Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Μανούσακας Γιάννης: ελόγου μου ο αξεσκόλιστος

Φαράγγι Σαμαριάς

lightgear.gr

Μανούσακας Γιάννης: ελόγου μου ο αξεσκόλιστος

  • A-
  • A+

Η ζωή στο βουνό, του φυγόδικου αριστερού δημοκράτη αγωνιστή, συγγραφέα, Γιάννη Μανούσακα, μετά τον εμφύλιο στην Κρήτη. Όπως γράφει στο βιβλίο του « Ο φυγόδικος».

-Η «διδασκαλία» των ζώων σ` έναν φυγόδικο. Η ασφάλεια και η γνώση του βουνού. Η συμπαράσταση των ανθρώπων.

 -Ζύγωσα από πέτρα και κλαρί.

-Μια δύναμη ακατανίκητη, η δύναμη του νικημένου.

-Είδα τη δύση και την ανατολή μα το μυαλό μου δεν έπιασε αζιμούθιο.

-Από τη μυρουδιά του καπνού οδηγήθηκα.

-Ξέρω όθε κουνά χαλίκι.

-Το αυτί μου ν` ακούει την τρίχα σαν πέφτει κάτω.

- Η δίψα είναι ο τρόμος του φυγόδικου.

- Να `χω αποθέματα ατέλειωτα αισιοδοξίας κι ελπίδες άφθαρτες, νεύρα ατσαλένια, πέτρα καρδιά.

- Το βουνό το αγάπησα από την πρώτη στιγμή που το γνώρισα, μου φαίνεται πως είναι ολοζώντανο, κουβεντιάζω μαζί του.

-Με το βουνό, με τα δεντρά και με τα ζώα συντροφιά, μου είπε σε μια ολοήμερη εκδρομή στους Δελφούς το 1986, όταν τον ρώτησα πως περνούσαν οι δύσκολες μέρες και νύχτες της φυγοδικίας του.

Ακολουθούν αποσπάσματα, αυτούσια, από το βιβλίο του Γιάννη Μανούσακα « Ο φυγόδικος», εκδ. « Οδυσσέας», 1980. Στο τέλος κάθε αποσπάσματος σημειώνεται η σελίδα του βιβλίου όπου βρίσκεται το συγκεκριμένο εδάφιο.

Είχα την πρώτη ευθύνη του ένοπλου κινήματος και για ότι γίνηκε στην Κρήτη. Θέλω να μείνω στο χώμα που έμειναν οι πιο πολλοί από τους συνεργάτες και τους συντρόφους μου. σ. 165.

Σε μένα λογιάζω πως εχάρισε η μοίρα την άφταστη ευτυχία να βρω τόση πολλή δύναμη και πάθος, τόσο και έρωτα και αγάπη στη ζωή, να πιάσω το κοντύλι- ελόγου μου ο αξεσκόλιστος- και να ιστορήσω γραφτώς, τα όσα η γενιά η δική μου και η προτερινή και η κατοπινή πέρασε, σε βιβλίο πεντάτομο. Να τα πω έτσι όπως τα ένιωσε το μυαλό και τα αιστάνθηκε η ψυχή, από τη θέση του αγρότη δουλευτή και του προλετάριου της πόλης, που έλαχε τα χρόνια εκείνα της ζωής μου να βρεθώ, καθώς και τα κατοπινά, του πάθους και του ύψους, μιας επανάστασης που χάθηκε. σ.7. Η πρώτη παράγραφος του προλόγου.

Επί τριάντα χρόνια, κατοπινά, βρισκόμουνα στη φυλακή ή στην πολιτεία ή στο βουνό. Την πολιτεία την έμαθα να την βαδίζω και με την φυλακή δεν εξοικειώθηκα. Το βουνό το αγάπησα από την πρώτη στιγμή που το γνώρισα, μου φαίνεται πως είναι ολοζώντανο, κουβεντιάζω μαζί του, ξέρω κι αν μου δέσουν τα μάτια να βαδίσω. Γιάννη Μανούσακα, «Το χρονικό ενός αγώνα. Μετά την Ακροναυπλία», σ.48. εκδ. «Γνώση», Μαρτυρίες 11, Τρίτη έκδοση, Β΄ Τόμος.

..ανάβλυσε και φούντωσε μέσα από την ψυχή του κάθε μαχητή, ένας πρωτόγονος και πρωτοείδωτος φανατισμός, μια δύναμη ακατανίκητη, η δύναμη του νικημένου. σ.13.

Δείπνησα κείνα τα δώδεκα αυγά της Βιχτωρίας όταν ακόμης δεν είχε κατακάτσει ο κουρνιαχτός της μάχης που χάσαμε…( μιλά για την τελική μάχη του εμφύλιου στην Κρήτη στον φάραγγα της Σαμαριάς τον Ιούλιο του 1948) Κι ήτανε το πρώτο σημάδι πως δε θ` απομέναμε ολότελα αμοναχοί μας. Κι από το τόσο δα, μου φούντωσαν βουνά οι ελπίδες! Έφυγα με το «καλή τύχη» της Βιχτωρίας που λένε στους φυγόδικους οι Σφακιανές. Βάδισα κείνη τη νύχτα μέσα στο ζεστό σκοτάδι οχτώ ώρες, ως που έφτασα πάλι ψηλά στα χιόνια και κοιμήθηκα ανάμεσα σε δυο βράχια, άλλες δώδεκα. Ύστερα ξύπνησα κι ήμουνα ένας άλλος: ξεκούραγος( ξεκούραστος), δυνατός, αισιόδοξος!... Ήμουνα στ` αλήθεια ένας φυγόδικος,..σε τέτοια ύψη το βάρος χάνεται, ο ίδρωτας ρουφιέται τα` ανέμου. Δε βαδίζεις, τρέχεις, πετάς… Δυο μέρες δρόμος γίνεται μια. σ.14.

Βραδυάσματα πήρε το μάτι μου ένα χρώμα. Ήτανε ένας άνθρωπος. Μέσα στο κυάλι μου φάνηκε πένθιμος μαυροπουκαμισάτος. Σκέφτηκα μη και του `χομε φαγωμένο κανένα δικόνε του στη Σαμαριά*. Ζύγωσα από πέτρα και κλαρί. Είδα ότι μάζευε μαλοτύρα, ένα σόι τσάι του βουνού. σ.15.

*Σαμαριά, το γνωστό φαράγγι, Εθνικός Δρυμός,1962.Στο φάραγγα της Σαμαριάς δόθηκε η τελευταία μάχη του Εμφύλιου της Κρήτης.

..κατηφορίσαμε για το ονομαστό μιτάτο της Τρικουκιάς που βρίσκεται στα χίλια εξακόσια υψόμετρο,..όταν φτάσαμε στο μιτάτο* είχε κιόλας βραδυάσει κι ο,.. Σήφης, είχε τυροκομήσει ένα κεφάλι τυρί και τώρα ετοιμαζότανε να βγάλει τη μυζήθρα,.. όταν φάγαμε καυτή τη μυζήθρα, που είναι η πιο καθαρή τροφή του κόσμου, ο ένας από τα` αδέρφια, στη γλώσσα τη Σφακιανή, μου ζήτησε συγγνώμη για κάτι ορμήνειες που ήθελε από εκτίμηση και αγάπη να μου πει. Και μου τις είπε: «Διαλύσανε το κόμμα σας και σας τους αντάρτες, γιατί αυτοί έχουνε τους Αμερικάνους και σεις δεν έχετε τους Ρώσους. Τώρα όσοι απομείνατε θα ζήσετε φυγόδικοι! Απατός σου έεις(έχεις) βγάλει καλό νάμι( όνομα) στην επαρχία… Σφακιανός να σε βλάψει, έξω απ` εκείνους που των έχετε ανθρώπους σκοτωμένους, δεν είναι.  Στο μεταξύ  βράδυασε. Έκλεισε έτσι το πρώτο εικοσιτετράωρο της φυγοδικίας μου. σ.15-16.

*μιτάτο: πέτρινο μαντρί, κατάλυμα των βοσκών, τυροκομείο.

Ήτανε θυμάμαι νύχτα αφέγγαρη, και το σκοτάδι στα χαμηλώματα του βουνού είχε πήξει ολότελα. Ανηφόρισα. Ο ανήφορος βαδίζεται και μέσα στη σκοτεινή νύχτα κι από τη μυρουδιά του καπνού οδηγήθηκα στο καμίνι. σ.16.

Οι παλιοί της Κρήτης φυγόδικοι, οι Χαϊνηδες, όπως τους λέγανε τότες, ή αλλιώς οι κλέφτες, όπως τους είπανε στο Μωριά και στη Ρούμελη, είχανε πολλά πλεονεχτήματα. Από της Κρήτης τα βουνά, όπως αλλού κάνω λόγο, επί εφτά αιώνες κι ως τις ημέρες μας, δεν έλειψαν οι άνθρωποι που τους κυνηγούσε ο δυνατός, αλλά τότες δεν ύπαρχε το τηλέφωνο, ο ασύρματος, το αυτοκίνητο, το ταχυκίνητο πλοίο, το αεροπλάνο, και το πολύ χρήμα- το ατέλειωτο…σ.18.

Βλέπω τον Ψηλορείτη να ξασπρίζει, ο ήλιος είναι πίσω του, φωτάει, σκυλιά γαυγίζουνε, όρνιθες κακαρίζουνε, κοκόρια λαλούνε κι εγώ στέκομαι εκειδά αποσβολωμένος, με τελειωμένη τη δύναμη μου στα μάτια πιο πολύ, από τα πόδια και τ` αυτιά.σ.19.

Αλήθεια στο μυαλό μου στριφογυρίζει ακαπάπαυτα: Τι περίμεναν οι άνθρώποι από μένα και μπαίνανε σε τόσους κόπους και κίντυνα, να με φυλάξουν και δε μ` άφηναν να με φάει το μολύβι του αντίπαλου:…σ.20.

..δεν κοιμήθηκα μέσα στη δάφνη που με έκρυψε ο καλός άνθρωπος. Φωνές παιδιών, γαυγίσματα σκυλιών, πυροβολισμοί κοντινοί και πιο μακρινοί, που να καταλαγιάσει ο νους; Να κλείσει το μάτι! Όμως ξαπόστασα και για λίγο μια ζάλη με μούδιασε, έφαγα κι ήπια καλά, αλλά τώρα έτρεχα στο σκοτάδι να πάω σε μέρος που κάτεχα, σ` ένα δάσο από λοχμιές, να κοιμηθώ δέκα ώρες, είκοσι ώρες!..σ.20.

..ξέρω όθε κουνά χαλίκι, ύστερα μπορώ να ξεφύγω και σ` άλλες περιοχές. Το μέρος βατό δεν κλείνεται. Ο τόπος είναι σκεπασμένος από δέντρα, ήμερα κι άγρια, έχει πλήθος μικρές χαράδρες και δίπλες, λόχμες και φρύγανα, κι από νερό ρυάκια και πηγούλες γεμάτο. Εδώ ζούσανε παλιά οι φυγόδικοι της περιοχής, φυγόδικος τώρα κι εγώ, για τα πολιτικά, με υποστήριξη, έστω, απ` ένα κίνημα μόνο μ` αναλαμπές, γιατί να μην ζήσω κι εγώ; Πρέπει όμως να συνηθίσω: να καρτερώ στη μοναξιά, στην πείνα, στη δίψα, στο σκοτάδι και το αυτί μου ν` ακούει την τρίχα σαν πέφτει κάτω. Να βλέπω από μπροστά, από τα πλάγια και από πίσω. Να κοιμάμαι και ν` ακούω κι ο νους μου να φτάνει να μελετάει μέσα τη σκέψη του αντιπάλου. Να μάθω να `μαι σκοπός και παρατηρητής της φύλαξης της δικής μου, τη μέρα και τη νύχτα, στον ύπνο και στην εγρήγορση. Να `χω αποθέματα ατέλειωτα αισιοδοξίας κι ελπίδες άφθαρτες, νεύρα ατσαλένια, πέτρα καρδιά. σ. 24-25.

Έφυγα για λημέρι και κάθισα στο πιο απίθανο μέρος, ανάμεσα στο κούτσουρο μιας χαρουπιάς που το σκέπαζαν λίγα κλαράκια. Κατά το μεσημέρι κοιμήθηκα έναν ύπνο μέχρις το βράδυ, οπότε ξύπνησα και περίμενα. Αλλά ο σύντροφος δεν ήρθε να κτυπήσει τις πέτρες!..Περίμενα ως που σκοτείνιασε. Άρχισα τώρα να υποψιάζομαι και να φοβάμαι τι να συνέβη. Είναι μια κατάσταση τρομερή, που στο μέλλον τη δοκίμασα εκατοντάδες φορές…

..βρήκα σαν καλή την ταχτική του λαγού, που όταν τον βγάλουνε μέρα, φέρνει κύκλο μεγάλο και πάλε γυρνάει στη μονιά του.  Ελόγου μου πήγα κάτω, κατά την κεντρική της Κρήτης αρτηρία και κολλητά σ` ένα συχνοδιάβατο μουλαρόδρομο κάρφωσα μέσα σε μια πυκνή σμυρτιά. Εδώ επειδής περνάνε πολλά ζωντανά και βοσκοί, μπερδεύεται η αποβολή κι η μυρωδιά του ανθρώπου. Φοβόμουνα το ψάξιμο με τα σκυλιά. Ήτανε το μέρος κατσίμαχος, είχε κάψα, έβραζε, αλλά πιο πολύ μ` ενοχλούσαν κάποια γλωσσούδικα πουλιά, οι μαυροπούλες, ένα τόσο όσο κι ο τρυποφράχτης… Σκιζότανε: κιού! κιού! κιού! όσο λημέριαζα στο βασίλειο τους. Φοβόμουνα ότι ένας «εχθρός» έμπειρος θα καταλάβαινε ότι εκεί που τα; Πουλιά γούζιουνε(φωνάζουν), άνθρωπος λημεριάζει, αλλιώς θα την ήθελα τη συντροφιά. Έκανα στη σμυρτιά ως πέντε μέρες. Τις νύχτες έβγαινα για νερό, κάνα δροσιστικό και καμιά πατάτα ωμή.  σ.27-28.

Τσιγαρέ γροικώ, οι τράοι θιαρμίζουνται, άνθρωπο δε θωρώ!..σ.33. Τσιγάρο μυρίζω, οι τράγοι φταρνίζονται αλλά άνθρωπο δε βλέπω.

Από το μεσημέρι δεν άκουα σφυρίγματα βοσκού, και τότες σαν πεινασμένο ζουλάπι βγήκα πηδώντας αφήνοντας τη μονιά μου, κι όσο πιο γρήγορα ανέβηκα στην κορφή του Τριπαλιού,.. σ.37.

Είδα τη δύση και την ανατολή μα το μυαλό μου δεν έπιασε αζιμούθιο. σ.37.

Τις νύχτες εδώ πάνω κινιούμαστε λεύτερα, αγναντεύουμε τους λύχνους κάτω στα χωριουλάκια κι ακουρμαινόμαστε( στήνουμε αυτί) κατά που γαυγίζουνε τα σκυλιά, κατά κει είναι και το απόσπασμα. σ.67.

Μετράω μέρα και νύχτα το παρελθόν. Το μέλλον είναι σκοτεινό. Είναι αδιάβαστο και δεν μπορώ να το μαντέψω!... Είμαι ένας τυφλοπόντικας, ένα τυφλό κουτάβι, στη φύση μέσα ένα μηδαμινό, ένα κύτταρο, που αιστάνεται μα δε νογάει. σ. 138.

Είπανε κάμποσα στη γλώσσα τη δική  τους τη δωρική, γι` αυτήνε την κακοτυχία μου, ύστερα τηρώντας με ο πιο μεγάλος, ο Μιχάλης και βάζοντας στη μορφή του κάτι τις το άφταστα ανθρώπινο και φιλικό, είπε σε μένα: « Μη γνοιάζεσαι, για κακό και μη φοβάσαι… Θα κατέβομε στο μέσα Βατέ όπου `χει ζέστα. Να τοποπιάσεις εκειά σαν τα` αρνί, κι όντες πέσου τα χιόνια θωρούμε…» Και κατεβήκαμε πιο χαμηλά και «τοπόπιασα» κι εδώ όπως το αρνί… σ.141.

Ύστερα το πιο καλό όπλο μου ήταν αυτό του ασβού: κρύψιμο καλό την ημέρα και τη νύχτα το σάλεμα( περπάτημα)…σ.141.

Στο μεταξύ χαμήλωσε ο ουρανός, σκεπάστηκε ο τόπος από πυκνό πούσι, βράδυαζε κιόλας, όπου τότες με πήγε να κρυφτώ σ` ένα πιο βολικό μέρος, σε μια λακούβα του πλευρού με βράχια ψηλά ένα γύρω. «Απάγγιαξε `πα, μου λέει, και μεθαύριο θα ξανανεβώ».

..φώτισε η άλλη μέρα, κατάφερα από τα υλικά που βρισκόταν σ` αυτό το βαθούλωμα, να φτιάξω ένα «σπίτι» και να ξεφύγω της βροχής. Έστησα ένα βράχο* δίπλα σ` ένα άλλο ριζιμιό, έβαλα πάνω κλαράκια σφεντάμου και για σκεπή μια αγκαλιά μάζες, ένα χόρτο ψιλό( λεπτό), όπως τα βούρλα. Έκανα έτσι ένα στενόμακρο του ενού κυβικού σπίτι προφυλαγμένο απ` τη βροχή και τον πολύ αέρα. Μπήκα κειδά μέσα να μη βρέχομαι κι από την πυρά του κορμιού μου να στεγνώσει και η ράχη μου,.. κάθισα εκειδά μέσα στη λακούβα με το καλύβι μου, όσο που μου φέρανε τα στιβάνια. Ήταν ένα τέτοιο ζευγάρι, από μαύρη καλογναμένη βακέτα και με σόλες λάστιχο από ρόδα να τα φορείς στο βουνό χρόνο καιρό και να πετάς. σ.147-148.

*..έσπρωξα κάτω από το βράχο μια στρογγυλή πέτρα, σα βόλι, και μπόρεσα να τον φέρω στη θέση που ήθελα,..Την τεχνική αυτή χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα, από την αρχαιότητα, για την μεταφορά μεγάλων λίθινων όγκων, με τα λεγόμενα κατρακύλια.

Κάθισα εκειδά μέσα στη λακούβα με το καλύβι μου, όσο που μου φέρανε τα στιβάνια. Ήταν ένα τέτοιο ζευγάρι, από μαύρη καλογναμένη βακέτα, και με σόλες λάστιχα από ρόδα( αυτοκινήτου ή μοτοσυκλέτας) να τα φορείς στα βουνά χρόνο καιρό και να πετάς..σ 149.

Σε λίγο οι κορυφές κατέβασαν ομίχλες, ο ουρανός κόλλησε πάνω στη γης, η βροχή δυνάμωσε και το σκοτάδι έπηξε. Προχωρώντας μέσα σε κείνο το μαύρο, βρέθηκα μέσα σε κάτι πλατύφυλλα κλαριά. Έστριψα φύλλα και μύρισα. Δεν ήτανε δάφνες, ήταν αριές. Η αριά φυτρώνει άκρια και γίνεται το φρύδι του γκρεμνού. Υποψιάστηκα. Κρατήθηκα γερά με το αριστερό κι έριξα ένα χαλικάκι μπροστά μου. Δεν αγροικήθηκε χτύπος. Ήθελα μια πιο μεγάλη πέτρα, για ν` ακούσω το χτύπο και να μετρήσω έτσι το ύψος και την έψαχνα, όταν γλιστρώντας πάνω στα ογρά φύλλα έπεσα στο κενό, η κλάρα που κρατιόμουνα έσπασε και βρέθηκα στον αέρα κρατώντας το κομμάτι την αριά, ίδια σαν αλεξίπτωτο. Πρόλαβα να σκεφτώ ότι τέλειωσα τη ζωή μου… Θυμάμαι ότι ο γυλιός που φορούσα στη ράχη, χτύπησε δυο φορές σε εξοχές του γκρεμνού κι ότι όπως κατέβαινα, κι αργούσα να βρω το κάτω, άφησα τη λέξη «ακόμη»! Ύστερα όλα σβηστήκαν!... Όταν συνέφερα βρήκα στα χείλη μου εκείνο το ίδιο το γλυκό χαμόγελο που έπιανα κάθε φορά που συνερχόμουνα από λιποθυμιά στην Ειδική Ασφάλεια της Αθήνας. Το ζερβί γόνατο βρισκόταν στην καμάρα του άλλου και καθόμουν απάνω σ` ένα παχύ στρώμα από σβουνιές προβάτων. Αμέσως ύστερα πήρα συνείδηση άκουσα τα κοκόρια να λαλούνε το χάραμα,.. Κουνήθηκα, κοιτάχτηκα, δεν είχα σπάσει κόκκαλο, αλλά δεν όριζα το μισό κάτω μου. Το δεξί πόδι κάτι έπιανε, αλλά το ζερβί χτυπημένο από παλιά, απογίνηκε. σ.150.

Ήρθε ύστερα η δίψα. Αποβραδίς είχα αδειάσει το παγούρι, αφού δείπνησα κεφαλοτύρι, ελιές και παξιμάδι. Η δίψα είναι ο τρόμος του φυγόδικου…σ.151.

Αφού όμως κουνήθηκε το δεξί πόδι, είπα να φύγω με τα χέρια και με κείνο. Δοκίμασα ύστερα όπως ο κάβουρας. Σάλεψα έτσι λίγο. σ.152.

Εδώ σ` αυτόνε τον ολοσκότεινο αχερώνα πέρασα εκατό τρεις μέρες, τις πιο δύσκολες, όλης της ζωής μου. Κουλουριδιασμένος( κουλουριασμένος) όπως το σκυλί, με πρησμένα τα πόδια και τη μέση,..σ 156.

Είχα κατασταθεί σ` ένα λημέρι καλό, μέσα σε κλαριά πυκνά, δεμένα με περικοκλάδες, φραμένα από φτέρες και φρύγανα κατάλληλο να γυμνάζομαι και την ημέρα, δίχως να φαίνομαι και ν` αγροικιούμαι. σ.168.

Πολλές φορές άνθρωποι και πιο μεγάλοι της ηλικίας της δικής μου, μου φίλησαν το χέρι κι άλλοι πολλοί μ` ευχαρίστησαν ότι εμπιστεύτηκα τη ζωή μου σ` αυτούς και τίμησα το σπιτικό τους. σ.169.

Ο ουρανός ήταν κατάμαυρος, καθάριος, φορτωμένος αστέρια. Τα κοκόρια λαλούσαν την αυγή, όταν ακούστηκαν ένα γύρω στα χωριά οι καμπάνες χαρμόσυνες… Αφού είδα έτσι φιλικό τον ουρανό, χωρίς σύννεφα, λημέριασα μέσα σε μια μυρτιά ανάμεσα στα χωριά Παλαίλιμνο και Καλονύχτη κι όταν πλάκωσε το σκοτάδι, ανέβηκα στην Καρανταλέ. σ.173.

..τη χειμωνιά του πενήντα με του πενηνταένα, την περνούσα έξω εις το κλαρί. Τα σπήλια( σπήλαια), απ` εκείνο το πρώτο που είχα ζήσει, αρχή της φυγοδικίας μου στο Λιβυκό, τα είχα φοβηθεί γιατί μέσα εκεί σκοτώνεται η ψυχή. Κρύφτηκα όμως για λίγες μέρες πολύ βροχερές κάτω από ένα βράχο σε μέρος περαστικό, κολλώντας πέτρες ένα γύρω, έτσι που να με κρύψουν. σ. 174.

Ο Γιάννης Μανούσακας γεννήθηκε το 1907 στο χωριό Αργυρούπολη του Ρεθύμνου. Από τα πέντε του χρόνια  εγκαταστάθηκε στο χωριό Άγιος Κωνσταντίνος. Στο Ρέθυμνο έγινε τσαγκάρης. Δούλεψε στον Άγιο Κωνσταντίνο. Η τσαγκαρική θα του φανεί πολύ χρήσιμη στη δύσκολη ζωή του στις φυλακές, στην παρανομία και στο βουνό σαν φυγόδικος. Γνώριζε τη δουλειά του αγρότη και του κτηνοτρόφου.  Από τα εφηβικά του χρόνια πίστεψε στη βαθιά Δημοκρατία, στο Σοσιαλισμό, στον Κομμουνισμό. Στις δημοτικές εκλογές του 1934 εκλέχτηκε πρόεδρος στον Άγιο Κωνσταντίνο, με ποσοστό 92% .

Από τη θέση αυτή τον έπαψε το  καθεστώς της 4ης Αυγούστου 1936. Καταδιωκόμενος  κατέφυγε στην Αθήνα, μέχρι το 1939, που συνελήφθη. Φυλακίστηκε στην Ακροναυπλία. Εκεί, ο Γιάννης Μανούσακας μυήθηκε στο διάβασμα, όπως ο ίδιος σε συνεντεύξεις του και σε γραπτές μαρτυρίες  αναφέρει. Κατά την διάρκεια της κατοχής, έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση , ως διοικητής ίλης ιππικού στην Ρούμελη και Θεσσαλία , δίνοντας πολλές μάχες.

Την περίοδο του εμφυλίου, ο Γιάννης Μανούσακας βρίσκεται  στα βουνά της Δυτικής Κρήτης. Κατά τη διάρκεια της φυγοδικίας του, μετά το τέλος του εμφυλίου στην Κρήτη τον Ιούλιο του 1948,  γράφει συστηματικά όμως σχεδόν τίποτε δεν σώθηκε. Στα 1952 συλλαμβάνεται με προδοσία και καταδικάζεται σε φυλάκιση 17 ετών. Στις διάφορες φυλακές που έζησε ως το 1963, οπότε αποφυλακίζεται με αναστολή, διαβάζει συστηματικά πολιτικά και λογοτεχνικά βιβλία και γράφει.


Το 1964, τυπώνει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο "Σαράντα μέρες στην Κέρκυρα". Με τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 αρχίζει η νέα οδύσσειά του. Μένει χωρίς δουλειά - εργαζόταν στην εφημερίδα της ΕΔΑ «Δημοκρατική Αλλαγή» - χωρίς σπίτι. Σ’ ένα δωμάτιο – αποθήκη ταράτσας, όπου κρυβόταν, γράφει το δεύτερο βιβλίο του το "Χρονικό από την Αντίσταση». Μέχρι την πτώση της δικτατορίας γράφει το τρίτο, το "Ακροναυπλία " και το μισό από το τέταρτο το "Ο Εμφύλιος ".

Μετά την κατάρρευση της δικτατορίας τυπώνει και τα τρία αυτά βιβλία. Στα 1976 του απονέμεται από το Υπουργείο Πολιτισμού τιμητική λογοτεχνική σύνταξη.


Μετά το 1977 είναι η περίοδος της μεγάλης παραγωγής του. Γράφει και τυπώνει τα βιβλία : "Ο Χαλασμός" (1978), "Ο Φυγόδικός"(1980). Τα τελευταία βιβλία μαζί με το "Στα χρόνια της Χούντας" (1987) αποτελούν μια εξάτομη σειρά. Επίσης εκδίδει τα έργα : "Η αίθουσα" (1980), "Οι άνθρωποι, οι θεοί και ο Όλυμπος" (1981), "Ο μπάρμπα Αναστάσης το Σοβιέτ" (μυθιστόρημα) (1983), "Η βράβεψη" (μυθιστόρημα) (1983), και "Το τέλος του δογματισμού: μια καταγγελία" (1992) .


Ο Γιάννης  Μανούσακας πέθανε στις 30 Ιανουαρίου 1995, σε ηλικία 88 ετών. Το έργο του έχει αποσπάσει πολλές επαινετικές κριτικές από έγκριτους κριτικούς για τις λογοτεχνικές και γλωσσικές αρετές και την πολιτική θέση του.

*Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.

** Αφιερωμένο στο γιο μου Νικόλα που αγαπά πολύ τα βιβλία του Γιάννη Μανούσακα.

ΑΠΟΨΕΙΣ
Η ολική επαναφορά της Ελένης
Το νέο λανσάρισμα της «Ελένης» έχει τη σημασία του, καθώς έρχεται να συμπληρώσει το χρονικό τής κατά καιρούς πρόσληψης ενός έργου που καλείται σε τακτά διαστήματα να υπηρετήσει μια αυστηρά μονοφωνική...
Η ολική επαναφορά της Ελένης
ΑΠΟΨΕΙΣ
Ονειροντυμένες λέξεις: Οι ομορφοκαμωμένες, πρωτότιμες «κόρες» του Νίκου Καζαντζάκη
Οι λέξεις στο έργο του Καζαντζάκη είναι σεβαστές, αφέντρες, καπετάνισσες, κοσμοδέσποινες, πρωτότιμες, χρυσοβουλάτες, ευγενικές και γνωρίζουν την τέχνη του αυτοσχεδιασμού.
Ονειροντυμένες λέξεις: Οι ομορφοκαμωμένες, πρωτότιμες «κόρες» του Νίκου Καζαντζάκη
ΑΠΟΨΕΙΣ
Ο Δίας του Δικταίου Αντρου
Κατεβαίνει ο Δίας από το Δικταίο Αντρο, ελισσόμενη ερωτική ομίχλη στο Οροπέδιο Λασιθίου, αγκαλιάζει τις κερασιές και τις μηλιές, γίνονται λαμπροφορεμένες κόρες της ελπίδας στο διάσελο της ουτοπίας.
Ο Δίας του Δικταίου Αντρου
ΑΠΟΨΕΙΣ
Ημέρες Σεπτεμβρίου: Γυμνασιάρχης Χρήστος Κοντός
Και πάλι Σεπτέμβρης. Και πάλι επανέρχεται το δίλημμα από πολλούς. Μνήμη ή λήθη; Ο Μπρίκος –και σωστά πράττει– δεν εγκλωβίζεται σε διλήμματα. Ετσι κι αλλιώς, η Ιστορία επανέρχεται. Αν αδιαφορήσουμε γι’ αυτήν,...
Ημέρες Σεπτεμβρίου: Γυμνασιάρχης Χρήστος Κοντός
ΑΠΟΨΕΙΣ
Αν ο ΕΛΑΣ καταλάμβανε την Αθήνα
Αν είχε επιτραπεί στον EΛAΣ να μπει τον Οκτώβριο του '44 στην Αθήνα, θα είχαμε μια εντελώς διαφορετική εξέλιξη της χώρας. Δεν θα υπήρχε λόγος για το αιματοκύλισμα που ακολούθησε, ούτε θα πρωταγωνιστούσαν...
Αν ο ΕΛΑΣ καταλάμβανε την Αθήνα
ΑΠΟΨΕΙΣ
Πότε τελείωσε ο Εμφύλιος;
Το γεγονός και μόνο ότι η Αριστερά κέρδισε εκλογές, κυβέρνησε επί τεσσεράμισι χρόνια και μετά έχασε τις εκλογές και παρέδωσε την εξουσία, και όλα αυτά χωρίς να ανοίξει μύτη, αποδεικνύει ότι ο Εμφύλιος ανήκει...
Πότε τελείωσε ο Εμφύλιος;

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας