Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Τι έχει απομείνει από τη (μη) κριτική στον Καρλ Μαρξ;

AP Photo/Mark Schiefelbein

Τι έχει απομείνει από τη (μη) κριτική στον Καρλ Μαρξ;

  • A-
  • A+

Διαβάζοντας κανείς το κείμενο «Τι έχει απομείνει από τον Καρλ Μαρξ;» που υπογράφεται από τον Γιώργο Ν. Οικονόμου (δρ Φιλοσοφίας) στο φύλλο της 6/11/2018 –και στον βαθμό που δεν είναι εξοικειωμένος ούτε με το μαρξικό έργο ούτε με τη φιλοσοφία– κινδυνεύει να αποκομίσει δύο θεμελιακά λαθεμένες εντυπώσεις:

Πρώτον, ότι το μαρξικό έργο είναι ένα συμπίλημα χονδροειδών και σε κάθε περίπτωση ξεπερασμένων θέσεων, σε τέτοιο βαθμό που είναι απορίας άξιο γιατί «[ο] συγγραφέας του “Κεφαλαίου” αξίζει ασφαλώς μια θέση στην ιστορία της σκέψης, μαζί με τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Καντ, τον Χέγκελ».

Δεύτερον, ότι η άσκηση φιλοσοφικής κριτικής συνίσταται στη διατύπωση πολεμικών αφορισμών, χωρίς να είναι ανάγκη να μπει κάποιος στον κόπο να επιχειρηματολογήσει συγκεκριμένα εναντίον των θέσεων που θέλει να απορρίψει.

Σύμφωνα με τον κ. Οικονόμου, «[τ]ο μεγαλύτερο πλήγμα [στις μαρξικές ιδέες] δόθηκε μετά την κατάρρευση των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων και την εμφανή αμηχανία και αδυναμία των απανταχού μαρξιστών να δώσουν μία αξιοπρεπή απάντηση». Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας σε τρεις μόνο γραμμές κατορθώνει

α) να υιοθετήσει ανεπίκριτα τη θεωρία περί ολοκληρωτισμού, η οποία έλκει την καταγωγή της από το έργο της Hannah Arendt και του Raymond Aron,

β) να τη χρησιμοποιήσει προκειμένου να περιγράψει και να εξηγήσει ολόκληρη τη διαδικασία οικοδόμησης και ανατροπής του σοσιαλισμού, δηλαδή ενός εξαιρετικά σύνθετου κοινωνικού, οικονομικού και πολιτικού φαινομένου, όπως εκτυλίχθηκε κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, και

γ) να αποσιωπήσει τις ποικίλες και –είναι αλήθεια– διαφορετικού βαθμού εμβρίθειας θεωρητικές αντιδράσεις των μαρξιστών απέναντι στο φαινόμενο αυτό.

Οπως πληροφορούμαστε από το εν λόγω άρθρο, «[έ]να μεγάλο μειονέκτημα του Μαρξ ήταν το ότι υπερτίμησε τη θεωρία (του) και την παρουσίασε ως τη μοναδική “επιστημονική” αλήθεια για τον κόσμο» (!).

Θα ήταν εξόχως ενδιαφέρουσα η παράθεση έστω και ενός κειμενικού τεκμηρίου που να στηρίζει αυτή τη διαπίστωση. Να στηρίζει, δηλαδή, τη διαπίστωση ότι ο άνθρωπος, ο οποίος μελέτησε εις βάθος τον γερμανικό ιδεαλισμό και τον γαλλικό υλισμό, ο άνθρωπος που βασίστηκε στην ενδελεχή μελέτη και κριτική της αγγλικής πολιτικής οικονομίας, εκείνος που ήθελε να αφιερώσει τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου στον Δαρβίνο, παρουσίασε τη θεωρία του ως τη μοναδική επιστημονική αλήθεια για τον κόσμο.

Ενα άλλο «μειονέκτημα» της μαρξικής θεωρίας που εντοπίζεται από τον κ. Οικονόμου είναι ότι η τελευταία εισάγει «νόμους» στην ιστορική εξέλιξη των ανθρώπων. Εδώ μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι πράγματι ο Μαρξ είναι δέσμιος της εποχής του, η οποία διακατέχεται από τη μονολιθική αντίληψη για το τι συνιστά επιστημονική εξήγηση. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο κάθε επιστημονικής εξήγησης η διατύπωση γενικών νόμων.

Οι γενικοί νόμοι σε συνδυασμό με τα ενικά συμβάντα μπορούν να εξηγήσουν και να προβλέψουν κάθε φαινόμενο στη φύση. Η αντίληψη αυτή επικράτησε μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα και δεν είναι ιδιαζόντως μαρξική. Μετά τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, η φιλοσοφία της επιστήμης κατέστησε σαφές ότι η επιστημονική εξήγηση συνιστά μια πολύ πιο πολύπλοκη και ποικιλόμορφη διαδικασία.

Ωστόσο, ακόμα και αν ο Μαρξ κατείχε μια μη εκλεπτυσμένη αντίληψη για το τι σημαίνει να δίνει κανείς επιστημονικές εξηγήσεις –όπως άλλωστε και η πλειονότητα των συγχρόνων του– αυτό ουδόλως οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι επιστημονικές του εξηγήσεις δεν είναι έγκυρες. Μπορεί απλά να επερωτηθεί η ακρίβεια των διαπιστώσεών του για το τι πραγματικά κάνει ο ίδιος, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τους περισσότερους επιστήμονες στην ιστορία της επιστήμης.

Ακολούθως, και σε συνάρτηση με τα παραπάνω, ο κ. Οικονόμου βάλλει εναντίον τη φυσιοκρατίας ή, με τα λόγια του ίδιου του Μαρξ, εναντίον του υλισμού του τελευταίου. Στο στόχαστρο εδώ μπαίνει η διάσημη έκφραση από τον πρόλογο στη «Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας»: «Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που ορίζει το Είναι τους, αλλά αντίστροφα το κοινωνικό τους Είναι καθορίζει τη συνείδησή τους».

Μάλιστα, στο σημείο αυτό, εν αντιθέσει με άλλα σημεία του κειμένου, γίνεται απόπειρα να δοθεί ένα επιχείρημα που να στηρίζει την απόρριψη της εν λόγω θέσης. Μας λέει ο κ. Οικονόμου: «Εάν οι άνθρωποι καθορίζονταν από το κοινωνικό τους Είναι, δεν θα είχαν φτάσει σε άλλες καταστάσεις, σε άλλες θεσμίσεις, θα είχαν παραμείνει στο αρχικό στάδιο του υποτιθέμενου καθορισμού τους από την κοινωνική τους κατάσταση». Και σπεύδει να μας πληροφορήσει για το ποια είναι η αλήθεια: «Το κοινωνικό Είναι δεν υπάρχει αντικειμενικά, αλλά είναι ανθρώπινη δημιουργία».

Στο επιχείρημα, ωστόσο, υπάρχουν δύο τουλάχιστον μεγάλα προβλήματα. Πρώτον, ο κ. Οικονόμου αποσιωπά ότι ο Μαρξ επιχειρεί να πάρει μια ενδιάμεση θέση μεταξύ «χυδαίου υλισμού» (ή όπως θα μπορούσαμε να πούμε με τη σημερινή φιλοσοφική ορολογία «ακραιφνούς φυσιοκρατίας») και ιδεαλισμού. Στην πρώτη κιόλας θέση για τον Φόιερμπαχ, ο Μαρξ αναφέρει: «Η κύρια έλλειψη όλου του προηγούμενου υλισμού –συμπεριλαμβανομένου του υλισμού του Φόιερμπαχ– είναι ότι το αντικειμενικό πράγμα (Gegenstand), η πραγματικότητα (Wirklichkeit), ο αισθητός κόσμος (Sinnlichkeit) κατανοείται μόνο με τη μορφή του αντικειμένου (Objekt) ή της εποπτείας (Anschauung) και όχι ως αισθητή ανθρώπινη δραστηριότητα, ως πράξη, όχι υποκειμενικά. Γι’ αυτό ο ιδεαλισμός, σε αντίθεση με τον υλισμό, ανέπτυξε τη δρώσα πλευρά, αλλά μονάχα αφηρημένα – γιατί ο ιδεαλισμός δεν γνωρίζει φυσικά την πραγματική, αισθητή δράση ως τέτοια».

Το αν ο ίδιος ο Μαρξ κατορθώνει να θεμελιώσει μια ενδιάμεση, μεταξύ χυδαίου υλισμού και ιδεαλισμού θέση και πολλώ δε μάλλον αν υπάρχει λογικός χώρος για μια τέτοια θέση είναι φιλοσοφικό επίδικο ακόμα και στις μέρες μας. Το βέβαιο είναι πως η παραπάνω αναφορά του κ. Οικονόμου δεν αποδίδει δικαιοσύνη στο μαρξικό έργο. Δεύτερον, ακόμα και αν ο Μαρξ διακατεχόταν από μια χυδαία υλιστική αντίληψη, πώς αυτή θα ήταν ασύμβατη με την εικόνα της ιστορικής εξέλιξης; Γιατί η εξέλιξη να μην μπορεί να εξηγηθεί με ακραιφνώς φυσιοκρατικούς όρους; Το δεύτερο πρόβλημα, εν ολίγοις, έγκειται στο ότι το συμπέρασμα δεν έπεται από την προκείμενη, ακόμα και αν η τελευταία ευσταθούσε.

Τελευταίο μειονέκτημα στο «ποινολόγιο» που αφιερώνεται στη μαρξική θεώρηση είναι η υποτιθέμενη απουσία μέριμνας για τη δημοκρατία. Εδώ, εν είδει επιχειρήματος, επαναλαμβάνεται η χιλιοειπωμένη όσο και φτενή μομφή ότι ο Μαρξ κάνει λόγο για «δικτατορία του προλεταριάτου».

Ο Μαρξ κάνει λόγο για τη δικτατορία του προλεταριάτου (σοσιαλισμός) σε αντίστιξη με τη δικτατορία της αστικής τάξης (καπιταλισμός), καθώς θεωρεί πως αφενός ο σοσιαλισμός δεν θα είναι ακόμα κομμουνισμός, δηλαδή αταξική κοινωνία, και αφετέρου πως σε κάθε ταξική κοινωνία υπάρχει η κυριαρχία μιας τάξης έναντι της άλλης (ή των άλλων).

Η δικτατορία του προλεταριάτου, ωστόσο, είναι η δικτατορία της πλειοψηφίας έναντι της μειοψηφίας, σε αντίθεση με τη δικτατορία της αστικής τάξης που είναι η δικτατορία της μειοψηφίας έναντι της πλειοψηφίας. Δεδομένου ότι η δημοκρατία είναι «κράτος» και όχι αναρχία, και ένα παιδί ακόμη καταλαβαίνει ότι η δικτατορία του προλεταριάτου είναι δημοκρατικότερη της αστικής δημοκρατίας, δηλαδή της δικτατορίας της αστικής τάξης.

Περί αυτών και άλλων πολλών θα μπορούσαν να ειπωθούν ακόμη πολλά, αλλά εδώ δεν είναι ο τόπος. Ωστόσο, μια τελευταία κουβέντα αξίζει για τη φιλοσοφία, η οποία επιστρατεύεται (διά της υπογραφής) προκειμένου να τελεσιδικήσει υπέρ της καταδίκης της μαρξικής θεώρησης. Είναι δύσκολο να πει κανείς έτσι απλά τι είναι φιλοσοφία. Είναι και αυτό κάτι φιλοσοφικά επίμαχο. Είναι πιο εύκολο, όμως, να πει τι δεν είναι.

Φιλοσοφία δεν είναι η ανάγνωση και ερμηνεία κειμένων δίχως την εφαρμογή της αρχής της επιείκειας (principle of charity), η οποία προστάζει μεταξύ άλλων την τοποθέτηση κάθε γραφής στο συγκείμενο των υπόλοιπων γραφομένων του συγγραφέα, αλλά και στο συγκείμενο της συγκεκριμένης εποχής όπου εντάσσεται ο τελευταίος και εν τέλει στο πλαίσιο ολόκληρης της ιστορίας των ιδεών. Φιλοσοφία, επίσης, δεν είναι η διατύπωση αφορισμών που δεν έχουν δεχθεί τη βάσανο του σκεπτικιστικού ελέγχου.

Δεν ξέρουμε πόσοι λίγοι είναι αυτοί που πιστεύουν πια στις λανθασμένες δογματικές (sic) θέσεις του Μαρξ. Αν και μόνο κάποιος που αγνοεί τη σύγχρονη επιστημονική συζήτηση και την αντίστοιχη βιβλιογραφία (εγχώρια και διεθνή) θα υποστήριζε στα σοβαρά μια τέτοια θέση. Ξέρουμε, πάντως, ότι είναι αρκετοί εκείνοι που επιστρατεύουν δήθεν κριτικά επιχειρήματα αναπαράγοντας απλώς τα αυτονόητα της κυρίαρχης ιδεολογίας. Η επερώτηση των αυτονοήτων ήταν, είναι και θα είναι βασικό καθήκον κάθε γνήσιου φιλοσοφικού εγχειρήματος.

* Συντακτική επιτροπή της εξαμηνιαίας επιστημονικής επιθεώρησης «ΚΡΙΣΗ»

  

ΑΠΟΨΕΙΣ
Τα λάθη του Μαρξ
Είναι η θεωρία του Μαρξ επιστημονική; Οι τρεις συγγραφείς παρακάμπτουν το ερώτημα αυτό και είναι πεπεισμένοι ότι ο Μαρξ δίνει «επιστημονικές...
Τα λάθη του Μαρξ
ΑΠΟΨΕΙΣ
Ο Μαρξ και η αρχαιοελληνική φιλοσοφία
Ας σημειωθεί εδώ, ότι στη σύγκριση των δύο υλιστικών φυσικών φιλοσοφιών, του Δημόκριτου και του Επίκουρου, ο Μαρξ κλίνει προς τη δυναμική επικούρεια...
Ο Μαρξ και η αρχαιοελληνική φιλοσοφία
ΑΠΟΨΕΙΣ
Η ενδέκατη θέση
Ερχόμαστε στην ουσία της μαρξικής ρήσης. Η ενδέκατη θέση δεν μας προτρέπει να κατέβουμε στους δρόμους αφήνοντας τη φιλοσοφία στην απραξία των...
Η ενδέκατη θέση