Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Δεξιότητες και ποιότητα στην εργασία: χάσματα και χασμωδίες
EUROKINISSI/ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΙΣΙΝΑΣ
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Δεξιότητες και ποιότητα στην εργασία: χάσματα και χασμωδίες

  • A-
  • A+

Την τελευταία δεκαετία έχει εντατικοποιηθεί η συζήτηση γύρω από την έννοια των δεξιοτήτων ως νέας μονάδας καταγραφής των ικανοτήτων του εργατικού δυναμικού. Αυτή η εξέλιξη δεν είναι μονοσήμαντη. Πράγματι, είναι θετικό το ότι μπορούμε πλέον να αναλύουμε με μεγάλη λεπτομέρεια τις επιμέρους εργασίες και δραστηριότητες που συνθέτουν ένα επάγγελμα. Την ίδια στιγμή όμως κινδυνεύουμε να αποδομήσουμε τα ίδια τα επαγγέλματα, περιγράφοντάς τα ως απλές λίστες μεμονωμένων δεξιοτήτων που τυχαία συσσωρεύονται, χωρίς λειτουργική και εκπαιδευτική σχέση μεταξύ τους.

Το πλέον πρόσφορο παράδειγμα κατανόησης των ορίων και κυρίως των περιορισμών της έννοιας των δεξιοτήτων ίσως είναι η κυρίαρχη αφήγηση περί «χάσματος». Σύμφωνα με αυτήν, η «αναντιστοιχία» η οποία εντοπίζεται ανάμεσα στις «δεξιότητες» που ζητούνται από τους εργοδότες και αυτές που διαθέτουν πραγματικά οι εργαζόμενοι αποτελεί βασικό αίτιο της ανεργίας και της περιορισμένης παραγωγικότητας των επιχειρήσεων. Αυτό το κυρίαρχο αφήγημα στον δημόσιο λόγο δυσκολεύει τόσο την κατανόηση των δομικών προβλημάτων της αγοράς εργασίας όσο και την αναζήτηση λύσεων.

Μιλώντας για «χάσμα δεξιοτήτων» στην πραγματικότητα εννοούμε δύο συμπληρωματικές αναντιστοιχίες. Η μία, η «οριζόντια», σύμφωνα με τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (ILO), υφίσταται όταν το είδος –και όχι το επίπεδο– της εκπαίδευσης και των δεξιοτήτων είναι ακατάλληλο για μια συγκεκριμένη θέση εργασίας. Η οριζόντια αναντιστοιχία είναι ένα ερμηνευτικό εργαλείο, αλλά δεν μας δίνει την πλήρη εικόνα. Υπάρχει ακόμη μία διάσταση αναντιστοιχίας, «κάθετης» αυτή τη φορά, η οποία υφίσταται όταν ένα άτομο απασχολείται σε θέση εργασίας για την οποία απαιτείται κατώτερο επίπεδο εκπαίδευσης από αυτό που ήδη διαθέτει. Σε αυτή την περίπτωση, εμφανίζεται το φαινόμενο της «υπερεκπαίδευσης» και των «υπερπροσοντούχων» («overqualified») εργαζομένων.

Αν δοκιμάσουμε να περιγράψουμε με όρους δεδομένων και όχι εντυπώσεων την κατάσταση στην αγορά εργασίας στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, θα διαπιστώσουμε ότι οι δείκτες της οριζόντιας αναντιστοιχίας παρουσίασαν μικρή αύξηση. Πραγματικά, το ποσοστό των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που απασχολούνται σε διαφορετικό γνωστικό αντικείμενο από αυτό που σπούδασαν πέρασε από το 26,5% το 2015 στο 31,2% το 2019. Ωστόσο, η απόκλιση από τον κοινοτικό μέσο όρο του 29,1% διαχρονικά παραμένει περιορισμένη: μόλις 2,1 ποσοστιαίες μονάδες.

Αν επιχειρούσαμε να στηρίξουμε τον σχεδιασμό των πολιτικών απασχόλησης αποκλειστικά και μόνο στην οριζόντια αναντιστοιχία των δεξιοτήτων, θα αντιμετωπίζαμε σημαντικές δυσκολίες.

Η οριζόντια αναντιστοιχία εντοπίζεται σε πολύ συγκεκριμένους τομείς και δεν κατανέμεται ισότιμα στο σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης. Επίσης, μεταβάλλεται εξαιρετικά εύκολα, ανάλογα με τη συγκυρία, ενώ η χρονική της διάρκεια δεν μπορεί να προβλεφθεί. Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι αν ο δείκτης οριζόντιας αναντιστοιχίας, με τη μερικότητα, τη μεταβλητότητα και την περιορισμένη προβλεψιμότητά του, μπορεί να αποτελέσει από μόνος του εργαλείο σχεδιασμού εκπαιδευτικών συστημάτων ή να συμβάλει στον επανασχεδιασμό ενός συνεκτικού εθνικού συστήματος συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης, το οποίο σήμερα είναι κυριολεκτικά διαλυμένο.

Αντίθετα, η επίδραση της «κάθετης» αναντιστοιχίας δεξιοτήτων στην ελληνική αγορά εργασίας εμφανίζεται πολύ σημαντικότερη και ίσως να συνιστά την κύρια διάσταση του χάσματος δεξιοτήτων. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το 2018 το 33,9% των εργαζομένων εργαζόταν σε θέση που υπολείπεται σημαντικά των προσόντων τους, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο 23,4% (+10,5 μονάδες). Εδώ δεν πρόκειται για μια παροδική τάση, αλλά για σταθερή αυξητική ροπή τουλάχιστον εικοσαετίας (20,5% το 2001). Τέλος, δεν αφορά περιορισμένο αριθμό παραγωγικών κλάδων, αλλά σχεδόν το σύνολό τους.

Δεν θα ήταν λοιπόν υπερβολή αν ισχυριζόμασταν ότι η κάθετη αναντιστοιχία δεξιοτήτων είναι αυτή που φορτίζει αρνητικά τη σχέση κατάρτισης και απασχόλησης στην Ελλάδα. Ισχυρισμός που επιβεβαιώνεται από έναν πρόσθετο, ανησυχητικό δείκτη: μόνο το 14% των Ελλήνων εργαζομένων καταρτίζονται από τις επιχειρήσεις τους και συμμετέχουν σε προγράμματα ανάπτυξης δεξιοτήτων, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να διαμορφώνεται στο 24%. Με άλλα λόγια, οι ελληνικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να επενδύουν σε μια χρόνια, σταθερή και πλέον σχεδόν δομική παθογένεια της ελληνικής αγοράς εργασίας, την υπερεκπαίδευση, αποφεύγοντας να επενδύσουν στην κατάρτιση και την αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων τους - τουλάχιστον όχι στον βαθμό και στην ποιότητα που η συγκυρία απαιτεί. Την ίδια στιγμή επιδιώκουν να μετακυλήσουν στο εκπαιδευτικό σύστημα το κόστος της συνεχιζόμενης ενδοεπιχειρησιακής κατάρτισης που τους αναλογεί.

Η συγκεκριμένη στρατηγική εντάσσεται λοιπόν στη γνωστή λογική της μείωσης του κόστους της εργασίας, αλλά καταλήγει στην υποβάθμιση της ποιότητας της εργασίας και στη μείωση της παραγωγικότητας. Οι «υπερπροσοντούχοι» ζουν την καθημερινή υποτίμηση των δεξιοτήτων τους και οι λιγότερο καταρτισμένοι εργαζόμενοι αδυνατούν να αποκτήσουν νέες. Κι ίσως το περίφημο χάσμα δεξιοτήτων να κρύβει τελικά τις χασμωδίες ενός παραγωγικού προτύπου που απαιτεί πειστικότερες αναλύσεις, σαφέστερους προσανατολισμούς και ορθολογικότερες προτάσεις βελτίωσής του.

* πολιτικός επιστήμονας, διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ

ΑΠΟΨΕΙΣ
Κατεδαφίζουν τις μεγαλύτερες εργατικές κατακτήσεις
Πώς να εξηγήσει κανείς ότι τα επαναλαμβανόμενα ρεκόρ σε αφίξεις και έσοδα των τουριστικών επιχειρήσεων τα 7 προηγούμενα χρόνια δεν μπορούν να καλύψουν μια ολιγόμηνη πτώση του τουρισμού για δύο ή τρεις μήνες;...
Κατεδαφίζουν τις μεγαλύτερες εργατικές κατακτήσεις
ΑΠΟΨΕΙΣ
Μόνιμα μέτρα υποτίμησης της εργασίας
Εννέα έκτακτες ρυθμίσεις των ΠΝΠ της πανδημίας που καταδεικνύουν ότι η κατάσταση εξαίρεσης στο εργατικό δίκαιο θα μας συνοδεύει για αρκετό διάστημα μετά τη λήξη της υγειονομικής κρίσης και ίσως για πάντα.
Μόνιμα μέτρα υποτίμησης της εργασίας
ΑΠΟΨΕΙΣ
Κορονοϊός: το τέλος (;) του Κοινωνικού Διαλόγου
Στην Ελλάδα, η ιστορία του Κοινωνικού Διαλόγου, της θεσμοθετημένης διαβούλευσης ανάμεσα στους βασικούς φορείς κοινωνικούς εκπροσώπους και το κράτος, είναι γνωστό ότι έφτασε στην κορύφωσή της στα μέσα της...
Κορονοϊός: το τέλος (;) του Κοινωνικού Διαλόγου
ΑΠΟΨΕΙΣ
Η εκ περιτροπής εργασία πριν και μετά τον κορονοϊό
Χαρακτηριστικό του νέου ήθους των εργασιακών σχέσεων είναι ότι το νέο σύστημα δεν προβλέπει ούτε διαβούλευση ούτε καν υποχρέωση προγενέστερης ενημέρωσης των εργαζομένων.
Η εκ περιτροπής εργασία πριν και μετά τον κορονοϊό

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας