Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
«Οι σημερινοί νέοι είναι πολύ πιο ευθυγραμμισμένοι με το σύστημα»

Ο Γερμανός συγγραφέας, Αντρέ Κούμπιτσεκ

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

«Οι σημερινοί νέοι είναι πολύ πιο ευθυγραμμισμένοι με το σύστημα»

  • A-
  • A+

Ο Κούμπιτσεκ στο μυθιστόρημά του «Σκίτσο ενός καλοκαιριού» (Κριτική, 2018) περιγράφει, μέσα από τις καλοκαιρινές περιπέτειες μιας εφηβικής παρέας, τη ζωή στην πρώην Ανατολική Γερμανία του 1985, με την άκαμπτη γραφειοκρατία, τις ιδεολογικές εμμονές και τις παγιωμένες κοινωνικές σχέσεις. Το κάνει με χιούμορ, αγάπη, αλλά και κάποια νοσταλγία για μια πατρίδα που δεν υπάρχει πια.

• Φόντο του μυθιστορήματός σας είναι η ζωή στην πρώην Ανατολική Γερμανία, την οποία περιγράφετε με χιούμορ και λεπτή ειρωνεία. Αποτελεί αυτή η περιγραφή έκφραση ενός είδους «ostalgia» (από τις λέξεις Ανατολή και νοσταλγία) ή είναι απλώς ένα μοτίβο για την ιστορία σας;

Η λέξη «ostalgia» είναι ένας όρος που εφευρέθηκε από τα ΜΜΕ της Δυτικής Γερμανίας τη δεκαετία του 1990, προκειμένου να υποτιμήσουν κάθε είδους συναίσθημα που έτρεφαν οι πολίτες της Ανατολικής Γερμανίας για τη χαμένη τους πατρίδα. Εξαιτίας της οικονομικής παρακμής τότε, επρόκειτο κυρίως για αισθήματα απώλειας μιας εκτεταμένης σε πολλούς τομείς ασφάλειας, παρ’ όλη την πολιτική καταπίεση της εποχής. Αλλά ναι, το κίνητρο για να γράψω αυτό το βιβλίο ήταν οπωσδήποτε ένα είδος νοσταλγίας.

Προτού γεράσω, ήθελα να νιώσω νέος για μια τελευταία φορά και γι’ αυτό έγραψα για ένα συγκεκριμένο επεισόδιο της νεότητάς μου. Και επειδή μεγάλωσα στην πρώην Ανατολική Γερμανία, η ιστορία έπρεπε να διαδραματίζεται εκεί. Από την άλλη, η χώρα αυτή δεν είναι παρά το σκηνικό για το μυθιστόρημά μου και όχι το βασικό μου θέμα.

Δεν ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για τη Στάζι και όλα αυτά τα γνωστά πράγματα, αλλά για το πώς ένιωθε ένας νέος το καλοκαίρι του 1985 στο Πότσνταμ. Πώς ήταν να ερωτεύεται για πρώτη φορά, πώς μπορούσε να διαφέρει από τους συνομηλίκους του εφήβους και πώς να μην κάνει τίποτα σε μια πόλη κατά τη διάρκεια ενός ζεστού καλοκαιριού, παρά να αφήνει τις μέρες να περνούν.

• Πρωταγωνιστής στην ιστορία σας είναι η εφηβεία με όλες τις αντιφάσεις και τις ανησυχίες της, αλλά και οι σχέσεις των δύο φύλων. Γιατί κάνατε αυτή την επιλογή και ποιος ήταν ο στόχος σας;

Για την ακρίβεια δεν ήταν επιλογή. Από τη στιγμή που αποφάσισα να γράψω ένα μυθιστόρημα για ένα δεκαεξάχρονο αγόρι στη διάρκεια ενός καλοκαιριού σε ένα προάστιο, το μόνο που είχα να κάνω ήταν να (ξανα)θυμηθώ πώς ένιωθα εγώ. Ηταν εύκολο, επειδή δεν ξέχασα ποτέ αυτή την περίοδο. Δεν κράτησα ποτέ ημερολόγιο, αλλά, παρ’ όλα αυτά, όλα τα σημαντικά πράγματα μου ήρθαν αμέσως. Τα μουσικά συγκροτήματα και τα τραγούδια που ακούγαμε, τα οποία βρίσκονται ακόμα στη δισκοθήκη μου. Τα βιβλία που διαβάζαμε. Και όλα τα υπόλοιπα πράγματα που ήταν σημαντικά: τα ρούχα –κυρίως μαύρα φυσικά–, τα χτενίσματα, τα οποία θύμιζαν από Morrissey μέχρι τους Smiths και τους Cure.

AP Photo/Lionel Cironneau

Και, φυσικά, το σημαντικότερο πράγμα απ’ όλα, το οποίο ήταν τα κορίτσια γύρω μας. Εκείνα τα απλησίαστα για εμάς, εκείνα που μας πρόσφεραν κάποιο αβέβαιο χαμόγελο, εκείνα που ήθελαν να βγουν ραντεβού μαζί μας, αλλά είχαν χίπικο χτένισμα και φορούσαν εφαρμοστά παντελόνια σαν τους τραγουδιστές των μέταλ συγκροτημάτων και έτσι, δυστυχώς, έπρεπε να αρνηθούμε κ.ο.κ.

Ηταν πράγματι διασκεδαστικό και ευχάριστο για μένα να ανακαλώ τις σκέψεις και τα αισθήματα που είχα ως έφηβος. Και νομίζω ότι αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που μου πήρε μόλις έξι μήνες να γράψω αυτό το βιβλίο. Φυσικά υπήρχε και ένα δεύτερο σημαντικό πράγμα για το μυθιστόρημα. Επρεπε να εφεύρω μια τεχνητή γλώσσα για όλα τα παιδιά που από τη μία δεν θα ακουγόταν τόσο εφηβική, ούτε από την άλλη και τόσο παιδική. Χρειάστηκαν σχεδόν πενήντα σελίδες προτού πιστέψω ότι αυτή η γλώσσα ήταν η κατάλληλη.

• Οι έφηβοι του 1985 είναι οι σημερινοί πενηντάρηδες. Εκείνη την εποχή διάβαζαν ποίηση (Ρεμπό και Μποντλέρ) και άκουγαν ποιοτική μουσική. Πόσο εύκολη είναι η προσαρμογή τους στη σημερινή εποχή των «έξυπνων» τηλεφώνων και της κυριαρχίας της εικόνας και τι γίνεται με την επικοινωνία με τα δικά τους παιδιά;

Ειλικρινά μιλώντας, ακόμα και το 1985, οι περισσότεροι έφηβοι δεν διάβαζαν Μποντλέρ και Ρεμπό και δεν ξέρω εάν διάβαζαν καν. Ακόμα κι εγώ με τους φίλους μου αρχίσαμε να διαβάζουμε ποίηση μόνο και μόνο για να ξεχωρίζουμε από τους άλλους εφήβους, κυρίως εκείνους που έμοιαζαν πολύ μ’ εμάς. Στην αρχή δεν ήταν παρά μια προσπάθεια για να προσελκύσουμε κορίτσια και για να δείχνουμε πιο ενδιαφέροντες από τα άλλα αγόρια.

Γρήγορα όμως η λογοτεχνία και η τέχνη γενικότερα έγιναν ένα πολύ σοβαρό θέμα για εμάς. Και ακόμα και πρώην φίλοι που σήμερα δουλεύουν στον τραπεζικό τομέα εξακολουθούν να διαβάζουν λογοτεχνικά βιβλία και να ακούνε μουσική από ανεξάρτητα γκρουπ. Αυτή η συμπεριφορά προέρχεται από τη νεότητά μας και νομίζω ότι δεν αλλάζει ποτέ. Η κόρη μου βρίσκεται στην ίδια ηλικία με τα παιδιά της ιστορίας μου και αντιμετωπίζει τη μόδα, τη μουσική και τα χτενίσματα σαν μέθοδο για να ξεχωρίσει από τους άλλους.

• Ποια είναι η διαφορά;

Ομως, όπως και τότε, οι περισσότεροι έφηβοι δεν νοιάζονται γι’ αυτό το είδος της αισθητικής. Διαβάζουν λιγότερα βιβλία, ακούνε μουσική του συρμού και οι πολιτικές τους απόψεις είναι ακριβώς ίδιες με αυτές που ακούγονται από τα βραδινά δελτία ειδήσεων. Παρότι έχουν πολύ μεγαλύτερη προσωπική ελευθερία από εμάς τότε, μοιάζουν πολύ πιο ευθυγραμμισμένοι με το σύστημα.

Στις ηλικίες των 15 ή 16 ετών σκέφτονται για τα μελλοντικά τους επαγγέλματα και ορισμένες φορές ακόμα και για τη σύνταξή τους σε πενήντα χρόνια. Από τη μια αυτό ακούγεται λογικό, ειδικά εάν είσαι πατέρας, αλλά ειλικρινά είναι τελείως βαρετό. Το αστείο είναι ότι στην κόρη μου, η οποία κανονικά προτιμά το χιπ χοπ, από πέρσι της αρέσουν οι Clash, οι Joy Division και οι The Smiths, επειδή αυτά τα συγκροτήματα ακούγονται σε μια σειρά του Netflix που λέγεται «Stranger Things» και που της αρέσει, καθώς εξελίσσεται στα μέσα της δεκαετίας του 1980.

• Οι βασικοί άξονες του μυθιστορήματός σας είναι η φιλία, η εμπιστοσύνη και -γιατί όχι;- η προδοσία. Γιατί τους επιλέξατε;

Στην πραγματικότητα δεν τους επέλεξα. Αυτό που όντως επέλεξα στην αρχή ήταν οι βασικοί χαρακτήρες και το πλαίσιο. Αλλά εάν έχεις πέντε εφήβους και πέντε έφηβες και τους αφήσεις να αλληλεπιδράσουν, αυτός ο αστερισμός οδηγεί αυτομάτως σε θέματα όπως η φιλία, η αγάπη, η ζήλια, η απογοήτευση και η απελπισία. Και φυσικά ακόμα και η προδοσία.

Αυτό συμβαίνει σε κάθε μυθιστόρημα με έναν παρόμοιο αστερισμό έφηβων πρωταγωνιστών. Η σημαντική διαφορά είναι ότι τα παιδιά στην ιστορία μου ανακαλύπτουν όλες αυτές τις εκφράσεις της ανθρώπινης συναισθηματικής αλληλεπίδρασης για πρώτη φορά. Και γι’ αυτό τους φαίνεται τόσο εντυπωσιακό. Αυτή είναι η πραγματική περιπέτεια.

• Η ομάδα των φίλων διαβάζει Ρεμπό και Μποντλέρ, δύο ρομαντικούς ποιητές οι οποίοι ταιριάζουν στην εφηβεία, αλλά, ταυτόχρονα, προέρχονται από το πνευματικό σύμπαν του τέλους του 19ου αιώνα, από το περίφημο «Fin de siècle»: μια αναφορά στο τέλος μιας εποχής και στην αρχή μιας άλλης. Υπάρχει κάποιος παραλληλισμός μεταξύ αυτού και του χρόνου που εκτυλίσσεται η ιστορία σας, λίγα χρόνια πριν από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου;

Οχι, δεν υπάρχει τέτοιος παραλληλισμός. Το καλοκαίρι του 1985 κανείς στην Ανατολική Γερμανία δεν προέβλεπε την πτώση του Τείχους τέσσερα χρόνια αργότερα. Ακόμα και οι έννοιες του Γκορμπατσόφ «Glasnost» (διαφάνεια) και «Perestroika» (ανασυγκρότηση) ήταν άγνωστες εκείνη την εποχή. Το 1985 πιστεύαμε ότι η χώρα μας θα διαρκούσε αιώνια. Ο βασικός λόγος που εγώ και οι φίλοι μου, καθώς και τα αγόρια της ιστορίας μου, διαβάζουμε για το «Fin de siècle» και τους λεγόμενους ποιητές της παρακμής είναι ότι αυτού του είδους η λογοτεχνία ήταν το πιο πιθανό αντίθετο σε μια αντίληψη για τη λογοτεχνία που διδασκόμασταν στο σχολείο και η οποία προπαγανδιζόταν ως η μία και μοναδική για μια σοσιαλιστική κοινωνία σαν τη δική μας.

Ονομαζόταν «σοσιαλιστικός ρεαλισμός» και τα βιβλία που ήταν γραμμένα μ’ αυτόν τον τρόπο μιλούσαν για την καθημερινή ζωή στην Ανατολική Γερμανία, με έμφαση στην εργασία, στους εργασιακούς χώρους, είτε αυτοί ήταν ένα εργοστάσιο είτε ένα αρχιτεκτονικό γραφείο. Στην καλύτερη περίπτωση, στο τέλος ενός τέτοιου βιβλίου όλα πήγαιναν καλά και ο πρωταγωνιστής ήταν ακόμα πιο σοφός από πριν. Γι’ αυτό ήμασταν τόσο ενθουσιασμένοι με βιβλία όπως το «À rebours» («Αντίστροφη μέτρηση») του Joris-Karl Huysmans.

Ο πρωταγωνιστής πλήττει μέχρι θανάτου με τη ζωή του, μισεί τους ανθρώπους και την κοινωνία και δεν κάνει ποτέ κάτι χρήσιμο. Αντίθετα, χαζεύει το καλοκαίρι και μαζεύει λουλούδια, τα οποία μοιάζουν σαν να ήταν φτιαγμένα από γυαλί και σμάλτο. Αυτό το βιβλίο ήταν ίσως η καλύτερη αναγνωστική εμπειρία που είχα ποτέ.

Ποιος είναι

Γεννημένος το 1969 στο Πότσνταμ, ζει και εργάζεται ως συγγραφέας στο Βερολίνο. Το 1997 του χορηγήθηκε υποτροφία από το κρατίδιο του Βραδεμβούργου. Το 1998 ακολούθησε η υποτροφία Αλφρεντ Ντέμπλιν της Ακαδημίας Καλών Τεχνών. Το 2007 του απονεμήθηκε το βραβείο Candide, ενώ το 2016 του χορηγήθηκε υποτροφία από τη Γερουσία του Βερολίνου.

  

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
«Αδικο και αδικαιολόγητο το χτίσιμο του τείχους»
Η μεγάλη κυρία των μεξικανικών γραμμάτων και ακτιβίστρια, Έλενα Πονιατόφσκα, μιλά στην «Εφ.Συν.» για το τελευταίο της μυθιστόρημα, για τη μνήμη των επαναστάσεων, για τη διαφθορά των κυβερνήσεων και για τους...
«Αδικο και αδικαιολόγητο το χτίσιμο του τείχους»
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
«Ο Μαρξ αντιλήφθηκε ότι οι αγροτικές κοινότητες μπορεί να δείχνουν τον δρόμο προς τον κομμουνισμό»
Ο Τσινέλα μιλά για την πολιτική και διανοητική μεταμόρφωση του Μαρξ τα τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν, απογοητευμένος από τις ήττες του προλεταριάτου στη Δύση, στράφηκε στη μελέτη της ρωσικής αγροτικής...
«Ο Μαρξ αντιλήφθηκε ότι οι αγροτικές κοινότητες μπορεί να δείχνουν τον δρόμο προς τον κομμουνισμό»
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η πικρή γεύση των νεραντζιών
Με διαρκή φλας μπακ ο Ελληνοπολωνός δημοσιογράφος Δοινύσης Στούρης, στο βιβλίο του «Ελλάδα: πικρά πορτοκάλια» κινείται ανάμεσα στο σήμερα και το χθες, δίνοντας ένα καλειδοσκοπικό πανόραμα της ελληνικής...
Η πικρή γεύση των νεραντζιών
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
«Είμαστε υποχρεωμένοι να δημιουργούμε το δικό μας νόημα στη ζωή»
Ο καθηγητής φιλοσοφίας Ντάνιελ Κλάιν προσπαθεί στα βιβλία του να φέρνει σε επαφή ένα μη εξειδικευμένο κοινό με φιλοσοφικές θεωρίες και έννοιες και πάντα με έναν τρόπο χιουμοριστικό και εκλαϊκευτικό, χωρίς όμως...
«Είμαστε υποχρεωμένοι να δημιουργούμε το δικό μας νόημα στη ζωή»
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
«Η μη τιμωρία των ενόχων της κρίσης άφησε μια ανοιχτή πληγή»
Ο Γιόρις Λούγενταϊκ, με αφορμή το μπλογκ που διατηρούσε στην εφημερίδα Guardian, ξεκίνησε μια έρευνα δύο χρόνων, συναντώντας πληροφοριοδότες από τον τραπεζικό τομέα, οι οποίοι, υπό τον όρο της ανωνυμίας, του...
«Η μη τιμωρία των ενόχων της κρίσης άφησε μια ανοιχτή πληγή»
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
«Θεωρώ κληρονομιά όλη τη σοφία της ανθρωπότητας»
Μια ζωή γεμάτη τέχνη, ιδέες και ακτιβισμό. Αφιέρωμα στην 50χρονη πολυεπίπεδη δράση του Περικλή Κοροβέση οργανώνεται σήμερα στο «Τριανόν» με αφορμή το νέο του βιβλίο «Η αδράνεια ροκανίζει το μέλλον», με κείμενά...
«Θεωρώ κληρονομιά όλη τη σοφία της ανθρωπότητας»

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας