Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
 Σύγχρονη, εναλλακτική σκηνή

Λευτέρης Βογιατζής

ΒΙΚΥ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Σύγχρονη, εναλλακτική σκηνή

  • A-
  • A+

Χωρίς να ανήκει συνειδητά ή να μπορεί να ενταχθεί αυτόματα σε κάποιο ρεύμα της νεότερης διεθνούς «πρωτοπορίας», ο Λευτέρης Βογιατζής υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές μορφές της ανανέωσης του ελληνικού θεάτρου μετά τη δεκαετία του ’80. Είτε σε συνεργασία με σημαντικούς σκηνοθέτες και διανοούμενους (όπως ο Βασίλης Παπαβασιλείου) στην ίδρυση της «Σκηνής» το 1982, είτε μόνος του, κατά τη μετεξέλιξή της στη «Νέα Σκηνή» το 1988, ο Βογιατζής συνέχισε την παράδοση του Θεάτρου Τέχνης για την υποδοχή ενός σημαντικού μέρους του διεθνούς προβληματισμού στη σκηνή του ελληνικού θεάτρου. Με δική του παρότρυνση το θέατρο της Μεταπολίτευσης υποδέχτηκε μερικούς από τους σημαντικότερους ξένους συγγραφείς. Και με βάση τη δική του έρευνα γύρω από νέους τρόπους έκφρασης το ελληνικό θέατρο κινήθηκε πέρα από το στερεότυπο της ηθογραφίας και του κοινωνικού ρεαλισμού, σε τοπία που συνδέονται με την ευρύτερη ρεαλιστική έως και ακραία υπαρξιακή κατάσταση του σύγχρονου ανθρώπου. Ο ίδιος καλλιέργησε με επιμονή έναν ερμηνευτικό κώδικα στηριγμένο στην παρουσία του ηθοποιού και την εκφορά του λόγου του ως ένα σύστημα «ανακάλυψης» εκ μέρους του της λέξης και του νοήματός της στον πραγματικό χρόνο της παράστασης. Αυτό το σύστημα εφαρμόστηκε στο αρχαίο δράμα, όσο και στο νεότερο ελληνικό θέατρο, με επιτυχία και είναι γεγονός ότι ο Βογιατζής υπήρξε ένας από τους βασικούς θεμελιωτές της μετατόπισης της σκηνικής εικόνας του Ελληνα κατά την τελευταία περίοδο του περασμένου αιώνα. Ο ίδιος υπήρξε πρότυπο του δοσμένου καλλιτέχνη στην τέχνη του, περίφημος για τη διάθεσή του να ανανεώνει διαρκώς τον χώρο των παραστάσεών του, να γκρεμίζει και να ξαναχτίζει το θέατρό του με αφορμή μια νέα παραγωγή, να δοκιμάζει και να αναδεικνύει νέους ηθοποιούς, να εμμένει στη λεπτομέρεια και στην εμβάθυνση των χαρακτήρων, να μένει μέχρι τέλους προσκολλημένος στις αξίες και αρχές ενός θεάτρου τέχνης που υπηρετούν πλαγίως το κοινωνικό σύνολο και την αισθητική του.

Γιάννης Κακλέας

ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ

Την ίδια περίπου περίοδο με τον Λευτέρη Βογιατζή αρχίζει να δραστηριοποιείται στον χώρο της εναλλακτικής ελληνικής θεατρικής σκηνής και ο Γιάννης Κακλέας, ηθοποιός που στράφηκε γρήγορα στη σκηνοθεσία έργων και προχώρησε στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 στην ίδρυση του δικού του πειραματικού θιάσου («Τεχνοχώρος» και «Τεχνοχώρος υπό σκιάν»). Οι αναζητήσεις του Κακλέα αυτής της περιόδου εκκινούν από την παρακαταθήκη του Αρτό και καλλιεργούν για λογαριασμό της ελληνικής σκηνής ένα θέατρο με την ενέργεια της underground σκηνής και την ατμόσφαιρα του πολιτικού θεάτρου. Η μεγαλύτερη επιτυχία του «Τεχνοχώρου» αφορούσε το ανέβασμα παραγωγών που είχαν ως βάση τους τα κόμικς (όπως «Στο βάθος… κτήνος»).

Οι παραστάσεις εκείνες στη δεκαετία του ’90 πρόβαλλαν τη χαλαρή ατμόσφαιρα ενός «μπαρ» για να ελκύσουν το νεανικότερο κοινό (στον Γιάννη Κακλέα οφείλεται εξάλλου και η καθιέρωση μεταμεσονύκτιων παραστάσεων στις αρχές της δεκαετίας του ’90, που δίνονταν με ελεύθερη την είσοδο ποτού στην αίθουσα και μέσα στην ατμόσφαιρα περίπου ροκ συναυλίας). Χρησιμοποιούσαν έντονη μουσική, φωτορρυθμικά, οδηγούσαν στην γκροτέσκ απόδοση των μορφών και των καταστάσεων και στηρίζονταν σε έναν δραστικό, μεταδραματικό λόγο, συχνά αποδομητικό ως προς το κλασικό ρεπερτόριο. Η επιτυχία που γνώρισε ο «Τεχνοχώρος» έδωσε σε πολλούς το έναυσμα για μια διαφορετική αντιμετώπιση του θεάτρου, ως τόπου συνάντησης και δραστηριοποίησης ενός νέου κοινού, χωρίς τα στεγανά της παλιότερης σοβαροφάνειας αλλά και της καθιερωμένης αστικής νοοτροπίας. Η προσφορά του Κακλέα της πρώτης περιόδου συνοψίζεται σε αυτήν την προσέλκυση του νέου κοινού, στην καθιέρωση πολλών νέων ηθοποιών, όπως και στη σποραδική αλλά έντονη παρουσία μιας διαφορετικής, μεταμοντέρνας προσέγγισης της σκηνικής τέχνης στον ελληνικό χώρο.

Γιάννης Χουβαρδάς

ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Πιθανόν ένας από τους πλέον παρεμβατικούς σκηνοθέτες της δεκαετίας του ’90 υπήρξε ο Γιάννης Χουβαρδάς, σταθερός εκπρόσωπος μιας παράτολμης πρωτοπορίας στο ελληνικό θέατρο ήδη από τη δεκαετία του ’80, με ορισμένες εξαιρετικά αμφιλεγόμενες προτάσεις ανεβάσματος κλασικού ρεπερτορίου, οξύς εισηγητής νέων δραματουργικών φωνών με κέντρο την πειραματική σκηνή της εποχής και ασφαλώς ένας από τους κύριους εκφραστές του μεταμοντέρνου κύματος στον ελληνικό χώρο τα επόμενα χρόνια. Η διαφορά του από τους άλλους συνοδοιπόρους του ήταν κυρίως ζήτημα κλίμακας της προσπάθειας. Για αρκετά χρόνια, μετά το 1991 και τη μεταφορά του θιάσου, του «Θεάτρου του Νότου», στο ανακαινισμένο παλιό θέατρο του «Αμόρε» (που λειτουργούσε ήδη από την περασμένη δεκαετία ως θεατρική σκηνή), το πρόσωπο του Χουβαρδά συνδέθηκε με μια πλατιά αποδοχή της εναλλακτικής πρότασης, όπως και με ένα σχετικά ευρύ κοινό που αποδείχτηκε εξαιρετικά πρόθυμο να στηρίξει την όλη προσπάθεια. Το «Αμόρε» για μια δεκαετία, μέχρι τη διακοπή της λειτουργία τους το 2007, έγινε το κέντρο μιας συζήτησης για το ελληνικό θέατρο που αφορούσε νέους συντελεστές, μια ολόκληρη γενιά νέων ηθοποιών, νέα έργα και νέους τρόπους ερμηνείας τους. Το «Αμόρε» λειτούργησε σε δύο σκηνές -την κεντρική και τον «εξώστη»- και πέτυχε ορισμένα εντυπωσιακά νούμερα: στα 17 χρόνια συνολικά της λειτουργίας του (μετά το 2000 ο Θωμάς Μοσχόπουλος έγινε συνδιευθυντής της επιχείρησης) έδωσε 145 παραγωγές, 5 συμπαραγωγές και 1 φεστιβαλική παράσταση στην Επίδαυρο. Είκοσι πέντε απ’ τα έργα που ανέβηκαν ήταν ελληνικά και τα εξήντα τέσσερα εκδόθηκαν. Μαζί του συνεργάστηκαν 60 σκηνοθέτες, 52 μεταφραστές, 80 σκηνογράφοι κι ενδυματολόγοι, 65 διευθυντές φωτισμού και 500 ηθοποιοί. Σε όλη τη διάρκειά του προσκάλεσε 6 ξένους θιάσους, δημιούργησε και καθιέρωσε τον ετήσιο κύκλο των «Δοκιμών» κάθε Μάιο, δίνοντας τη δυνατότητα σε νέους συγγραφείς να παρουσιάζουν τα έργα τους, πρωτοπαρουσίασε έργα 25 ξένων, άγνωστων έως τότε στη χώρα μας, συγγραφέων, καθώς και κλασικά κείμενα που ανέβηκαν σε καινούργιες μεταφράσεις. Το παρακολούθησαν περίπου μισό εκατομμύριο θεατές.

Το πλέον σημαντικό στον πληθωρικό αυτό απολογισμό είναι πως το «Αμόρε» μπόρεσε να διατηρήσει καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του τη σκυτάλη της αναζήτησης, της έρευνας και της τολμηρής πρότασης, λαμβάνοντάς την από τους προηγούμενους και παραδίδοντάς την στους επόμενους. Ουσιαστικά στο «Αμόρε» γαλουχήθηκε μια νέα γενιά του ελληνικού θεάτρου και σε αυτό το θέατρο (ή τουλάχιστον στην επιτυχία του) βάσισε την αυτοπεποίθησή της. Ζητήματα που θα είναι αργότερα κεντρικά στην έρευνα των θιάσων του νέου αιώνα, όπως της χορικότητας, της αποδόμησης, της νέας δραματουργίας, μαζί με θέματα που αφορούν τη συλλογική ταυτότητα και τη νέα ερμηνεία των κλασικών κειμένων, ετέθησαν ενώπιον ενός μεγάλου και πιστού κοινού για πρώτη φορά στο θέατρο «Αμόρε».


 

 


 

 


 

 


 

ΑΠΟΨΕΙΣ
Επαναπροσεγγίζοντας τον «συγγραφέα»
Αναφέραμε ήδη πως μετά το 2004 η τάση στην ελληνική σκηνή για ένα θέατρο όπου το κείμενο ή ο συγγραφέας αποκτούσαν περιφερειακή λειτουργία υπήρξε σχετικά έντονη.
Επαναπροσεγγίζοντας τον «συγγραφέα»
ΑΠΟΨΕΙΣ
Ερευνα και παρεμβάσεις από κολεκτίβες και ομάδες
Οι Vasistas αποτελούν μια θεατρική ομάδα που προέκυψε από το περιβάλλον της σύγχρονης πολυφωνικής ελληνικής σκηνής. Πρόκειται για μια ομάδα με πολυεθνικό χαρακτήρα, αυτοχαρακτηρίζεται «κολεκτίβα», η οποία...
Ερευνα και παρεμβάσεις από κολεκτίβες και ομάδες
ΑΠΟΨΕΙΣ
Ομαδικές φωνές πρωτοπορίας
Παράλληλα με τα ζητήματα ταυτότητας που εξετάσαμε μέχρι τώρα, ένα άλλο σημαντικό μέρος του ενδιαφέροντος του θεάτρου των τελευταίων χρόνων στράφηκε προς την παραγωγή ενός σκηνικού λόγου, ο οποίος διαμορφώνεται...
Ομαδικές φωνές πρωτοπορίας
ΑΠΟΨΕΙΣ
Η επιβίωση της «Γκόλφως» και μια ετοιμοθάνατη «Χώρα»
Η «Γκόλφω» υπήρξε ένα από τα λαϊκά σύμβολα ελληνικότητας στους νεότερους χρόνους. Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος για τη συχνή παρουσία της σε ιδιαίτερες αναφορές της νεότερης ελληνικής τέχνης.
Η επιβίωση της «Γκόλφως» και μια ετοιμοθάνατη «Χώρα»
ΑΠΟΨΕΙΣ
Η Επίδαυρος ανοίγεται σε νεότερους καλλιτέχνες και σκηνικά ρεύματα
Το ελληνικό θέατρο στον 21ο αιώνα - Ε΄ ΜΕΡΟΣ Το ζήτημα της ταυτότητας απασχόλησε το ελληνικό θέατρο ως μέρος της γενικότερης διαδικασίας...
Η Επίδαυρος ανοίγεται σε νεότερους καλλιτέχνες και σκηνικά ρεύματα
ΑΠΟΨΕΙΣ
Για την Άννα Κοκκίνου: ο αδιάκοπος μόχθος που τώρα μένει άστεγος
Σε ένα σκοτεινό στενό, κάτω από τους πρόποδες της Ακρόπολης, δυο βήματα από το αρχαίο θέατρο του Διονύσου του Ελευθερέως, βρίσκεται, ακόμη ζωντανό, το θέατρο Σφενδόνη.
Για την Άννα Κοκκίνου: ο αδιάκοπος μόχθος που τώρα μένει άστεγος

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας