Αθήνα, 34°C
Αθήνα
Αίθριος καιρός
34°C
35.8° 33.2°
4 BF
24%
Θεσσαλονίκη
Αίθριος καιρός
34°C
37.1° 31.9°
2 BF
47%
Πάτρα
Αίθριος καιρός
33°C
34.0° 33.2°
1 BF
43%
Ιωάννινα
Ελαφρές νεφώσεις
31°C
30.9° 30.9°
1 BF
55%
Αλεξανδρούπολη
Αίθριος καιρός
35°C
34.9° 34.6°
3 BF
20%
Βέροια
Αίθριος καιρός
35°C
34.8° 30.7°
0 BF
43%
Κοζάνη
Αίθριος καιρός
33°C
33.4° 31.2°
2 BF
20%
Αγρίνιο
Αίθριος καιρός
38°C
37.9° 37.9°
1 BF
21%
Ηράκλειο
Αίθριος καιρός
30°C
31.1° 29.8°
5 BF
48%
Μυτιλήνη
Αίθριος καιρός
31°C
32.3° 31.1°
4 BF
40%
Ερμούπολη
Αίθριος καιρός
28°C
28.8° 28.4°
6 BF
51%
Σκόπελος
Αίθριος καιρός
30°C
30.7° 29.7°
2 BF
54%
Κεφαλονιά
Αίθριος καιρός
30°C
29.9° 29.9°
0 BF
66%
Λάρισα
Αίθριος καιρός
35°C
36.3° 34.5°
0 BF
34%
Λαμία
Αίθριος καιρός
34°C
34.4° 32.5°
3 BF
34%
Ρόδος
Αίθριος καιρός
30°C
31.8° 30.4°
3 BF
49%
Χαλκίδα
Αίθριος καιρός
35°C
36.0° 33.8°
3 BF
14%
Καβάλα
Αίθριος καιρός
32°C
31.6° 31.3°
3 BF
41%
Κατερίνη
Αίθριος καιρός
31°C
31.7° 31.4°
3 BF
56%
Καστοριά
Αίθριος καιρός
35°C
34.9° 34.9°
3 BF
19%
ΜΕΝΟΥ
Δευτέρα, 15 Ιουλίου, 2024
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ποιήματα 1962-2018. Πανοπτικόν, 2020. Σελ. 195

«Δεν έχω άλλη ιστορία»…

Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος (γ. 1936), δοκιμιογράφος, ποιητής, μεταφραστής και εκδότης είναι και λειτούργησε πρωτίστως ως μέλος της ομάδας των «Σημειώσεων», κομίζοντας ένα άλλο παράδειγμα στα γράμματά μας. Μια ομάδα που συναποτελείται, πέρα από τον Λυκιαρδόπουλο, από τους Στέφανο Ροζάνη, Βύρωνα Λεοντάρη, Μάριο Μαρκίδη, Μάρκο Μέσκο, Τάσο Πορφύρη, από τους παλιότερους, και τους Βασίλη Λαμπρόπουλο και Βασίλη Αλεξίου από τους νεότερους, για να μην αναφερθούμε και σε άλλους συγγενικούς ή φιλικούς δορυφόρους ή κομήτες, όπως ο Κώστας Δεσποινιάδης και ο Γιάννης Δάλλας αντίστοιχα.


Σκιαγραφώντας αρχικά το πνευματικό αποτύπωμα του Λυκιαρδόπουλου, θα λέγαμε πως είναι κάποιος που κατόρθωσε να πλεύσει ανάμεσα σε δύο ενδεικτικές τάσεις, στη «φιλοπρόοδη απομυθοποίηση του Παπαδιαμάντη και τη φιλορθόδοξη αναμυθοποίησή του» (βλ. το δοκίμιό του «Ρωμιοσύνη-Ιδεολογία και αθλιότητα του νέου εθνικισμού»)∙ αντιτασσόμενος συνάμα απέναντι σε κάθε ορθοδοξία και καταθέτοντας τον ακόλουθο τραγικό αδιέξοδο μετεωρισμό που συνοψίζει συντρίβοντας τους ευαίσθητους δείκτες: «Η ανθρωπιά άοπλη συντρίβεται και ένοπλη αυτοκαταργείται».


Περνώντας στην ποίησή του, όπως συγκεντρώθηκε στον προσεγμένο τόμο «Ποιήματα, 1962-2018», θα σημειώσουμε πως είναι ένας εκ των πατατοφάγων του Βαν Γκογκ –ποιητής και διανοούμενος της επόμενης μέρας της «ήττας» και του «μύθου ενός πένθους»– υπό χαμηλό φωτισμό και σε χώρο κλειστό, κατευθύνοντας το φως με τέτοιον τρόπο ώστε να υποθέτει κανείς πως πηγάζει και εκχέεται από το ίδιο το απείκασμα, που κατά τόπους επιπρόσθετα φωσφορίζει∙ άλλοτε ιδεολογικά –με την έγνοια της απο-ιδεολογικοποίησης παρούσα– και άλλοτε καλλιτεχνικά-σωματικά.

Διαβάζουμε χαρακτηριστικά: «μόνο αποχαιρετάω τούτο το χρυσάφι που κυλάει χωρίς επιστροφή / απ’ τις δικές μας φλέβες στα ξένα χρηματοκιβώτια», και: «Οταν ήρθαμε / υποχωρούσαν τα μεγάλα οράματα αποδεκατισμένα / [...] Δεν πρόλαβες τίποτα / – ανταύγειες μόνο / κουρέλια μουσικής που τα ξεβράζει τ’ όνειρο κι η τρέλα / ανταύγειες από μια μάχη που άλλοι δώσανε / και χάσανε για σένα («Ραγισμένο ταμπούρλο»).

Συμπληρώνοντας έτσι ένα πνεύμα που είναι διαποτισμένο από τον ποιητικό τρόπο του Λεοντάρη και το ευρύτερο πολιτισμικό παράδειγμα των «Σημειώσεων».

Στο πλαίσιο αυτής της σπάνιας συλλογικότητας, λοιπόν, ο Λυκιαρδόπουλος ξιφουλκεί με τον χαρτοκόπτη και κρούει ένα «ραγισμένο ταμπούρλο» υπέρ της ποιήσεως, υπέρ της μελαγχολικής αντιστάσεως (βλ. και την κατά τον Β. Λαμπρόπουλο «αριστερή μελαγχολία») και υπέρ ενός ανοιχτού πνεύματος που επανεξετάζει και αμφισβητεί τα έως τώρα πολιτισμικά, και όχι μόνο, κυρίαρχα παραδείγματα.


Ετσι, με αφετηρία τον Καρυωτάκη, τόσο στην ελεγειακή-λυρική του διάσταση όσο και ηθικά (βλ. τον αυτοπυροβολισμό του στην Πρέβεζα) και με προπάτορες επίσης τον Ευριπίδη και τον Κάφκα, υπερπηδά τον αφετηριακά αγγλοσαξονικό και γαλλικό μετασχηματισμένο μοντερνισμό στην εγχώρια εκδοχή μας (Σεφέρης, Ελύτης, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος), συγκρατώντας ωστόσο την αποσπασματικότητα ενός μετα-ρομαντικού, μετα-συμβολικού τρόπου, για να προσνηωθεί μέσω του Αναγνωστάκη και της χαμηλής φωνής και του ψιθυριστού του τόνου στα ποιητικά πεδία και τους τρόπους της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς∙ χτυπώντας εν γένει τη μικρο- και τη μακρο-αστικότητα (στο βόλεμα και στο ξεβόλεμά της, στην αυτόβουλη επίσης –συχνά– μετατροπή των πολιτών σε υπηκόους) και μια λανθάνουσα συμπλεγματική-οραματίζουσα ριζοφιλία. Με τη μεταπολιτευτική μας αμηχανία επίσης παρούσα.

Διαβάζουμε: «Τραγούδια που ξεκίνησαν με ανέμους στα κατάρτια τους / [...] χρόνια που σβήσανε προτού ν’ ανάψουν όλο τους το μπόι / [...] δρόμοι που τέλειωσαν / μπροστά σ’ ένα γραφείο με τ’ όνομα σου ή τ’ όνομά μου στην πόρτα. // 
Ετσι λοιπόν θα πάμε ώς την άκρη; / μικραίνοντας / μικραίνοντας / μικραίνοντας / έτσι θα πάμε ώς την άκρη της ζωής μας;» («Ραγισμένο ταμπούρλο, ΙΙ»)

Εντιμος, ανθηρός και ετοιμοπόλεμος, στοχεύοντας και συντονιζόμενος με το εκκρεμές του θυμικού, το οποίο και παραδόξως συγκρατεί, ως στοχαστικός και εσωτερικός ποιητής, τελικά ανεμίζει το ποίημα και την επανάσταση ως μια κοκκινόμαυρη σημαία μιας ουτοπίας χωρίς κοντάρι∙ κρατώντας τη με τα δυο του τα χέρια. Αποδίδοντας τον βιωματικό κραδασμό και την «ιστορική αλήθεια», σμιλεύει τα συγκριτικά λιγοστά του ποιήματα και σιωπά∙ επενδύοντας στο συνταρακτικό βίωμα που είναι συγχρόνως συλλογικό και προσωπικό.


Εντασσόμενος σαφώς σε μια λογοτεχνική παράδοση που περνά από τον «Παλιό θαλασσινό» του Κόλεριτζ («κι έχω μείνει ξεμέθυστος του θανάτου πουλί») και τις προρομαντικές και μεταρομαντικές περιπλανήσεις του μυθιστορήματος (Ντιφόου-Στίβενσον-Μέλβιλ) ριζώνει και αναδύεται στη μεσοπολεμική περιπέτεια της φυγής, παρακολουθώντας την κίνηση της εποχής, που του έλαχε, από αυτό το ανάπτυγμα. Πρόκειται για ένα ιδιότυπο δράμα, για έναν ακατόρθωτο ετεροχρονισμό, καθώς μετατοπίζεται το προδιαμορφωμένο βιοθεωρητικό και συγκινησιακό φορτίο στο πλαίσιο μιας διαφορετικής εποχής.

Γράφει συνοψίζοντας: «Οταν έχεις τόσο λίγα πράγματα να κρατηθείς, τότε και μια μικρή φωνή μπορεί να ρίξει ρίζες στην άκρη του γκρεμού σου τρέμοντας πάνω απ’ το χάος σαν πουλί» («Υπό ξένην σημαίαν, ΙΙ»).


Κι αν «ο Παπαδιαμάντης είναι άνθρωπος αληθινός που έτυχε να γράψει» φώναζε ο Κόντογλου, σημειώνει ο Λυκιαρδόπουλος, παρακάμπτοντας τις προεκτάσεις του τι σημαίνει αυτό το «αληθινός», κι εμείς με τη σειρά μας είναι δίκαιο να πούμε το ίδιο για τον Λυκιαρδόπουλο.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS
«Δεν έχω άλλη ιστορία»…

ΣΧΕΤΙΚΑ ΝΕΑ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΕ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας