίρεσης, σημειώνεται ότι ο νόμος 3126/2003 ρυθμίζει αποκλειστικά και μόνο την περίπτωση της εξαίρεσης μελών του Δικαστικού Συμβουλίου και του εισαγγελέα (άρθρο 9), ενώ ουδεμία άλλη αναφορά υπάρχει επί του ζητήματος στο οικείο νομοθετικό πλαίσιο.

Το γεγονός αυτό καθιστά σαφή την πρόθεση του νομοθέτη να εφαρμοστούν για όλα τα υπόλοιπα ζητήματα οι γενικοί κανόνες του ΚΠΔ (αρ.14). Ετερη ερμηνευτική προσέγγιση, δυνάμενη να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο νομοθέτης με αυτόν τον τρόπο θέλησε να μην είναι επιτρεπτή η υποβολή αίτησης εξαίρεσης σε έτερο στάδιο πλην αυτού της ανάκρισης, πρέπει πάραυτα να απορριφθεί, καθώς προσβάλλει αδικαιολογήτως και δυσανάλογα τα δικαιώματα του υπόπτου. Σημειώνεται ότι ουδεμία δυνατότητα περί ανάλογης εφαρμογής του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ή του Κανονισμού της Βουλής υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ελλείψει αντίστοιχης ρύθμισης.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠΔ δικαίωμα να προτείνουν εξαίρεση έχουν τα αποκλειστικά απαριθμούμενα στο άρθρο 16 πρόσωπα (ήτοι ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας) κατά τον χρόνο που ορίζει ο νόμος, ενώ κατά το άρθρο 23 υποχρέωση αποχής (ήτοι αυτοεξαίρεσης) από την εκδίκαση της υπόθεσης έχει αντίστοιχα ο δικαστικός λειτουργός στην περίπτωση που συντρέχουν στο πρόσωπό του λόγοι εξαίρεσης και αποκλεισμού.

Το αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης εξαίρεσης ή της δήλωσης αποχής όργανο είναι (αρ. 20 ΚΠΔ) είτε το δικαστήριο είτε το Δικαστικό Συμβούλιο, ανάλογα με το χρονικό σημείο υποβολής. Αρμόδιο είναι το δικαστήριο εφόσον η αίτηση/δήλωση υποβλήθηκε στο πλαίσιο της κύριας διαδικασίας, ενώ αρμόδιο είναι το Δικαστικό Συμβούλιο εφόσον υποβλήθηκε στην προδικασία.

Σε κάθε περίπτωση το πρόσωπο του οποίου ζητείται η εξαίρεση ή το πρόσωπο που έχει υποβάλει τη δήλωση αποχής δεν συμμετέχει στη σύνθεση που αποφασίζει. Οσα δε αναφέρονται στον ΚΠΔ στο πλαίσιο της κύριας ανάκρισης ή της προανάκρισης γίνεται παγίως δεκτό ότι εφαρμόζονται και στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης, η οποία επίσης νοείται ως προδικασία (1389/2001 ΠλημμΑθ). Αρα μία αίτηση εξαίρεσης/δήλωση αποχής, η οποία υποβάλλεται στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, εξετάζεται σύμφωνα με το αρ.14 και η απόφαση λαμβάνεται από το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο.

Η επιτροπή της Βουλής έχει στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων της όλες τις αρμοδιότητες του εισαγγελέα Πλημμελειοδικών όταν ο τελευταίος ενεργεί προκαταρκτική εξέταση. Ως εκ τούτου το συλλογικό αυτό όργανο, δρώντας ως εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, έχει τη θεωρητική δυνατότητα να υποβάλει αίτηση εξαίρεσης, η οποία ωστόσο δεν μπορεί να στρέφεται κατά μέλους της. Και τούτο διότι με αυτόν τον τρόπο ευρισκόμαστε προ της παράλογης και παράνομης κατάστασης όπου ο εισαγγελέας ζητά την εξαίρεση «μέρους του εαυτού του».

Αλλωστε το ίδιο το περιεχόμενο της αίτησης εξαίρεσης όπως εισήχθη από μέλη της Επιτροπής, στηρίζεται σε διάταξη (υπό την ευρεία έννοια) των άρθρων 14-15 του ΚΠΔ και όχι του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνεται, εφόσον αναφέρεται σε μάρτυρα ποινικής διαδικασίας.

Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι ακόμα και στην περίπτωση που θεωρηθεί η υπό κρίση αίτηση εξαίρεσης ως δήλωση αποχής, θα πρέπει να απέχει από την οιαδήποτε συμμετοχή στη διαδικασία το συλλογικό όργανο εν γένει και όχι απλώς κάποια μέλη του.

Προχωρώντας στο ζήτημα εκδίκασης της αίτησης, αν και εφόσον δεχτούμε ότι η υποβολή της δεν είναι παράτυπη και παράνομη, μόνο αρμόδιο για να την κρίνει είναι το Δικαστικό Συμβούλιο δεδομένου ότι η αίτηση κατατέθηκε στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης. Σε καμία δε περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το ίδιο όργανο που υπέβαλε την αίτηση είναι αρμόδιο και για την εκδίκασή της.

Εφόσον δεν προβλέπεται ειδικότερο Δικαστικό Συμβούλιο στο πλαίσιο του ν. 3126/2003, αποκλειστικά αρμόδιο για την εκδίκαση καθίσταται το προβλεπόμενο στο άρθρο 8 του νόμου Δικαστικό Συμβούλιο, ακόμα και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει ακόμα συσταθεί (ελλείψει άσκησης της ποινικής δίωξης).

Συνεπώς οι μοναδικές δυνατότητες που υπήρχαν εδώ ήταν: α) η σύσταση Δικαστικού Συμβουλίου κατ’ ανάλογη εφαρμογή όσων αναφέρονται στον ΚΠΔ ακόμη και πριν από την άσκηση της ποινικής δίωξης και β) η αναμονή και η εξέταση της αίτησης εξαίρεσης σε χρόνο μεταγενέστερο, μετά τη σύσταση του Δικαστικού Συμβουλίου.

Η μη επιλογή κάποιας εκ των ανωτέρω λύσεων οδηγεί σε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Αντίστοιχη ακυρότητα προκύπτει και με την απόρριψη κατ’ ανάλογο και παράνομο τρόπο των αιτήσεων εξαιρέσεων που είχε υποβάλει ο ύποπτος, με επακόλουθο την υποχρέωση επανάληψης όλων των πράξεων της προδικασίας για τις ακυρότητες που εμφιλοχώρησαν με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για την οικονομία χρόνου και δαπανών.

Αρμόδιο λοιπόν είναι αποκλειστικά το Δικαστικό Συμβούλιο, που πρέπει πάραυτα να συγκροτηθεί μέσω κλήρωσης από τον πρόεδρο της Βουλής. Αποτελεί δε αναντίρρητο γεγονός ότι δεν νομιμοποιείται κανένα άλλο όργανο να αποφασίσει, πόσο μάλλον το ίδιο το όργανο το οποίο αφορά η εν λόγω αίτηση. Κάθε παρέκκλιση από τα ανωτέρω συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων του υπόπτου, γεγονός που συνεπάγεται την ακυρότητα της όλης διαδικασίας.

Πέραν των ως άνω υπαρκτών κινδύνων για την εξέλιξη της διαδικασίας, αξίζει να αναφερθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου εξαίρεσης που υποβλήθηκε το εξής. Τα πρόσωπα των οποίων ζητήθηκε η εξαίρεση έχουν ήδη συμμετάσχει σε συνεδρίαση της Επιτροπής, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, νοείται ως εισαγγελέας Πλημμελειοδικών.

Ως εκ τούτου τα εν λόγω πρόσωπα έχοντας ασκήσει εισαγγελικά καθήκοντα στην υπό κρίση υπόθεση δεν δύνανται σε καμία περίπτωση να εξεταστούν μελλοντικά ως μάρτυρες, λόγω της ρητής απαγόρευσης που εισάγει το άρθρο 210 του ΚΠΔ και της συνακόλουθης ακυρότητας που θα δημιουργηθεί μέσω της ενδεχόμενης κλήσης τους (ενδεικτικά 399/2019 ΑΠ, 22/2017 ΕΦΒορ. Αιγαίου κ.ά.).

*Συνταξιούχος εφέτης, τέως γενική επιθεωρήτρια Δημόσιας Διοίκησης

ΑΠΟΨΕΙΣ
Ο θλιβερός τραγέλαφος της προανακριτικής
Το άρθρο 86 του Συντάγματος αποτέλεσε επί σειρά ετών σημείο επιστημονικού προβληματισμού και τροφή πολιτικής αντιπαράθεσης και ποικιλόμορφων τοποθετήσεων στη δημόσια σφαίρα. Η ομοθυμία των κοινοβουλευτικών...
Ο θλιβερός τραγέλαφος της προανακριτικής
ΑΠΟΨΕΙΣ
Η λάθος διαδικασία
«Μόνη λύση αποτελεί η ανάκληση της απόφασης για τη σύσταση που έγινε της κοινοβουλευτικής επιτροπής, η λήψη απόφασης από την Ολομέλεια ότι έχει παραγραφεί το αδίκημα της απιστίας και η διαβίβαση της...
Η λάθος διαδικασία
ΑΠΟΨΕΙΣ
Μια εισαγγελέας διπλά εκτεθειμένη
Συνοδεία δικηγόρων και με το αίτημα να μην προβληθεί «παρατεταμένα» το πρόσωπό της από το Κανάλι της Βουλής, επειδή όπως ισχυρίστηκε έχει επιφορτιστεί με υποθέσεις τρομοκρατίας, αποφάσισε τελικά να...
Μια εισαγγελέας διπλά εκτεθειμένη
ΑΠΟΨΕΙΣ
Ιερά και ανόσια
Η στάση αυτή θα θυμίζει όσα μας χωρίζουν αλλά και θα υπενθυμίζει εμφατικά το αίτημα για τις δύο Ελλάδες που πρέπει να συνυπάρξουν.
Ιερά και ανόσια
ΑΠΟΨΕΙΣ
Ψηφίστηκε μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία…
Συνηθίσαμε πια την επωδό: «Ψηφίστηκε (…) μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία». Ετσι πήγαμε, 16 μήνες τώρα, έτσι θα πάμε, όπως φαίνεται, και μέχρι την επόμενη κυβέρνηση· με το: «Ψηφίστηκε (…) μόνο από την...
Ψηφίστηκε μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία…
ΑΠΟΨΕΙΣ
Επέτειος ετών 39…
Μια όντως σημαντική επέτειος, αυτής της 18ης Οκτωβρίου 1981, που το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές και έγινε για πρώτη φορά κυβέρνηση, φέρνοντας τον «Λαό στην Εξουσία»
Επέτειος ετών 39…

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας