Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Πέθανε ο «Φοίβος» της ΕΠΟΝ, Αλέκος Μιχαλόπουλος

Πέθανε ο «Φοίβος» της ΕΠΟΝ, Αλέκος Μιχαλόπουλος

  • A-
  • A+

Έφυγε απ' τη ζωή, σε ηλικία 91 ετών, ο αγωνιστής της Αριστεράς Αλέκος Μιχαλόπουλος, που μέχρι το τέλος παρέμενε ενεργός καθώς ήταν μέλος της Οργάνωσης Άνω Πετραλώνων-Θησείου του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Αλέκος Μιχαλόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928 στα Άνω Πετράλωνα. Τον Ιούνιο του 1941 οργανώθηκε στην ΟΚΝΕ. Με την ίδρυση του ΕΑΜ πέρασε στο ΕΑΜ νέων, συμμετέχοντας στη δημιουργία των συσσιτίων στα σχολεία της κατοχής.

Με την ίδρυση του ΕΛΑΣ εντάχθηκε στην ομάδα του εφεδρικού ΕΛΑΣ στα Πετράλωνα. Με την ίδρυση της ΕΠΟΝ πέρασε ως οργανωτικό στέλεχός της για την ανάπτυξη μαζικού νεολαιίστικου κινήματος, παίρνοντας μέρος ως νεολαίος στο γραφείο της ΚΟΒ του ΚΚΕ στα Πετράλωνα.

Τον Δεκέμβρη του 1944 ανέλαβε την οργάνωση της ΕΠΟΝ στα Πετράλωνα ως Α' γραμματέας και ταυτόχρονα ως διμοιρίτης της διμοιρίας Επονοελασιτών στα Πετράλωνα.

Τον Μάρτιο του 1949 συνελήφθη από την ασφάλεια, βασανίστηκε επί 31 ημέρες στα υπόγεια της ασφάλειας στον Πειραιά, φυλακίστηκε στα Βούρλα, ακολούθησε η μεταγωγή του στην Μακρόνησο και η παραπομπή του στο έκτακτο στρατοδικείο του Πειραιά, όπου, τον Ιούλιο του 1949, καταδικάστηκε, αρχικά σε θάνατο, και στη συνέχεια η ποινή του μετετράπη σε εικοσαετή κάθειρξη. Με το πραξικόπημα του 1967 συνελήφθη και εκτοπίστηκε στη Γυάρο και τη Λέρο.

Ήταν υποψήφιος βουλευτής της ΕΔΑ, υπήρξε δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων για σειρά ετών, υποψήφιος βουλευτής του ΚΚΕ, ενεργός μέλος του αγώνα για τα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, μέλος του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι το τέλος της ζωής του, από τις γραμμές της Οργάνωσης Άνω Πετραλώνων-Θησείου.

Τα πιο θερμά συλλυπητήρια στην οικογένεια και τους οικείους του εκφράζει με ανακοίνωσή του ο ΣΥΡΙΖΑ.
 

Η τελευταία του συνέντευξη στην Εφ.Συν.

Στη συνέντευξη, που δημοσιεύτηκε στις 23.2.2018 στις Νησίδες, μιλάει στη Ντίνα Ιωκειμίδου για τον σκληρό χειμώνα του 1941-42, την ίδρυση της ΕΠΟΝ, τον ματωμένο Δεκέμβρη αλλά και τη Μακρόνησο.

Καλότυχοι εκείνοι που δε γνώρισαν τον εαυτό τους / ανδρείοι εκείνοι που αποσιώπησαν την αθωότητά τους / μα ευλογημένοι αυτοί που τα δώσανε όλα κι ύστερα κοίταξαν έν’ άστρο σαν τη μόνη ανταπόδοση.
Τ. Λειβαδίτης


Σχεδόν πενήντα χρόνια βάσανα και διωγμοί... Κι όμως, 90 πλέον χρόνων, μας υποδέχεται στην πόρτα όρθιος και χαμογελαστός. Στητός και περήφανος, όπως στάθηκε σε όλη τη θυελλώδη ζωή του. Αμούστακο παιδί, μόλις 12 ετών μπαίνει με ορμή στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα ενάντια στους φασίστες κατακτητές.

Ορθιος και περήφανος στα Δεκεμβριανά, στη μάχη του Μακρυγιάννη· όρθιος στα στρατοδικεία, τότε που χαρακτηρίστηκε προδότης του έθνους· όρθιος στο κολαστήριο της Ασφάλειας του Πειραιά· όρθιος στη Μακρόνησο όπου μεταφέρθηκε το '49· όρθιος στη Γυάρο και τη Λέρο όπου τον έστειλε η δικτατορία των συνταγματαρχών.

Ορθιος και σήμερα, παρά τα 90 χρόνια της πολυτάραχης ζωής του, με μυαλό κοφτερό και βλέμμα καθάριο. «Στα όνειρά μου έρχονται ακόμη οι νεκροί συναγωνιστές, οι σύντροφοί μας. Ηταν ο ανθός της ελληνικής νεολαίας. Τους ονειρεύομαι μέχρι σήμερα».
Τα γαλανά του μάτια βουρκώνουν κάποιες στιγμές. «Δεν θα κουράζομαι να το λέω: χαμένοι αγώνες είναι μόνο αυτοί που δεν δόθηκαν ποτέ. Σέβομαι ολόψυχα τους αγωνιστές. Και δεν μετανιώνω για τίποτα. Χάραξα τον δρόμο μου με τα “πιστεύω” μου. Υπηρέτησα το δίκαιο του φτωχού ανθρώπου».

Ο Αλέξανδρος Μιχαλόπουλος υπήρξε και παραμένει στην ψυχή ΕΠΟΝίτης. Παραμένει ο «Φοίβος», όπως ήταν το ψευδώνυμό του στην οργάνωση. Ενας από τους 600.000 νέους και νέες που έγραψαν λαμπρές σελίδες δόξας και ηρωισμού στον αγώνα ενάντια στους φασίστες κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους.

Στο πλευρό του πάντα η ΕΠΟΝίτισσα σύζυγός του Στέλλα Τσικνή. Στις αποτρόπαιες μέρες της Μακρονήσου η κυρία Στέλλα ήταν έγκυος στο πρώτο τους παιδί. Κι όμως, δεν λύγισε: ποτέ μα ποτέ δεν του ζήτησε να υπογράψει δήλωση. Ούτε μια στιγμή δεν της πέρασε από το μυαλό. «Να προσέχεις τον εαυτό σου. Σε περιμένουμε. Εγώ και το μωρό μας που θα γεννηθεί. Να προσέχεις....» του έγραφε.

Από πού θα πιάσουμε το νήμα, κύριε Αλέξανδρε;

«Από το 1940 ή, μάλλον, λίγο νωρίτερα. Ημουν παιδί ευκατάστατης οικογένειας και μάλλον καλοαναθρεμμένος. Η καταγωγή των γονιών μου ήταν από την ορεινή Κορινθία. Ο πατέρας μου είχε χασάπικο στην οδό Θεμιστοκλέους. Μέναμε στα Πετράλωνα. Οχι, δεν ήταν αριστεροί· δεξιοί ήταν. Ομως έντιμοι άνθρωποι. Μικρός επισκεπτόμουν το μαγαζί του μπάρμπα μου που ήταν τσαγκάρης. Οι τσαγκαράδες εκεί ενδιαφέρονταν πολύ για τον ισπανικό εμφύλιο. Μου προκάλεσαν τεράστια εντύπωση όλα αυτά, με συγκλόνισαν οι Διεθνείς Ταξιαρχίες και η μάχη για τη δημοκρατία. Τότε, ήταν υποχρεωτικό να εγγραφείς στην ΕΟΝ, τη νεολαία του Μεταξά. Ο εκκλησιασμός, το κατηχητικό και η ΕΟΝ ήταν υποχρεωτικά. Αρνήθηκα κατηγορηματικά να ενταχθώ στην ΕΟΝ προκαλώντας μπελάδες στον πατέρα μου. Το Γυμνάσιο από το 1938 ήταν οκτατάξιο. Εγώ πήγαινα στο Α' Πρότυπο της Πλάκας.

Το 1940 είμαι δώδεκα ετών. Ξεσπά ο πόλεμος. Βγήκαμε στους δρόμους. Μεγάλωσα απότομα. Τα χρόνια της ανεμελιάς είχαν πλέον περάσει ανεπιστρεπτί. Στη συνέχεια το μέτωπο καταρρέει. Ομως εμείς δεν αναγνωρίσαμε την ήττα. Είμαι δώδεκα χρόνων και δεν με χωράει ο τόπος. Στις 6 Απρίλη του 1941 οι Γερμανοί καταλαμβάνουν τη χώρα. Την ίδια χρονιά ένας παλιός συμμαθητής μου, ο Μίμης ο Λιβιεράτος (σ.σ.: τροτσκιστής, συγγραφέας, ιστορικός, συμμετείχε στο ΕΑΜ και στην αντίσταση, εξορίστηκε στη Μακρόνησο. Το 1974 συμμετείχε στο Ε.Γ. του ΠΑΣΟΚ από το οποίο αποχώρησε το 1978), καλεί εμένα και άλλους δύο, έναν γιο ιχθυέμπορου και έναν γιο καλτσοβιομήχανου, και μας ρωτά: “Λοιπόν, πώς θα αντισταθούμε;” Καταλυτικό ρόλο ως προς τον χαρακτήρα της λαϊκής πάλης διαδραμάτισε το πρώτο ιστορικό γράμμα, στις 31 Οκτώβρη 1940, του Ν. Ζαχαριάδη, γ.γ. του ΚΚΕ. Το “ανοιχτό γράμμα προς τον ελληνικό λαό”, με το οποίο κάλεσε από τα κρατητήρια της Κρατικής Ασφάλειας τον λαό να αντιπαλέψει με το όπλο στο χέρι τούς κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους.

»Καλά, η αστική τάξη της Ελλάδας φρόντισε να φύγει για τη Μέση Ανατολή, ενώ ένα τμήμα της έμεινε στη χώρα συνάπτοντας σχέσεις με τους Γερμανούς. Περιορισμένος δε ήταν ο αριθμός των προσώπων της άρχουσας τάξης που έδρασαν στην απελευθερωτική πάλη. Οταν τα στρατεύματα της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας κατέκτησαν την Ελλάδα και οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα, στις 27 Απρίλη 1941, οι κομμουνιστές που δραπέτευσαν από τους τόπους εξορίας, όπου τους κρατούσε η κυβέρνηση Μεταξά, καθώς και άλλοι που δρούσαν στην παρανομία έσπευσαν να ανασυγκροτήσουν το ΚΚΕ και να οργανώσουν την αντίσταση κατά των κατακτητών.
»Σε αυτή τη συνάντηση, λοιπόν, με τον Μίμη Λιβιεράτο αποφασίζουμε ότι πρέπει να δράσουμε πρώτα πρώτα μέσα στα σχολεία, με τη διοργάνωση συσσιτίων, να βοηθήσουμε να μην καμφθεί το φρόνιμα του λαού, να βγούμε προς τα έξω με προκηρύξεις και συνθήματα στους τοίχους. Βγάζει ένα μάτσο με προκηρύξεις με το σφυροδρέπανο επάνω. Τις πήρα εγώ. Το πρώτο βράδυ που βγήκα να τις πετάξω με πυροβόλησε ένας αρχιφύλακας. Τυχερός ήμουν, πέρασε ξυστά. Αισθάνθηκα ότι έκανα κάτι εξαιρετικά σημαντικό...»

Ο σκληρός χειμώνας του 1941-42

Οι νεκροί του λιμού της Αθήνας, κυρίως, του φοβερού εκείνου χειμώνα του 1941-42, υπολογίζονται σε 250-300 χιλιάδες, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτούς και τα θύματα από αρρώστιες, όπως φυματίωση, εξανθηματικός τύφος, ελονοσία.

«Πηγαίνω πλέον στο 12ο Γυμνάσιο των Πετραλώνων. Μου αναθέτουν τη διοργάνωση των συσσιτίων. Μέσα στα σχολεία γινόταν η διανομή». Οπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Δημήτρης Λιβιεράτος στο κείμενό του «Τα Πετράλωνα Κάποτε», «ο πρώτος καιρός πέρασε κάπως πιο εύκολα. Τα δύσκολα άρχισαν όταν μπήκαμε στο φθινόπωρο του '41. Αρχιζε η μεγάλη πείνα. Το πρώτο καθήκον ήταν η επιβίωση. Επρεπε να μπούμε επικεφαλής των συμμαθητών και να ζητήσουμε με κάθε τρόπο συσσίτια για να ζήσουμε. Μπορώ να πω ότι από την παρέα των Πετραλωνιτών σχεδόν όλοι πέρασαν μαζί μας και βοηθήσανε...»

«Τον τρομερό χειμώνα του 1941-42, ο κόσμος πέθαινε», συνεχίζει ξετυλίγοντας το νήμα ο κ. Αλέξανδρος. «Η μεσαία τάξη εξαφανίστηκε. Πουλάγανε ό,τι είχαν και δεν είχαν για να επιβιώσουν. Με τα κάρα αδειάζανε τους νεκρούς στους λάκκους. Το 1942 με συλλαμβάνουν για πρώτη φορά, όπως και τον πατέρα μου, γιατί την ημέρα της 25ης Μαρτίου κάναμε αποχή από το σχολείο. Ο λαός ήταν απροετοίμαστος για αυτή τη λαίλαπα. Η αστική τάξη στην πλειονότητά της βολεύτηκε με τον τρόπο της. Προδότες και ρουφιάνοι υπήρχαν παντού. Οργανωθήκαμε και η νεολαία μπήκε μπροστά. Ατρόμητοι, γενναίοι. Πρωτοπόροι οι κομμουνιστές....»

Σε λίγο άρχιζε το 1943, γράφει ο Δημήτρης Λιβιεράτος. «Πήρα σύνδεση και άρχισα αμέσως. Τους πρώτους που συνάντησα από τη νεολαία ήταν ο Θύμιος Μαυρής, ο Βαγγέλης Παπαφώτης. Ηδη είχαν αναπτύξει μια αξιόλογη δουλειά στη νεολαία και πολλοί έπαιρναν μέρος στις συγκεντρώσεις των ομάδων. Στη συνέχεια δουλέψαμε με τους Οικονόμου, Μίμη Βελίνη, Γιώργο Κουτουλάκη, Αλέκο Μιχαλόπουλο, Κώστα Μητσούρα, Σωκράτη Παπαδόπουλο, Πέτρο Φραγκούλη και πολλούς πολλούς άλλους. Να προσθέσω ακόμα τον Νίκο Οικονόμου, παιδί τότε που μας βοηθούσε να έχουμε πάντα τα υλικά για τα γραψίματα. Μάζευε κοκκινόχωμα από τη Δημοφώντος, σκάβοντας τον λόφο, και εξασφάλιζε πάντα το απαραίτητο υλικό. Από την οργάνωση των μεγάλων θυμάμαι ότι συνεργαστήκαμε πολύ καλά με τον Χρήστο Οικονόμου που ήταν επικεφαλής. Ωραίος, ευγενής άνθρωπος, που είχε ιδιαίτερο, δικό του τρόπο να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες εκείνης της εποχής... Η αγριότητα των δυνάμεων κατοχής αλλά και των ντόπιων συνεργατών τους έμειναν στην ιστορία. Το σπίτι της οικογένειας Οικονόμου είχε γίνει τότε ένα σπουδαίο κέντρο της αντίστασης. Βρίσκεται ακόμα, ανακαινισμένο και με την ομώνυμη ταβέρνα στη γωνία Τρώων και Κυδαντιδών».”

Ιδρυση της ΕΠΟΝ

«Στις 23 Φλεβάρη του 1943 ιδρύεται η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων. Και βασικοί σκοποί της είναι...» Στο σημείο αυτό ο κ. Αλέξανδρος σκύβει στην Ιδρυτική διακήρυξη της ΕΠΟΝ και διαβάζει με σεβασμό: «Η εθνική απελευθέρωση, η εξόντωση του φασισμού τώρα και στο μέλλον και με οποιαδήποτε μορφή και αν παρουσιαστεί, η υπεράσπιση της ειρήνης και η καταπολέμηση των ιμπεριαλιστικών πολέμων, αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας, η υπεράσπιση των οικονομικών, πολιτικών και μορφωτικών δικαιωμάτων της νέας γενιάς. Με πράσινη μπογιά που πήραμε, λοιπόν, αρχίσαμε να γράφουμε συνθήματα στους τοίχους φτάνοντας μέχρι την Ομόνοια. Αναγγείλαμε με αυτόν τον τρόπο την ίδρυση της ΕΠΟΝ. Αποφασίστηκε ότι θα μπούμε στις εκκλησίες να μιλήσουμε γι' αυτό. Μπήκαμε στην εκκλησία των Τριών Ιεραρχών εδώ, στα Πετράλωνα. Οι σύντροφοί μου με σήκωσαν στους ώμους τους και ανακοίνωσα στο χριστεπώνυμο πλήθος την ίδρυση της ΕΠΟΝ. Ηταν μια μέρα γιορτής... Επρεπε, όπως και έγινε, να οργανωθούμε στο αντάρτικο, οι σπουδάζουσες, υπό μία ενιαία κατεύθυνση. Να σηκώσουμε το βάρος της αντίστασης, της απελευθέρωσης, της εμβάθυνσης της πολιτικής σκέψης, της μόρφωσης, με το όπλο στο χέρι και το τραγούδι στο στόμα. Στην πρώτη πανελλαδική συνδιάσκεψη του ΕΑΜ συμμετείχε και η ΕΠΟΝ».

Το καμάρι του λαού

«ΕΠΟΝ, ΕΠΟΝ, είσαι ο εχθρός των φασιστών,
άξια γενιά των δουλευτών,
καμάρι του λαού ΕΠΟΝ»

«Το καμάρι του λαού ήταν η ΕΠΟΝ. Με το ντουφέκι και με τον ζουρνά. Το να είσαι ΕΠΟΝίτης και ΕΠΟΝίτισσα σήμαινε ότι είσαι ο σαλταδόρος, ο τροφοδότης, ο διοργανωτής των μαζικών διαδηλώσεων, μπροστάρης στις απεργίες και στα σαμποτάζ, στη δημιουργία πολιτιστικών μορφωτικών λεσχών. Ο ΕΠΙΝίτης έκανε τα πάντα. Στα Πετράλωνα είχαμε 65 μέλη της ΕΠΟΝ που στη συνέχεια έφτασαν τα 180. Εδώ ήταν προκεχωρημένο φυλάκιο. Οι χίτες ήταν στο Θησείο, δίπλα μας η Ναυτική Σχολή όπου ήταν οι Ιταλοί και οι Γερμανοί στη συνέχεια, ενώ οι εφεδρείες μας ήταν στις Τζιτζιφιές και στη Νέα Σμύρνη. Στην αρχή ήμουν β' γραμματέας της Οργάνωσης και έπειτα πρώτος. Θυμάμαι μια φορά που με έστειλαν στη Μασσαλίας, όπου υπήρχαν κάτι στέρνες με φορμόλη, για να αναγνωρίσουμε τους νεκρούς. Το θυμάμαι ακόμη και ανατριχιάζω. Εκανες τα πάντα και έπαιζες κάθε δευτερόλεπτο τη ζωή σου. Το 1943 η κατάσταση σκληραίνει ακόμη πιο πολύ.

Δύο Ιταλοί αυτομόλησαν στον ΕΛΑΣ και μάχονταν μαζί μας. Κρύβαμε και κάποιους Εβραίους. Θυμάμαι τώρα έναν Ακροναυπλιώτη, Κεφαλλονίτη, τον Γεράσιμο. Η φυλακή τού προκάλεσε ανήκεστο βλάβη. Ηταν φυματικός και πολύ άρρωστος. Εγώ του πήγαινα κάθε μέρα φαγητό. Πήγαινα αλαφιασμένος και γεμάτος άγχος καθώς τα καθήκοντά μου ήταν πολλά. Η ηρεμία αυτού του ανθρώπου ήταν απίστευτη. Μια μέρα, λοιπόν, που του πήγα το φαγητό του, μου λέει: “Κάτσε λίγο να σου πω. Σε βλέπω πώς λειτουργείς. Αυτό είναι αρνητικό για ό,τι έχεις επωμιστεί. Σε όλη σου τη ζωή να υπολογίζεις την επόμενή σου ώρα σαν να είναι η τελευταία σου. Να συγκεντρώνεις τις σκέψεις σου και να δρας με ψυχραιμία”. Αυτές τις κουβέντες δεν τις ξέχασα ποτέ. Την κρίσιμη ώρα, την κρίσιμη στιγμή, διαθέτω μια ολύμπια ηρεμία. Την κουβέντα αυτή του μπάρμπα Γεράσιμου, που πέθανε στην κατοχή, δεν την ξέχασα ποτέ...»

Οι μεγάλες διαδηλώσεις

«Θυμάμαι τις δύο μεγάλες διαδηλώσεις. Αυτή κατά της πολιτικής επιστράτευσης και κατά των Βουλγάρων το 1943. Τον Μάρτιο του '43 γίνεται η διαδήλωση εκατοντάδων χιλιάδων λαού, στην Αθήνα, ενάντια στην πολιτική επιστράτευση. Διαδήλωση που στέφθηκε με ολοκληρωτική επιτυχία υποχρεώνοντας τον Χίτλερ σε αναδίπλωση. Οπως και αυτή το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς ενάντια στην κάθοδο των Βουλγάρων. Από αυτόν τον καθημαγμένο λαό δημιουργήθηκε ένα από τα πιο ηρωικά κινήματα. Εβλεπες στις διαδηλώσεις ανθρώπους με κομμένα πόδια να συμμετέχουν... Θυμάμαι στη διαδήλωση μια κοπελίτσα αδύνατη να χτυπά με το παπούτσι της έναν Γερμανό στο πρόσωπο. Την πυροβόλησαν... Απίστευτο σθένος, απροσμέτρητο πάθος για ελευθερία. Εκείνη την ημέρα που έγινε η διαδήλωση για την πολιτική επιστράτευση, οι Ιταλοί κατέβηκαν με τα άλογά τους για να μας τρομοκρατήσουν. Εμείς όμως είχαμε πάρει γράσο και το είχαμε σκορπίσει και όπως φτάνουν στα Χαυτεία αλλού βρέθηκαν τα άλογα αλλού οι Ιταλοί. Στη δεύτερη διαδήλωση κατά των Βουλγάρων, οι Γερμανοί κατέβηκαν με τα πολυβόλα. Ημασταν στην Πανεπιστημίου, και κόβουμε από τα στενά. Στην οδό Σίνα σύρθηκα και έπεσα μέσα από το παραθυράκι σε ένα υπόγειο. Η μοίρα το έφερε την ημέρα της απελευθέρωσης να ξαναβρεθώ στο ίδιο σημείο».

Το πορνείο της οδού Γραβιάς

«Το καλοκαίρι του 1944, στην οδό Τρώων και Ιώνων όπου ήταν το σπίτι μας, κοιμόμασταν στην ταράτσα. Φτάνει ένα γερμανικό καμιόνι από το οποίο βγήκαν καταδότες. Πιάνουν τον γιο του κουμπάρου μας, πιάνουν τον Γκικάκι, συλλαμβάνουν την Ευαγγελία Ράπτη και τους πάνε στο Χαϊδάρι. Η μάνα μου με σκουντάει και πηδάω από την ταράτσα. Οι Γερμανοί βρίσκονται ήδη στην είσοδο του σπιτιού μας. Καταφεύγω στον λόφο του Φιλοπάππου. Συνέλαβαν και τον Γιώργο Κουτουλάκη, τον οποίο επιχείρησαν να απαγχονίσουν στο Πικέρμι. Το σχοινί όμως χαλάρωσε και προσπάθησε να διαφύγει. Δεν τα κατάφερε, οι ταγματασφαλίτες τον πυροβόλησαν.
»Στο τάγμα Κέντρου του εφεδρικού ΕΛΑΣ καθοδηγητής μου ήταν ο Αξελός. Στην οδό Γραβιάς υπήρχε ένα πορνείο και κάποιες από τις κοπέλες που δούλευαν σ' αυτό μάς βοηθούσαν. Κορίτσια μάλαμα ήταν. Να τις έσφαζαν, κουβέντα δεν θα έλεγαν. Εκεί λοιπόν, στο πορνείο, βρήκα καταφύγιο».”

Η υποστολή της γερμανικής σημαίας

«Στις 12 Οκτωβρίου του '44 μαθαίνουμε ότι οι Γερμανοί τα μαζεύουν και φεύγουν. Εμείς έπρεπε να πιάσουμε ορισμένα σημεία. Η εντολή που έλαβα ήταν κατά τις 3 με 4 το πρωί να κατευθυνθώ στην οδό Σίνα, στο κτίριο ενός συνεταιρισμού. Οι Γερμανοί πράγματι κατά τις 8.30 το πρωί με τις μοτοσικλέτες τους άρχισαν να περνούν. Ανέβηκαν στον Ιερό Βράχο και υπέστειλαν τη γερμανική σημαία. Από το σημείο όπου ήμουν τους είδα. Ηταν το ίδιο σημείο όπου είχα βρεθεί προσπαθώντας να διαφύγω από τα οπλοπολυβόλα τους τότε, στη μεγάλη διαδήλωση. Παίρνω στη συνέχεια φύλλο πορείας για το 6ο Σύνταγμα της Κορίνθου. Καθ' οδόν, όμως, η εντολή αλλάζει: “Επιστρέφεις Πετράλωνα και αναλαμβάνεις πρώτος γραμματέας”. Φτάνουμε στη Γραβιάς και τι βλέπουμε; Στο πορνείο είχαν πλακώσει Εγγλέζοι και Νεοζηλανδοί. Βρε, τι γίνεται εδώ;»

Ο ματωμένος Δεκέμβρης

«Η ανησυχία μας ήταν μεγάλη. Θα αφοπλιστεί ο ΕΛΑΣ; Τι θα γίνει; Την πρώτη Δεκέμβρη του 1944 η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου -και κατόπιν συμφωνίας του Βρετανού αντιστράτηγου Ρ. Σκόμπι- διατάσσει τον αφοπλισμό και τη διάλυση του ΕΛΑΣ. Στις 3 Δεκέμβρη διοργανώνεται παλλαϊκή συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην πλατεία Συντάγματος και γενική απεργία στις 4 Δεκέμβρη. Το συλλαλητήριο ήταν μαζικό και ειρηνικό. Χιλιάδες συρρέουν με σημαίες και λάβαρα από τις συνοικίες προς το κέντρο της πρωτεύουσας. Οι αστυνομικοί που είχαν ακροβολιστεί στα γύρω κτίρια ανοίγουν πυρ εν ψυχρώ κατά των διαδηλωτών. Επί μιάμιση ώρα η αστυνομία πυροβολούσε, ο τόπος γέμισε νεκρούς και τραυματίες. Οπως φόραγα το παλτό του παππού μου, τρεις σφαίρες πέρασαν από μέσα. Σήκωνα με τα χέρια μου τους νεκρούς. Τα χέρια μου είχαν γεμίσει αίματα» λέει ο κ. Αλέξανδρος και τα μάτια του θολώνουν.

Στις 4 Δεκεμβρίου, στην κηδεία των θυμάτων διαδηλώνουν και πάλι χιλιάδες άνθρωποι. Και νέα επίθεση εκδηλώνεται και άλλοι νεκροί. Το ίδιο απόγευμα οι αντάρτες του ΕΛΑΣ καταλαμβάνουν σχεδόν όλα τα αστυνομικά τμήματα σε Αθήνα και Πειραιά.

«Εμείς καταλάβαμε τη Ναυτική Σχολή που την είχαν οι Γερμανοί και οι χίτες. Εχω τη διμοιρία της ΕΠΟΝ-ΕΛΑΣ, ενώ έρχεται για ενίσχυση το ενδέκατο Σύνταγμα Τριπόλεως, το οποίο στρατοπέδευσε στο Γυμνάσιο επί της Τριών Ιεραρχών. Είμαι σύνδεσμος. Οι μάχες που δίνονται στον λόφο του Φιλοπάππου είναι σφοδρές. Το αγγλικό πυροβολικό έχει ταμπουρωθεί στην Ακρόπολη. Το βράδυ κάναμε επίθεση, μόλις όμως ξημέρωνε μας την έπεφταν. Οι εντολές δε που είχαμε ήταν να προσέχουμε την Ακρόπολη. Να προσέχουμε τον Ιερό Βράχο. Οι επιχειρήσεις συνεχίζονται, όμως δεν τα καταφέραμε. Αρχίζουμε να οπισθοχωρούμε. Φτάνουμε στην Κωνσταντινουπόλεως, εκεί οι γραμμές του τρένου είχαν ναρκοθετηθεί. Θέλουμε να ειδοποιήσουμε τους δικούς μας ότι οι γραμμές έχουν νάρκες. Αχιλλέως και Κωνσταντινουπόλεως υπήρχε ένα αντιαρματικό του ΕΛΑΣ. Εκανε φοβερό κρύο και εγώ ψηνόμουν στον πυρετό. Ερχεται ένα τανκς, εκτοξεύουμε μολότοφ, κόβουμε την ερπύστρια.

Ομως ερχόταν και ένα δεύτερο από πίσω. Το κανόνι στρέφεται προς το αντιαρματικό μας. Πέντε αντάρτες του ΕΛΑΣ σκοτώνονται. Οπισθοχωρούμε και φτάνουμε στην Αλκαμένους, στην έδρα του τάγματος. Την ημέρα των Χριστουγέννων ο Τσόρτσιλ έχει καταφτάσει στην Αθήνα και μαθαίνουμε ότι προτείνει ανακωχή. Τα αεροπλάνα τους έχουν ήδη σκιάσει τον αττικό ουρανό. Η οπισθοχώρηση συνεχίζεται. Οπισθοχωρούμε αντάρτες, ΕΠΟΝίτες. Εγώ παραπαίω και πέφτω κάπου στη Λιοσίων. Ψήνομαι στον πυρετό. Η μάνα μου όμως με ψάχνει. Και με εντοπίζει. Κρύβομαι σε σπίτια συγγενών. Οι ασφαλίτες με ψάχνουν και ως εκ θαύματος γλιτώνω για ακόμη μία φορά. Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας βγαίνω για να πάω στο σχολείο. Οι χίτες με περιλαμβάνουν και με κάνουν μαύρο στο ξύλο. Είμαι ο Φοίβος και είμαι 16 χρονών».

Εκείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι

«Τη γυναίκα μου τη Στέλλα, την ΕΠΟΝίτισσα, την γνώρισα στα τέλη του 1945. Στις 2 Ιανουαρίου του 1949 έχω κλείσει τα 21 μου χρόνια και έχω πια ενηλικιωθεί. Επομένως μπορώ να την παντρευτώ. Η παράνομη δράση μου συνεχίζεται. Στις 18 Μαρτίου του '49 με συλλαμβάνουν τα ξημερώματα. Εκατό αστυνομικοί έχουν δημιουργήσει φραγμό και από τις δύο πλευρές. Με οδηγούν στην Ασφάλεια του Πειραιά όπου μένω 31 ημέρες στην απομόνωση. Με νερό στα πόδια μου και χωρίς φως. Με μεταφέρουν στα Βούρλα και από εκεί στη Μακρόνησο. Εκείνο που παρακάλαγες να μην ακούς ήταν τα ουρλιαχτά αυτών που βασανίζονταν... Αυτό που δεν άντεχες ήταν οι ψυχολογικοί εκβιασμοί... Ηταν ένα κάθαρμα αρχιμανδρίτης, δεν θυμάμαι το όνομα του καθικιού, που και αυτός μας χτυπούσε... Πέρασα στρατοδικείο. Την προηγούμενη μέρα είχαν καταδικαστεί σε θάνατο από την ίδια σύνθεση του στρατοδικείου 16 μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου της ΕΠΟΝ. Ευτυχώς η απόφαση ουδέποτε εκτελέστηκε. Εκείνο το βράδυ αγκαλιαστήκαμε και τραγουδήσαμε όλοι μαζί. Την άλλη μέρα ο πρόεδρος με ρωτάει: “Τι λέτε για την Μακεδονία;”

“Οτι είμαστε πατριώτες” απαντώ. Στην αγόρευσή του ο εισαγγελέας είπε: “Αξιότιμοι κύριοι Στρατοδίκες, μην παρασύρεστε από την αγγελική μορφή του κατηγορουμένου. Μπροστά σας έχετε τη Λερναία Υδρα που ονομάζεται Μιχαλόπουλος”. Ε, δεν άντεξα, έβαλα τα γέλια. “Λίγες είναι οι ώρες σου, Μιχαλόπουλε” ήρθε η απάντηση. Ομως ο “πατριώτης” πρόεδρος Μαχαίρας χρηματιζόταν. Με 300 λίρες που συγκέντρωσε ο πατέρας και ο πεθερός μου γλίτωσα τη θανατική καταδίκη. Επί Πλαστήρα δόθηκε αμνηστία. Με το που βγήκα με βούτηξαν για τον στρατό. Στη δικτατορία κρυβόμουν επί μία εβδομάδα. Με συνέλαβαν και βρέθηκα στη Λέρο και στη Γυάρο. Οχι, δεν μετανιώνω για τίποτα. Ο άνθρωπος μέσα στο καμίνι της ζωής αλλάζει. Βλέπω τα παιδιά των Παλαιστινίων με τις σφεντόνες και τα όπλα. Και τους καταλαβαίνω. Κατανοώ ποια είναι αυτή η κινητήρια δύναμη που σε κάνει να υπερβαίνεις τα όριά σου. Δώδεκα χρόνων ήμουν κι εγώ όταν μπήκα με ορμή στη μάχη για την αξιοπρέπεια αυτού του τόπου και αυτού του λαού. Ναι, στα όνειρά μου έρχονται συχνά οι νεκροί σύντροφοί μου και συναγωνιστές μου».

Θα σε θέλω και στη φυλακή και στην εξορία

Στα προσφυγικά των Πετραλώνων μεγαλώνει η κυρία Στέλλα. Οι γονείς της, τέκνα προσφύγων από τη Μικρά Ασία, γνωρίστηκαν στην Αθήνα. Το 1943, σε ηλικία 13 ετών, πάει με μια φίλη της να γράψει συνθήματα στους τοίχους. Ενα γερμανικό όχημα τους κόβει τη χολή και τρέπονται σε φυγή. «“Πατέρα”, ρώτησα μια ημέρα τον πατέρα μου, “δεν υπάρχει ένα κράτος στον κόσμο που ο κόσμος να μην έχει χωριστεί σε πλούσιους και φτωχούς; Δεν υπάρχει ένα κράτος που να μην πεινάνε οι άνθρωποι;” “Υπάρχει, παιδί μου, αλλά είναι πολύ μακριά” μου απάντησε. Γράφτηκα στην ΕΠΟΝ. Οι πρόσφυγες ήταν προοδευτικοί άνθρωποι. Στο σπίτι μας άρχισαν οι μαζώξεις των ΕΠΟΝιτών. Ενα βράδυ προς τα τέλη του 1945 εμφανίστηκε και ο Αλέκος. Μου ζήτησε ένα ποτήρι νερό και η καρδιά μου πήγε να σπάσει στο στήθος μου. Κάποια ημέρα έρχεται από τα γραφεία της ΕΠΟΝ στη Σταδίου ένας σύντροφος. “Στέλλα, ο Αλέκος θέλει να σου μιλήσει”. Πάμε βόλτα, εγώ, ο σύντροφος μας και ο Αλέκος, ο οποίος είχε καταπιεί το αμίλητο νερό. “Τι θα γίνει, ρε Αλέκο;” ρωτάει ο σύντροφος. “Εγώ θα κάνω την εξομολόγηση”; “Στέλλα, σ αγαπάω, όμως οι γονείς μου επειδή είσαι φτωχή μπορεί να μη σε θέλουν. Επίσης μπορεί να είμαι φυλακή ή εξορία. Θα με θέλεις;” “Θα σε θέλω” του απάντησα. Τον Ιανουάριο του 1949 παντρευτήκαμε. Τον Μάρτιο τον συνέλαβαν και ύστερα από λίγο καιρό βρέθηκε στη Μακρόνησο. Εγώ ήμουν έγκυος στο πρώτο μας παιδί. Με καρτέλες αλληλογραφούσαμε: “Να προσέχεις, σε περιμένουμε. Το ξέρω, θα κάνω κόρη”. “Είμαι καλά, μην ανησυχείτε. Να προσέχεις την μπέμπα μας”. Οχι, ποτέ δεν του είπα να υπογράψει δήλωση. Ποτέ. Στη δικτατορία, πάλι τα ίδια. Επί μία εβδομάδα κρυβόταν. Δεν τον έβρισκαν και συνέλαβαν τον γιο μου, τον Τζίμη. Δεκαέξι ετών παλικαράκι ήταν. Οταν επέστρεψε στο σπίτι ρώτησα: τι σου έκαναν, παιδί μου; “Τίποτα, μάνα” απάντησε. Τελικά συνέλαβαν τον Αλέκο. Η Ασφάλεια ερχόταν κάθε τρεις και λίγο στο σπίτι. Η μικρή μου κόρη, η Μπούλικα, τους φώναζε: “Αφήστε ήσυχο τον πατέρα μου”».

Η ώρα είναι πια περασμένη. Η πόρτα κλείνει απαλά πίσω μου. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με τον Μ. Λουντέμη. Οταν ενώπιον του στρατοδικείου, αφού διαβάστηκε το κατηγορητήριο, ερωτήθηκε από τον πρόεδρο περί της ενοχής του, αυτός απάντησε: «Ναι, είμαι ένοχος. Οχι όμως γι' αυτά που έγραψα, αλλά γι' αυτά που δεν έγραψα και ακριβώς γιατί δεν τα έγραψα. Κατηγορούμαι ότι έγραψα για τους απλούς ανθρώπους, για τους ανθρώπους του μόχθου, για τους φτωχούς. Μα για ποιους έπρεπε να γράψω; Εγώ αυτούς γνώρισα, αυτούς αγάπησα, μαζί τους μοιράστηκα και τις χαρές και τις πίκρες μου. Δίπλα τους γεύτηκα κι εγώ την πίκρα της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας και ήταν οι μόνοι που μου συμπαραστάθηκαν. Γι' αυτό και αισθάνομαι φταίχτης που δεν έγραψα όσα έπρεπε να γράψω γι' αυτούς». Ο Φοίβος -κατά κόσμον Αλέξανδρος- και η Στέλλα δεν αμφέβαλλαν ούτε στιγμή.

Μα για ποιους θα έπρεπε να αγωνιστούν; Για τους ανθρώπους του μόχθου, για τους φτωχούς. Αυτούς γνώρισαν, αυτούς αγάπησαν. Αυτούς υπηρέτησαν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους. Η ώρα είναι περασμένη. Η ταβέρνα του Οικονόμου στην Τρώων είναι φωτισμένη. Αυτό το σπουδαίο κέντρο της αντίστασης...

 

 

ΝΗΣΙΔΕΣ
Να γίνει μνημείο η Μακρόνησος
Εχουν ειπωθεί τόσα πολλά για εκείνον τον ξερότοπο πέρα από το Λαύριο, που πιθανώς έστω και μία κουβέντα παραπάνω να μην έχει καμία ουσία και σημασία, με την έννοια εκείνης της ουσιαστικής λύσης που θα κάνει...
Να γίνει μνημείο η Μακρόνησος
ΝΗΣΙΔΕΣ
Η μνήμη δεν εκτοπίζεται από τη Μακρόνησο
Η Μακρόνησος. Ενας χώρος που θυμίζει έντονα και με κατάμαυρα γράμματα τα βασανιστήρια των νικητών στους ηττημένους. Τη βαναυσότητα και την επίδειξη δύναμης σε ανθρώπους που πίστεψαν σε κάτι. Δίνοντας ακόμη και...
Η μνήμη δεν εκτοπίζεται από τη Μακρόνησο
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Επίσκεψη - εκδήλωση στη μαρτυρική Μακρόνησο
Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια από την ίδρυση του ΚΚΕ, οργανώνεται, την Κυριακή 14 Οκτώβρη, επίσκεψη στο μαρτυρικό νησί της Μακρονήσου, 70 χρόνια από τη μεγάλη σφαγή στο Α' ΕΤΟ, το 1948, και να...
Επίσκεψη - εκδήλωση στη μαρτυρική Μακρόνησο
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η Μακρόνησος ξαναγέμισε αριστερούς...
Πάνω από 2.200 άνθρωποι συμμετείχαν στην εκδρομή τιμής και μνήμης στη Μακρόνησο, που οργάνωσαν χτες οι εφημερίδες «Αυγή» και «Εποχή» και το περιοδικό «Σπούτνικ» της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ, με τη στήριξη των ΑΣΚΙ, του...
Η Μακρόνησος ξαναγέμισε αριστερούς...
ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
Συγκίνηση για τη Μακρόνησο
Περίπου 2.200 άνθρωποι επισκέφθηκαν τη Μακρόνησο στο πλαίσιο της περιήγησης τιμής και μνήμης στο μαρτυρικό νησί, που οργανώθηκε από τις εφημερίδες «Αυγή» και «Εποχή». Παρόντες υπουργοί, βουλευτές και στελέχη...
Συγκίνηση για τη Μακρόνησο
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Μάχη ιδεών, αξιών και... Ελληνικού για Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ
Στο πεδίο των ιδεών και των αξιών μεταφέρθηκε η αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση, ενώ παράλληλα η κόντρα επεκτάθηκε και στο θέμα της επένδυσης στο Ελληνικό.
Μάχη ιδεών, αξιών και... Ελληνικού για Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας