Αθήνα, 29°C
Αθήνα
Αίθριος καιρός
29°C
29.5° 26.2°
1 BF
41%
Θεσσαλονίκη
Αίθριος καιρός
27°C
28.1° 24.8°
1 BF
56%
Πάτρα
Αίθριος καιρός
26°C
26.0° 24.9°
1 BF
59%
Ιωάννινα
Αίθριος καιρός
20°C
19.9° 19.9°
1 BF
100%
Αλεξανδρούπολη
Αίθριος καιρός
23°C
23.0° 23.0°
2 BF
53%
Βέροια
Αίθριος καιρός
24°C
24.6° 24.0°
2 BF
40%
Κοζάνη
Αίθριος καιρός
20°C
22.3° 20.4°
2 BF
37%
Αγρίνιο
Αίθριος καιρός
25°C
24.9° 24.9°
1 BF
54%
Ηράκλειο
Αίθριος καιρός
28°C
28.6° 27.7°
4 BF
57%
Μυτιλήνη
Αίθριος καιρός
27°C
26.6° 22.3°
2 BF
58%
Ερμούπολη
Αίθριος καιρός
27°C
27.4° 25.8°
4 BF
54%
Σκόπελος
Αίθριος καιρός
28°C
27.9° 27.9°
2 BF
67%
Κεφαλονιά
Αίθριος καιρός
28°C
28.1° 28.1°
2 BF
31%
Λάρισα
Αίθριος καιρός
25°C
25.1° 24.6°
1 BF
36%
Λαμία
Αίθριος καιρός
28°C
28.4° 28.3°
0 BF
37%
Ρόδος
Ελαφρές νεφώσεις
27°C
26.8° 26.6°
3 BF
84%
Χαλκίδα
Αίθριος καιρός
26°C
29.3° 25.0°
2 BF
35%
Καβάλα
Αίθριος καιρός
25°C
25.1° 25.1°
2 BF
45%
Κατερίνη
Αίθριος καιρός
25°C
26.7° 23.7°
2 BF
85%
Καστοριά
Αίθριος καιρός
21°C
20.5° 20.5°
1 BF
51%
ΜΕΝΟΥ
Σάββατο, 13 Ιουλίου, 2024
xatzidakis
ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΡΧΕΙΟ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ

Το στιχουργικό σύμπαν του

Ο Ερωτόκριτος, ο Μακρυγιάννης, το Φιξ, ο Χαράλαμπος του «Βυζαντίου», το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης...

«Αυτός ο κοντός και χοντρός κύριος είναι ο σκοτεινός μας ήρωας. Γεννήθηκε πριν 80 χρόνια και δεν πέθανε ποτέ. Συνεχίζει να ξενυχτάει και να κάνει παρέα με αλήτες, ποιητές και άτακτους μαθητές».

Πριν από είκοσι χρόνια, στη σχολική εφημερίδα «Schooligans», κάποιοι μαθητές, ανυποψίαστοι και αδέσμευτοι από όρους «πολιτικής ορθότητας», προλόγιζαν κατ’ αυτόν τον τρόπο το αφιέρωμά τους στον Μάνο Χατζιδάκι. Ηταν από τα παιδιά που συναντάμε στους στίχους του να έχουν στο χέρι «φιλί της Παναγιάς κι ένα μαχαίρι» και «κάθε δρόμος έχει μια καρδιά» για αυτά.

Ετσι ωραία ανυποψίαστος ξεκίνησε και ο ίδιος. «Είχα μια κάποια ροπή στην ποίηση και πετούσα πότε πότε μερικούς στίχους στο χαρτί, χωρίς όμως να δημοσιεύσω ποτέ τίποτα», γράφει για τα εφηβικά του χρόνια ο Χατζιδάκις, πριν ακόμα συνειδητοποιήσει την καλλιτεχνική του υπόσταση. Η γνωριμία του με τον Κάρολο Κουν σε ηλικία δεκαοχτώ χρόνων και η ένταξή του στον πνευματικό κύκλο των Σεφέρη, Γκάτσου, Ελύτη, Τσαρούχη, Γκίκα, Μόραλη κ.ά. «επηρέασαν τις αντιλήψεις μου κι εκείνοι καλλιέργησαν την ιδιαίτερη ροπή προς τη μουσική, που υπήρχε στο υποσυνείδητό μου».

Ροπή, λοιπόν, από πολύ νωρίς στη μουσική και στην ποίηση ταυτόχρονα, όπως υπήρχε στο υποσυνείδητό του, σε αυτή την «περιοχή της ψυχής που είναι άπειρα αρχαιότερη από την προσωπική ζωή του ατόμου, η οποία περιέχει ορισμένα σχέδια, τα “αρχέτυπα”, που είναι κοινά για όλη την ανθρωπότητα», κατά τον Καρλ Γιουνγκ. Κι αυτά τα «αρχέτυπα» ο Χατζιδάκις τα αναγνώρισε, τα ανάπλασε δημιουργικά και τα υπερασπίστηκε με συνέπεια, πάθος και ελευθερία ως δημιουργός, ως στοχαστής και ως «φιλελεύθερος αστός». Πρώτα από όλα, όμως, ως Μεγάλος Ερωτικός.

Πολλές δεκαετίες αργότερα, το υποσυνείδητο ως μέρος του συλλογικού ασυνείδητου εξατομικεύεται από τον Χατζιδάκι γι’ αυτό και γράφει στο εισαγωγικό σημείωμα του δίσκου «Οι Μπαλάντες της οδού Αθηνάς»: «Τις Μπαλάντες αυτές, τις χαρίζω στη μνήμη της μητέρας μου, μια και μου κληρονόμησε όλους τους γρίφους που από παιδί μ’ απασχολούν και μέχρι σήμερα κάνω προσπάθειες να τους λύσω. Χωρίς τους γρίφους της, δεν θα ’μουν ποιητής».

Οχι για να ενταχθoύν τα κείμενά του σε Ανθολογίες, να γίνουν αποστειρωμένο πεδίο έρευνας γραμματολόγων, να διδαχτούν στα σχολεία αναζητώντας οι μαθητές κάθιδροι τους κειμενικούς τους δείκτες ή να γίνουν αντικείμενο σεμιναρίων δημιουργικής γραφής. Αλλά γιατί ποιητής αισθανόταν πριν, πίσω και πέρα από τις λέξεις: «Το λέω για να τ’ ακούν οι νέοι, και να σκορπίσουν τα λαχεία τους κι αυτοί, όπου μπορέσουν κι όπου βρουν. Να μην τ’ αφήσουν κέρδος στους πολλούς. Ετσι τουλάχιστον, θα κατακτήσουμε τη δυνατότητα να μας φοβούνται. Ποιους; Εμάς, τους ποιητές. Μια και δεν είναι δυνατό να μας εντάξουν στα συρτάρια τους, σ’ ό,τι μπορούν να ελέγξουνε και να προβλέψουν οι ανερχόμενοι πολλοί».

«Ενας νέος λεπτός, με κοντό σγουρό μαλλί και μεγάλα μαύρα μάτια…»

Η ποιητική του φυσιογνωμία, που υπήρξε ουσιαστικά προπομπός της στιχουργικής του πλευράς, δεν ξεκίνησε με ιδιαίτερη επιτυχία… Είναι χαριτωμένος ο τρόπος που ο Οδυσσέας Ελύτης εξιστορεί την πρώτη του γνωριμία με τον Χατζιδάκι, όταν ο τελευταίος συστήθηκε στην παρέα του Ελύτη ως ποιητής. Μη βρίσκοντας όμως την αναμενόμενη προσοχή με τα ποιήματά του, προσδιορίστηκε ως μουσικός, «εξαπατώντας» τους μάλιστα στη συνέχεια με ένα μουσικό αυτοσχεδιασμό που ο ίδιος τους αποκάλυψε χρόνια μετά.

Γράφει, λοιπόν, για τη γνωριμία τους ο Ελύτης στα «Ανοικτά Χαρτιά» του: «Ηταν ένας νέος λεπτός, με κοντό σγουρό μαλλί και μεγάλα μαύρα μάτια. Ητανε, λέει, και μουσικός. Μουσικός; Απορήσαμε όλοι μας. Δηλαδή τι μουσικός; Βιολιστής; Πιανίστας; Οχι, όχι, μας εξήγησε. Ηταν συνθέτης. Ε, αυτό δεν το περιμέναμε. Υπήρχε, λοιπόν, στην Ελλάδα τέτοιο είδος; Είδηση δεν είχαμε. Ο τελευταίος συνθέτης που ξέραμε ήταν ο Μανώλης Καλομοίρης.

Υστερα τι σχέση μπορούσε να έχει η μουσική με τη μοντέρνα ποίηση; Μεγάλη, μας αποκρίθηκε. Απόδειξη ότι είχε κάνει μουσική για την Αμοργό και για τις “Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα”. Βρεθήκαμε σε αμηχανία. Κοιτάξαμε τον νεαρό συνομιλητή μας με δυσπιστία. Επί τέλους, αν έλεγε αλήθεια, δεν είχε παρά να μας το αποδείξει. Τον οδηγήσαμε αμέσως στο σπίτι του Βαλαωρίτη, κι εκεί, ο Μάνος Χατζιδάκις –αυτός ήταν ο νέος συνθέτης– κάθισε στο πιάνο. Δεν έχει πια καμιά σημασία τι μας έπαιξε εκείνο το απομεσήμερο. Οπως εξομολογήθηκε ο ίδιος αργότερα, δεν υπήρχε τίποτε συγκεκριμένο στο νου του, απλώς αυτοσχεδίασε. Το αθώο ψέμα που μεταχειρίστηκε για να μας πλησιάσει και να κινήσει το ενδιαφέρον μας, δεν τον εμπόδισε καθόλου, φτάνει που βρέθηκαν τα δάχτυλά του επάνω στα πλήκτρα, να το ανατρέψει και να το κάνει μια μαγική αλήθεια. Τόσο πολύ θα ’λεγες ότι ο αυτοδημιούργητος αυτός νέος ήταν ξεχειλισμένος από μελωδικότητα, τόσο πολύ γειτόνευε με μια περιοχή παρθένα, γεμάτη από ανεκμετάλλευτους ήχους και ρυθμούς, που έφτανε να τη σκουντήξει λιγάκι με τον αγκώνα του επάνω στο πιάνο, για να γεμίσει το δωμάτιο, να γεμίσει αργότερα η Ελλάδα κι ο κόσμος όλος από μιαν, άλλου είδους, γοητεία».

Ο ΕΠΟΝίτης ποιητής Χατζιδάκις

Η ποιητική ταυτότητα του Χατζιδάκι αναγνωρίζεται σε συγχρονία με τη μουσική του ταυτότητα, αλλά και με την πολιτική του συνειδητοποίηση. Σε πολύ νεαρή ηλικία στρατολογείται στην ΕΠΟΝ Παγκρατίου συμμετέχοντας και βιώνοντας όλα όσα συμβαίνουν στα Δεκεμβριανά του 1944.

Ο Τίτος Πατρίκιος θυμάται από εκείνη την εποχή: «Ενα απόγευμα στο Γαλλικό Ινστιτούτο –στη Γαλλική Ακαδημία, όπως λέγαμε– γινόταν μια διάλεξη, μια εκδήλωση, κάτι τέτοιο, για τον σουρρεαλισμό […] Στη συζήτηση που επακολούθησε, ένα παιδί λίγο μεγαλύτερο από μένα, λιγνό όπως όλοι μας τότε, αλλά με ιδιαίτερα ρουφηγμένα μάγουλα κι έντονο βλέμμα, με ρυθμική υγρή φωνή, υπερασπίζεται με πάθος τον σουρρεαλισμό […] Εμεινα έκπληκτος όταν λίγο αργότερα μου είπαν πως το παιδί εκείνο ήταν ΕΠΟΝίτης. Μα πώς μπορούσε ένας ΕΠΟΝίτης να εγκωμιάζει δημόσια τον σουρρεαλισμό, και μάλιστα να τον αποκαλεί επανάσταση; Εστω κι αν ο σουρρεαλισμός μάς γοήτευε, δεν έπρεπε, τελικά, να μας εξοργίζει, μιας και περιφρονούσε το λαό, μιλώντας σε μια γλώσσα που μόνο κάποιοι λίγοι, κάποιοι μυημένοι, ήταν σε θέση να τον καταλάβουν; Αλλωστε γι’ αυτό τον είχαν εγκαταλείψει ο Αραγκόν κι ο Ελυάρ. Κι έπειτα, πώς μπορούσε ένας ΕΠΟΝίτης να λέει τον σουρρεαλισμό επανάσταση; Αφού η μόνη αληθινή επανάσταση ήταν η κοινωνική, η προλεταριακή το ’17, η λαϊκή στις μέρες μας. Ακόμα δεν είχα ακούσει τη λέξη “φορμαλισμός”, την έμαθα ένα χρόνο αργότερα με τον Ζντάνοφ, αλλά από μόνος μου έβρισκα πως εδώ η μορφή έπνιγε το περιεχόμενο. Τέλος πάντων, αυτό το παιδί μού είχε δημιουργήσει αρκετά προβλήματα. Εφτασα στο συμπέρασμα πως ήταν ποιητής. Λεγόταν Μάνος Χατζιδάκις».

Σε μια προφορική του μαρτυρία ο τότε ΕΠΟΝίτης μαθητής, Κώστας Καρούμπαλος, επίσης θυμάται: «Κατά τη διάρκεια των μαχών του Δεκέμβρη του ’44, η ΕΠΟΝ Παγκρατίου διοργάνωσε μια εκδήλωση στον κινηματογράφο ΠΑΛΛΑΣ για να δώσει κουράγιο στον κόσμο που δοκιμαζόταν. […] Ο Χατζιδάκις είχε γράψει ένα χριστουγεννιάτικο ορατόριο ειδικά για την περίσταση, για το οποίο δεν έχω ακούσει να γίνεται λόγος από τότε. […]. Τους στίχους του ορατορίου ίσως να τους είχε γράψει και ο ίδιος, δεν είμαι σίγουρος. Πάντως, η σύνθεση αυτή δεν ήταν μια δημιουργία με τη ματιά της “καθαρής μουσικής”, ήταν η έμπνευση ενός αριστερού μουσικού που έβλεπε τον κόσμο να υποφέρει από αυτά που γίνονταν γύρω του. Και είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι του ορατορίου που θυμάμαι: “Η γέννησή Σου Χριστέ/ των Λαών την προσπάθεια φωτίζει/ να σκορπίσουν τα μαύρα σκοτάδια/ και να λάμψει το φως Λευτεριάς”».

Η συνεργασία με τη «Νέα Γενιά»

Λίγο μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, ο νεαρός Χατζιδάκις συνεργάζεται με τα έντυπα που εξέδιδε η ΕΠΟΝ και υπογράφει με το ψευδώνυμο «Πέτρος Γρανίτης» στο περιοδικό «Νέα Γενιά» (όπως και στο περιοδικό «Λεύτερα Νιάτα» που εξέδιδε στη Θεσσαλονίκη η ΕΠΟΝ Μακεδονίας) μια σειρά από ποιήματα που απευθύνονται σε παιδιά μικρής ηλικίας. Δείγμα τους: «Τ’ αδενικά παιδάκια/ – μου καίγετ’ η ψυχή!/ Τ’ αδενικά παιδάκια/ θέλουν εξοχή./ Τ’ αδενικά παιδάκια/ που μένουν νηστικά,/ για τρώνε μια σταλίτσα,/ θα γίνουν φτισικά./ Χλωμά τα προσωπάκια/ και λύπη στην καρδιά,/ με σκεφτικά ματάκια…/ – Μικρά, γλυκά παιδιά!» (Τεύχος 51, 15 Ιουνίου 1945).

Γράφει σχετικά η Γεωργία Λαδογιάννη: «Το ψευδώνυμο Πέτρος Γρανίτης, πραγματικά, απαιτεί μεγάλη επινοητική φαντασία· μια τέτοια ονοματοποιία καταφέρνει να είναι αιχμηρή πολιτικά (αφού παραπέμπει στον Στάλιν), ρυθμική φωνητικά και ευφωνική φθογγικά. Με αυτό το ψευδώνυμο υπογράφει δώδεκα ποιήματα στη στήλη «Τ’ αετόπουλά μας», προγραμματισμένη για τη διασκέδαση των μικρών αναγνωστών. Είναι το μέρος του περιοδικού όπου επιδιώκεται η σύνδεση με την καθημερινότητα του παιδιού. Υπάρχουν θέματα που θα λέγαμε ότι συγχρονίζονται με μια ημερολογιακή λογική (άνοιξη, Πάσχα, τρύγος) και όλη η ύλη είναι προσαρμοσμένη σε αυτή. Ωστόσο, ο συγχρονισμός δεν είναι μόνο ημερολογιακός· είναι και πολιτικός και πολιτιστικός. Θέματα όπως η ειρήνη, τα δικαιώματα των παιδιών του πολέμου, παραστάσεις Θεάτρου Σκιών από παιδιά, εμπειρίες από τον πόλεμο, ιστορίες παιδιών από ξένες χώρες κ.ά. προβάλλουν την πολιτική αγωγή του περιοδικού, προς την οποία προσαρμόζεται και η υπόλοιπη ύλη της στήλης».

Οι τίτλοι των ποιημάτων: Το τραγούδι, Ειρήνη, Καψερούλα, Κυπαρισσάκι, Παιδί και χελιδόνι, Τ’ αδενικά παιδάκια, Χαρά στη θάλασσα, Το μπουκάλι, Η βαρκούλα, Το χιόνι, Το λουτρό. Ενα άλλο ποίημά του/νανούρισμα, αυτής της περιόδου με τον τίτλο «Καληνύχτα» μελοποιεί, στα 1947, ο νεαρός, επίσης, Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος σημειώνει πολύ μεταγενέστερα: «Δεν μπορώ να θυμηθώ καθόλου πώς έγραψα το τραγούδι “Καληνύχτα”. Πρέπει να ήταν το 1947, λίγο πριν εξοριστώ στην Ικαρία. Ημουν είκοσι δύο ετών τότε και ακόμη δάσκαλος μουσικής σε ιδιωτικό σχολείο. Αφού τελείωνα τα μαθήματα, έγραφα τα τραγούδια μου και μάλλον αυτό το τραγούδι γράφτηκε ένα τέτοιο απόγευμα. Μάλλον, ήταν ένα από αυτά που έγραψα για την Αντιγόνη Μεταξά, τη ραδιοφωνική συντάκτρια. Κάθε τραγούδι που της έδινα για το πρόγραμμα σήμαινε ένα δωρεάν γεύμα για μένα». Ανάμεσα στα δημοσιευμένα αυτά ποιήματα και το «Κυπαρισσάκι», το οποίο, δεκαπέντε χρόνια μετά, το 1960, με διασκευασμένους στίχους, γίνεται τραγούδι και κερδίζει το πρώτο βραβείο στο Β’ Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού του ΕΙΡ.

Υπάρχει όμως κάτι άλλο σημαντικότερο από τα βραβεία…

Με τον Μίνω Αργυράκη
Με τον Μίνω Αργυράκη | ΑΡΧΕΙΟ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ
xatzidakis manos
ΦΩΤ.: ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΣΤΑΦΥΛΙΔΟΥ

«Κάθε τρελό παιδί»

Στα πρώιμα αυτά ποιήματα αχνοφαίνεται εκείνο που αργότερα θα εξελιχτεί σε μια δημιουργική εμμονή του στιχουργού Χατζιδάκι: οι λέξεις, που λειτουργούν έμμεσα, αλλά και άμεσα ως σύμβολα στη στιχουργική του, με πρώτη και πιο χαρακτηριστική τη λέξη «παιδί», όχι με την καθαρά ηλιακή κατηγοριοποίησή του, αλλά με τον συμβολισμό της μη φθοράς, του γνήσιου συναισθήματος και του ανόθευτου ψυχισμού.

Ενα από τα πρώτα τραγούδια του είναι το «Τα παιδιά κάτου στον κάμπο» (η πρώιμη εκδοχή του μετέπειτα κοσμοτραγουδισμένου «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο») το οποίο ακούγεται στην παράσταση «Το καλοκαίρι θα θερίσουμε» του πρωτοεμφανιζόμενου τότε συγγραφέα (και μετέπειτα σκηνοθέτη) Αλέξη Δαμιανού που ανέβασε η Μικρή Σκηνή των Ενωμένων Καλλιτεχνών τη χειμερινή περίοδο 1945-46 στο θέατρο ΒΡΕΤΑΝΙΑ. Οι στίχοι του: «Τα παιδιά κάτου στον κάμπο στήσαν όλα το χορό/ και λυγάνε τα ποτάμια και σταυρώνουν τον αητό./ Ελα κόρη μ’ έλα και τ’ αυγερινού/ κοίτα στήσανε καρτέρι χίλι’ αστέρια τ’ ουρανού./ Τα παιδιά κάτου στον κάμπο φωσφοράν τις λαγκαδιές/ κυνηγάνε τα τσακάλια καβαλάν τις αστραπές./ Ελα κόρη μ’ έλα κι άναψε φωτιά κοίτα τόσα παλικάρια τραγουδάν τη μπαρμπαριά».

Εκτοτε το «παιδί» «παντού» στους στίχους του. Σε όλες τις πτώσεις, τους αριθμούς και τους προσδιορισμούς του. Ενδεικτικά: «Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά/ Κάθε δρόμος έχει μια καρδιά για τα παιδιά. («Κάθε κήπος»), «Οταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα/ είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει» («Ερωτικό»), «Ενα παιδί τριανταφυλλί/ ήρθε μου πήρε το φιλί/ κι έγινε δέντρο αμάραντο/ μεσ’ στη παρθένα πλάση» («Σχέδιο για ένα δημοτικό τραγούδι»), «Παιδί της γης/ παιδί τραγουδισμένο/ έτσι που σε φαντάζομαι/ σαν αστραπή» («Παιδί της γης»), «Μες στ’ αγιάζι στη βροχή/ δεν συνάντησα ψυχή/ τα παιδιά που αγαπηθήκανε/ φύγαν σ’ άλλην εποχή («Δυο παιδιά μες στη βροχή»), «Κάθε τρελό παιδί έχει στο χέρι/ φιλί της Παναγιάς κι ένα μαχαίρι» («Κάθε τρελό παιδί»), «Θα ’χει μια στέρνα για καρδιά/ θα περπατά στην αμμουδιά/ θα κυνηγάει τα πουλιά/ και θα σκοτώνει τα παιδιά» («Ο καινούριος προφήτης»), «Ο ταχυδρόμος πέθανε/ ήταν παιδί στα δεκαεφτά/ που τώρα έχει πετάξει» («Ο ταχυδρόμος πέθανε»), «Μαύρο παιδί/ κανείς δεν σ’ έχει δει» («Ο τρελός κόσμος») και φυσικά το κοσμοτραγουδισμένο «Τα παιδιά του Πειραιά» κ.ά.

Η επιμονή στο «παιδί» έχει εξήγηση. Ερμηνεύεται κατ’ αρχάς από τον ίδιο όταν λέει: «Η ζωή μου δεν ήταν η ζωή ενός μουσικού. Ηταν περισσότερο η ζωή ενός επικίνδυνου και ανήσυχου νέου, που η μουσική κατάφερε κάπως να τον ηρεμήσει και να τον κάνει “κατ’ επιφάνειαν νόμιμον”». Εξηγείται από τον διαρκή νεανικό του περίγυρο, αλλά και από τη διαρκή –κριτική– αγωνία του για τους νέους, όπως διατυπώνεται σε συνεντεύξεις και κείμενά του. Για ποιους, όμως, νέους ενδιαφερόταν στ’ αλήθεια; «Τους βιολογικά μόνο νέους δε φιλοδοξώ να τους έχω συνομιλητές. Πολλοί από αυτούς –οι περισσότεροι– θα είναι οι μελλοντικοί μας δυνάστες, είτε υπό τη μορφή του επιλοχία στη στρατιωτική εκπαίδευση, είτε του φοροεισπράκτορα, είτε του αστυνόμου, είτε του ταξιτζή, είτε του βασανιστή, είτε του κερδοσκόπου ταβερνιάρη, είτε του υπαλλήλου τραπέζης, είτε του κλητήρα υπουργείου, είτε του θυρωρού τέλος πάντων στην πολυκατοικία που θα διαμένουμε. […] Μ’ αυτούς τι τάχα έχω να πω; Και τι μπορεί να πει ο οποιοσδήποτε; Οι άλλοι νέοι, οι επιλέγοντες, οι νέοι κάθε ηλικίας, οι νέοι που προορίζονται να κουβαλήσουν την ευαισθησία μιας ολόκληρης γενιάς, της γενιάς τους, με καταλαβαίνουν και συνομιλούν μαζί μου θαυμάσια. Ακόμη και όταν διαφωνούν. Γι’ αυτούς τους νέους ενδιαφέρομαι. Γι’ αυτούς που μ’ επιλέγουν κι επιλέγω. Και που δεν έχουν ηλικία».

Και όπως αναφέρει σε μια άλλη συνέντευξή του, στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο, το 1985: «Οπως η γέννηση ενός παιδιού είναι ένα διαβατήριο για τη μελλοντική γενιά (όταν δεν αποτελεί δημογραφικό στόχο, αλλά φυσική συνέπεια του έρωτα), έτσι κι αυτή η έλξη μου για τους επίλεκτους νέους διεκδικεί ένα διαβατήριο ποιητικής συνέχειας».

Η «Λυπητερή Παρέλαση» και η «Εργατική cantata»

Επιστρέφουμε στον πρώιμο ποιητή Χατζιδάκι. Στα 1946, βρισκόμενος στη Θεσσαλονίκη με τον θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών γράφει μια ολιγοσέλιδη σύνθεση, σε οκτώ μέρη, ελευθερόστιχων ποιημάτων, με τον τίτλο: «Λυπητερή Παρέλαση - Μια ποιητική σειρά από στιγμές», καθώς και το ποίημα «Εργατική cantata», το οποίο χαρίζει «στους μυλεργάτες του εργοστασίου Αλατίνη». Τα ποιήματα αυτά τα είχε εμπιστευτεί τότε στον συνομήλικό του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη με σκοπό να εκδοθούν στη Θεσσαλονίκη, κάτι όμως που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Πολλά χρόνια αργότερα, την άνοιξη του 2001, ο Αναγνωστάκης τα δημοσιεύει στο 17ο τεύχος του περιοδικού «Ποίηση» προλογίζοντάς τα ως εξής: «Γνωριστήκαμε με τον Μάνο Χατζιδάκι το καλοκαίρι του 1946, όταν είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη, με τον θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών. Ηταν τότε 21 ετών, όσο κι εγώ. Είχα βγάλει την πρώτη μου ποιητική συλλογή πριν από ένα χρόνο, αλλά δεν ήξερα ότι και ο ίδιος έγραφε ποιήματα. Μου το εκμυστηρεύθηκε ένα βράδυ, σ’ ένα παραθαλάσσιο μικρό καφενείο και διακριτικά, σχεδόν διστακτικά, μου έδωσε και μένα να διαβάσω δύο ποιήματά του. Εξίσου διακριτικά, σαν να μιλούσε σε (φτασμένο) ομότεχνό του, μου εξομολογήθηκε την επιθυμία του να τα φροντίσω εγώ, ώστε να δημοσιευτούν στη Θεσσαλονίκη. Μου άρεσαν τα ποιήματά του· του υποσχέθηκα ότι θα φρόντιζα να βγουν όσο γίνεται πιο καλαίσθητα και σε γνωστό τυπογραφείο. Τα χειρόγραφα έμειναν στα χέρια μου. Μα τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν τόσο δύσκολα και μαύρα για μένα, ώστε δεν μπόρεσα να του ξεπληρώσω το χρέος. Τα ποιήματα κάπου παράπεσαν, όπως και τόσα άλλα χαρτιά, και ξεχάστηκαν σιγά σιγά. Σήμερα, 55 χρόνια αργότερα, ανασκαλεύοντας κιτρινισμένα απομεινάρια μιας άλλης εποχής, τα ξαναβρήκα και θέλησα με νοσταλγία να θυμίσω εκείνο το θερμό και ευαίσθητο παιδί που ήταν τότε ο Μάνος Χατζιδάκις».

Στίχους από την ερωτική ελεγεία «Λυπητερή Παρέλαση» θα χρησιμοποιήσει λίγα χρόνια μετά, στην πρώτη ουσιαστικά δισκογραφική παρουσία μελοποιημένων στίχων του, ως αυτόνομα τραγούδια, στο βινύλιο 45 στροφών «Ο κύκλος του C.N.S.» που εκδόθηκε το 1959 (το έργο γράφτηκε τη διετία 1954-1956) και περιέχει έξι τραγούδια για πιάνο και φωνή: «Κι αν σμίξουν τ’ άστρα μας/ Θέλω με τη σιωπή/ Που παραδέχεσαι/ Τον εαυτό σου» (από την ενότητα της «Λυπητερής Παρέλασης» «portrait of melancholy») το οποίο τραγούδησε ο Μούτσιος στο τραγούδι του δίσκου «Στην αποβάθρα» ως: «Κι αν σμίξουν τ’ άστρα μας/ Θέλω με τη σιωπή/ Που σμίγω τη μορφή σου».

Οι στίχοι του έργου (γραμμένοι με αφορμή τον θάνατο του φίλου τού Χατζιδάκι, Etienne Rohrich Moritz, στις 9 Αυγούστου 1951 και χαρισμένοι στον άλλο φίλο του στη Βαρκελώνη, Carlo Novi Sanchez) «σύγχρονα με τη μουσική ή πρώτα απ’ αυτήν, ακολουθώντας πιστά ή ψάχνοντας πολλές φορές μια φόρμα, ένα σχεδιάγραμμα που να περικλείει με λιτότητα ό,τι ήθελα να πω», όπως σημείωνε στο εισαγωγικό κείμενό του, διαθέτουν λυρική αφήγηση, έναν ελεγειακό χαρακτήρα και την επίγνωση που είχε και ο Πίνδαρος στους επαίνους του, ότι οι ωδές –επινίκιες ή θρηνητικές– διαρκούν περισσότερο από την επίγεια ζωή, διατηρώντας την ένδοξη στην αιωνιότητα: «Με πνίγει ετούτη η θάλασσα/ που τόσο αγάπησα/ με πνίγει το τραγούδι της/ με πνίγει η ερημιά της./ Κι είναι στα δάχτυλα ρυθμός/ ένας ατέλειωτος καημός/ η ανάμνησή Του./ Κι είναι Θεός/ κι είναι Χριστός/ κι είναι καραβοκύρης/ ο φίλος μου που μ’ άφησε/ κληρονομιάν Εσένα» («Με πνίγει τούτη η θάλασσα»), «Ο αφέντης έφυγε πρωί/ σκύλος τα μεσάνυχτα/ κι ώς τη χαραυγή/ Κάθε καράβι, σμίγει το βυθό/ σφυρίζει τα μεσάνυχτα/ φωνάζει τον Χριστό/ Εγώ φοβάμαι τη σιωπή/ πληγώνω τα μεσάνυχτα/ κι ακούγεται η κραυγή» («Ο αφέντης έφυγε πρωί»).

xatzidakis
ΑΡΧΕΙΟ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ

Στην «Εργατική cantata» το ύφος του είναι διαφορετικό: Δείγμα της το ακόλουθο:

Στη συνοικία προχτές σκότωσαν ένα εργάτη σκύψαμε απάνω του και τον ρωτήσαμε. Σύντροφε η γης πότε θα τραγουδήσει; Μα ήσαν τα μάτια του κλειστά και δεν μας άκουσε. Υστερα απ’ αυτό, μια γριούλα χάθηκε στο πλαϊνό σοκκάκι κάμνοντας το σταυρό της.

Μάτι κλειστό στον πόνο σου
Χείλια σαρκαστικά στο θρήνο σου
Κι ένας Χριστός τ’ ομολογάει
Δεν έσβυσε η φωνή σου.

Κοπέλες
Με τον έρωτα στα στήθια σας
γυναίκες με τους γιούς σας
σύντροφοι!

Δεν είν’ σβησμένη του η φωνή
Μαζύ κι ανάσα και κραυγή
Βόλι τραχύ στον Τύραννο
Στον μαχητή ’ναι σύνθημα
Για το παιδί ένα σφύριγμα παραμυθιού
Στην αγαπητικιά του αγκάλιασμα
Και στη γριά τη μάνα του
Εν’ άσπρο περιστέρι

Για αυτά τα ποιήματα σημειώνει ο Γιώργος Μπαλούρδος: «Τα ποιήματα, καταρχάς, μας δείχνουν έναν έφηβο που έχει διαβάσει Δημοτική Ποίηση, ιδιαίτερα τα Κλέφτικα Τραγούδια, τραγούδια που φέρουν αυτόν τον ηρωικό και ένδοξο τόνο για τους νεαρούς αγωνιστές της κλεφτουριάς. Ο εσωτερικός ρυθμός των στίχων, παρά τη διαφορετική τους δομή και τεχνοτροπία, προσομοιάζει με αυτόν των ανώνυμων δημοτικών μας τραγουδιών. Αναγνωρίζουμε την ατμόσφαιρα που έχουν τα ποιήματα για τον Διγενή, μόνο που εδώ, ο Μάνος Χατζιδάκις μεταφέρει την πάλη από τα αλώνια, στις κορυφογραμμές που πολεμούν οι αριστεροί σύντροφοί του λεβεντονιοί. […]Τα ποιήματα έχουν μια επικαλυπτόμενη διαστρωμάτωση. Ο ερωτισμός συνυπάρχει με τον πολιτικό τόνο, χωρίς να αναιρεί η μία ατμόσφαιρα την άλλη. Αν στη “Λυπητερή Παρέλαση” υπερισχύει ο προσωπικός ερωτικός τόνος του ποιητή, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν διακρίνουμε και στοιχεία πολιτικής και κοινωνικής υφής. Το ίδιο έχουμε και στην “Εργατική Καντάτα”. Η πολιτική δεν αναιρεί τον κρυφό ερωτισμό με τον οποίον ο ποιητής παρατηρεί τους κόκκινους λεβεντονιούς και τα ηρωικά τους ανδραγαθήματα. [...] Σολωμικές αμυδρές επιρροές, διακρίνουμε σε ορισμένους στίχους, με την ανοιξιάτικη ή Μαγιάτικη ατμόσφαιρά τους. Μόνο που ο Μάνος Χατζιδάκις δεν ορίζει μέσα σε ρομαντική ατμόσφαιρα τα δικά του συναίσθημα. Το Παιδί που υμνεί, δεν είναι Ιδέα, αλλά έχει σάρκα και οστά, επιθυμίες και ανησυχίες, κινείται μέσα σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο».

Οι δύο «Μυθολογίες»

Είκοσι χρόνια μετά τη «Λυπητερή Παρέλαση», το 1966, κυκλοφορεί το βιβλίο «Μυθολογία» (ποιήματα 1952-1965) από τις εκδόσεις Κεραμεικός, με σχέδια του Γιάννη Μόραλη. Στη σημείωση από το οπισθόφυλλο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου αναγράφεται: «Το βιβλίο αυτό είναι η ποιητική έκφρασις ενός πρώτου, νεανικού κύκλου μουσικών δοκιμών. Περιέχει δύο εκτενή ποιήματα, την “Υγρασία” και τη “Μελισσάνθη”, και τις ποιητικές ενότητες Ο Κύκλος του C.N.S., Monoprix, Τρεις Προσωπογραφίες, Τρεις Μπαλάντες, Τρία Ρυθμικά Τραγούδια για τον Ρόννυ και Γυμνάσματα. Η “Μυθολογία” του Μ.Χ. δεν είναι καθεαυτό ποίησις ή, ακριβέστερα, δεν είναι μόνο ποίησις. Είναι η επέκτασις μιας συγκεκριμένης μουσικής δημιουργίας μέσα στον ελεύθερο ποιητικό χώρο».

Το 1982 ακολουθεί η «Μυθολογία Δεύτερη» (ποιήματα 1968-1982) με δύο εικόνες του Γιώργου Σταθόπουλου και η κυκλοφορία γίνεται από τις εκδόσεις Αγρα. Για αυτά τα ποιήματα γράφει ο Αντώνης Μποσκοΐτης: «Η “Μυθολογία Δεύτερη” ξεκίνησε να γράφεται στο Χόλυγουντ από τον Φεβρουάριο έως τον Μάιο του 1968 και ολοκληρώθηκε συγγραφικά στην Αθήνα του 1982, για να κυκλοφορήσει εκείνη τη χρονιά από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ. Νομίζω πως εάν στα “Τρία ρυθμικά τραγούδια για τον Ρόννυ” ο Μάνος Χατζιδάκις είχε επηρεαστεί, όπως λέω, από την beat λογοτεχνία, σε ολόκληρη τη “Μυθολογία Δεύτερη” προσπάθησε να συγχωνεύσει τον υπερρεαλισμό από την Αμοργό του μέντορά του, Νίκου Γκάτσου, με την αντεργκράουντ έκρηξη που βίωνε στην Αμερική του Monterey, του Woodstock, των αντιπολεμικών διαδηλώσεων, των πανεπιστημιακών εξεγέρσεων και των Μαύρων Πανθήρων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ένα ποίημα τιτλοφορείται “Tradition και Revolution” και ένα άλλο “Ελευθεροτυπία” (Free Press), αφιερωμένο υπαινικτικά σε μια αναρχική εφημερίδα του Λος Αντζελες! Οι μεταγενέστεροι κύκλοι, πάντα μέσα από τη “Μυθολογία Δεύτερη”, όπως το “Περίπτερον Αγάπης” και οι “Ανασκαφές στον Ζυγό”, θα μπορούσαν να είναι επίσης κύκλοι τραγουδιών του, σαν κι αυτούς τους πρωτοποριακούς που έφτιαξε από το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ’70 και μετά!»

«Παιδί της γης»

Ειδικά για τα ποιήματα του Χατζιδάκι θα πρέπει να γίνει αναφορά στη μελοποίησή τους από τον Νότη Μαυρουδή, το 1977, στον δίσκο του «Παιδί της γης». Ο συνθέτης επέλεξε να μελοποιήσει δέκα ποιήματα από τα είκοσι πέντε της «Μυθολογίας» (το 1994, δύο από τα ποιήματα, «Το ποτάμι» και η «Κρίση», μαζί με το «Μαρία Ελένη», μελοποιήθηκαν και από τον Σταύρο Ξαρχάκο και κυκλοφόρησαν στον δίσκο «Αγάπη είν’ η ζωή» με ερμηνεύτρια τη Νάνα Μούσχουρη).

Το άλμπουμ ηχογραφείται στο στούντιο της Columbia και η ενορχήστρωση που επιλέγεται αέρινη και λυρική, όπως και οι στίχοι του Χατζιδάκι: «Κρίση την είπαν την στιγμή/ σαν εκοιμήθεις πλάι μου με χάρη/ την ώρα που ξεχύθηκαν μ’ ορμή/ χίλια πουλιά να σκίσουν το φεγγάρι» («Κρίση»). Στον δίσκο ακούγονται εκτός των άλλων και τρία μελοποιημένα ποιήματα-μικρές βιογραφίες του Χατζιδάκι προς τρεις ποιητές και συνοδοιπόρους, τον Οδυσσέα Ελύτη: «Ο,τι χάραζε σε στίχους/ τα ’παιρνε η θάλασσα που ’χε στα χέρια του», τον Γιώργο Σεφέρη: «Ενας αστός ξεκίνησε με μια βαλίτσα αναμνήσεων στο χέρι» (το οποίο απαγγέλλει ρυθμικά ο ίδιος ο Χατζιδάκις) και τον Νίκο Γκάτσο: «Κ’ έγινε πέτρα αρχαϊκή/ στη μνήμη των εφήβων».

Ο Μαυρουδής θυμάται το ιστορικό της μελοποίησης και ηχογράφησης των ποιημάτων: «Αυτός γενναιόδωρος άνθρωπος, μου έδωσε την άδεια να ηχογραφήσω τα μελοποιημένα ποιήματά του, χωρίς να έχει ακούσει προηγουμένως τι είχα δημιουργήσει. […]Τον παρατηρούσα τη στιγμή της ακρόασης να καπνίζει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Αρχισε να μιλάει για τα ποιήματά του σε σχέση με τη μουσική αντιμετώπιση που είχαν από εμένα. Εδειχνε τη χαρά του μέσα από τα λόγια του, καθώς και την ανάγκη του να ακούσει ξανά και ξανά μερικά από τα τραγούδια. Μετά, όταν ένιωσε πως είχε μπει στην ατμόσφαιρα που ήθελε, μπήκε στην αίθουσα ηχογράφησης για να διαβάσει την προσωπογραφία του στον Γιώργο Σεφέρη, εγώ στην κιθάρα, με τον Δημήτρη Βράσκο στο μαντολίνο και τον Θανάση Παρασκευόπουλο στο κλαρινέτο, να τον συνοδέψουμε και η μουσική μου να ακούγεται ως υπόκρουση, όπως είχα προγραμματίσει. Ηταν μια μαγική στιγμή, αξέχαστη για μένα».

«Αφθαρτες λέξεις ποιητικές και ξαναγεννημένες»

Μολονότι «ο Χατζιδάκις, ενόσω ζούσε, δεν πέτυχε να ξεχωρίσει ως ποιητής ούτε ως στιχουργός», όπως σημειώνει ο Θάνος Φωσκαρίνης, οι στίχοι του τόσο στα ποιήματα όσο και στα τραγούδια του αποτελούνται από τις κατά τον ίδιο τον Χατζιδάκι «άφθαρτες λέξεις ποιητικές και ξαναγεννημένες» και «περιέχουν με σαφήνεια την ποιητική ιδέα, αυτήν που δημιουργεί την ανάγκη του τραγουδιού». Τα λόγια του δεν στοχεύουν στην «πολυφωνική και λαϊκή υστερία», αλλά λειτουργούν ως «μυστική πηγή», το νερό της οποίας δεν ξεπλένει, αλλά ξεδιψά, δεν ονειρεύεται αγριεμένες θάλασσες, αλλά κουρασμένους μα πάντα ονειροπόλους οδοιπόρους.

Ο Γιώργος Ανδρέου τονίζει σχετικά για την ποιητική του: «Μινιμαλιστής, ακριβής κι ακριβός, επίμονος κι ανένδοτος, λαϊκός κι αριστοκράτης, κινείται (κατά το σχόλιο του Μπέργκμαν για τον Ταρκόφσι) με άνεση σε δωμάτια, στων οποίων τις εξώθυρες άλλοι (αμέτρητοι) έσπασαν το κεφάλι τους ολόκληρη ζωή. Ισως επειδή αισθάνεται ποιητής: Αυτός ο μέγας μουσικός αναφέρεται στην τέχνη του σχεδόν αποκλειστικά με ποιητικούς όρους –με τρόπο εξαίσιο “εξηγεί” (ιδίως στα πολύτιμα σημειώματα των δίσκων του) πώς ο ερωτισμός της ποιητικής του συνομιλεί με την ποιητική του ερωτισμού του–, έχει άλλωστε επιλέξει έναν (μείζονα) ποιητή διά βίου μέντορά του. Δεν είναι όμως μόνο του Γκάτσου ο βηματισμός που φωτίζει τις σπαρακτικές όσο παρηγορητικές του νότες – στο έργο του, σολωμικά αποσπάσματα (ιδιοφυείς μοτιβικές αμφιβολίες) συνυπάρχουν με καβαφικής καταγωγής τολμηρές ηχητικές προβολές της σωματικής μνήμης, η “Στέρνα” του Σεφέρη κι η “Οξώπετρα” του Ελύτη συστοιχίζονται πίσω από δημοτικά δίστιχα, διαμάντια του Μαλαρμέ, του Ρεμπώ, του Λόρκα».

Στους στίχους τραγουδιών του Χατζιδάκι επαναλαμβάνονται αρκετές φορές λέξεις όπως η άνοιξη, το πουλί, η αγάπη, ο ουρανός, το σύννεφο, το φεγγάρι κ.ά. Θα έλεγα ότι είναι σχεδόν εμμονική η σχέση του με αυτόν το λεκτικό κόσμο που όμως καταφέρνει να φτιάξει ένα σύμπαν. Λέξεις «άφθαρτες» όχι ως προς τη χρήση τους, αλλά ως προς τα νοήματά τους. Λέξεις που αναδεικνύουν τον λυρισμό της μουσικής και συντελούν στη δημιουργία της ονειρικής ατμόσφαιρας που αποπνέουν οι μελωδίες, ακόμη κι αν ως στιχουργήματα δεν έχουν πάντα το ιδεοπλαστικό και στοχαστικό βάθος του λόγου άλλων μεγάλων στιχουργών. Λέξεις που κατά τον xατζιδακικό στοχασμό: «ξαπλώνουν με ηδυπάθεια για να παντρευτούν τους ήχους, ειδικά τακτοποιημένους κι αποκλειστικά συνταιριασμένους γι’ αυτές».

Λέξεις που χρησιμοποιεί κατά κόρον και ο Νίκος Γκάτσος. H γνωριμία τους, άλλωστε, χρονολογείται από το 1943, συνεπώς εξηγείται η αλληλεπίδραση ή για να το πούμε ορθότερα η εσαεί επιρροή του Γκάτσου, ένα γεγονός που αναγνωρίζει πρώτος ο Χατζιδάκις: «Ο Γκάτσος επηρέασε εμένα, όχι εγώ τον Γκάτσο. Εγώ ήμουν ο μαθητής. Είχα την τύχη να εισπράξω πολύτιμα μαθήματα, ιδίως σε μια περίοδο, μετά την απελευθέρωση, που οι συνομήλικοί του φίλοι έφυγαν στην Ευρώπη, και οι δικοί μου πάλι το ίδιο, και μείναμε οι δυο μας στο πατάρι του “Λουμίδη” ή του “Πικαντίλλυ” να μιλάμε. Ο Γκάτσος μπορεί να δέχτηκε πληροφορίες από μένα, αλλά όχι επιρροή».

Αλλοτε αναφέρει: «Οι στίχοι από τον Νίκο Γκάτσο ή από μένα αποτελούν παιχνίδι λέξεων και εικόνων ακριβό, όπως και οι ποιητικές καταβολές που περιέχουμε. Συνεπώς, το “παλικάρι το ψηλό” δεν υπήρξε ποτέ αληθινό. Μόνο δυο στίχοι από το αναγνωστικό μου όταν μικρός επήγαινα στο Δημοτικό. Οπως και ο Υμηττός δεν συντηρούσε κανένα μυστικό».

Παιχνίδι, λοιπόν, λέξεων και εικόνων από τον Χατζιδάκι με έντονα τα στοιχεία του αγγλοσαξονικού μοντερνισμού, του τραγικού παραλόγου, του ανοικείου, των υπερρεαλιστικών νοηματικών συσχετισμών, αλλά και της αναδημιουργίας –ενίοτε και μετωνυμικά– των θρησκευτικών συμβόλων έχοντας ως επιρροές ποιητές και στιχουργούς, όπως ο Ελύτης, ο Σαχτούρης, ο Βαρβιτσιώτης (δεν είναι τυχαίο ότι ποιήματά τους ήταν από τις πρώτες μελοποιήσεις του), ο Σικελιανός, ο Καμπανέλλης, ο Ελιοτ, o Πάουντ και βεβαίως ο Λόρκα, με το έργο του οποίου ο Χατζιδάκις ήρθε επίσης σε επαφή νεότατος.

Ενδεικτικά, ο Σαχτούρης γράφει στο ποίημά του «Δεν είμαι δέντρο»: «κάποτε μέσα στο όνειρο έσφαξα μια κοπέλα/ πλάι σ’ ένα κυπαρίσσι/ τώρα τεντώνω ένα πανί/ κι αποκάτω ξαπλώνομαι», και ο Χατζιδάκις στο «Κάθε τρελό παιδί»: «Κάθε που σφάζονται/ δυο περιστέρια/ η νύχτα καίγεται/ στα δυο του χέρια./ Και το κορίτσι δε μιλά». Ενδεικτικά, επίσης, ο Λόρκα εικονοποιεί σε πολλά ποιήματά του το φεγγάρι με το ποτάμι φτιάχνοντας ένα ανδαλουσιανό σκηνικό γεμάτο λυρισμό και χρώματα όπως: «Το φεγγάρι πηγαίνει μεσ’ απ’ τα νερά/ Τι γαλήνιος, αχ, που ’ναι ο ουρανός ψηλά επάνω!» («Μισοφέγγαρο») και ο Χατζιδάκις: «Το φεγγάρι πήγε κι έπεσε/ στο ποτάμι το βαθύ/ κι η αγάπη μου κιτρίνισε/ σαν τη φλόγα στο κερί» («Το φεγγάρι είναι κόκκινο»).

Ο Χατζιδάκις αφομοιώνει θεματικά και στιχουργικά και το δημοτικό τραγούδι και τη σχέση του με τον φυτικό κόσμο, όμως πάντα σε συσχετισμό ή σε κατάληξη στον άνθρωπο. Και πιο ειδικά: στον έρωτα: «Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά/ κάθε δρόμος έχει μια καρδιά για τα παιδιά» («Οδός Ονείρων»), «Το πέλαγο είναι βαθύ κι η αγάπη είναι μεγάλη» («Το πέλαγο είναι βαθύ»), «Κυπαρισσάκι είν’ αψηλό το παλικάρι π’ αγαπώ» («Κυπαρισσάκι»). Αυτή η αγάπη και η εμμονή του στα όντα της φύσης, ως προβολή στις ερωτικές σχέσεις, διαφαίνεται και στην επιλογή των ποιημάτων από ευρύ φάσμα της ελληνικής παράδοσης που μελοποιεί στον «Μεγάλο Ερωτικό». Εν γένει, τα συναισθηματικής υφής στιχουργήματα του Χατζιδάκι δεν είναι ερωτικά τραγούδια, αλλά «τραγούδια για τον έρωτα», όπως είχε δηλώσει ο ίδιος.

Ξεπερνάει ακόμα και τα όρια του φύλου, όχι όμως ως μετανεωτερική συνθήκη μη δυαδικότητας, αλλά ως «μια αλληγορία με βάση το φύλο, που είναι μεγαλύτερη και ανεξάρτητη από τον ίδιο τον προβληματισμό για το φύλο», όπως ο επισημαίνει ο Δημήτρης Βερνίκος, στον οποίο, το 1967, ο Χατζιδάκις γράφει και αφιερώνει ένα λιμπρέτο για την άγνωστη ώς σήμερα όπερά του «Μεταμορφώσεις». Σε μία από τις τριακόσιες επιστολές που του στέλνει από την Αμερική, όπου βρισκόταν από τα τέλη του 1966, γράφει: «Στις “Μεταμορφώσεις” προσπαθώ να δημιουργήσω για πρώτη φορά ήρωες χωρίς γένος. Θέλω να περιγράψω μια νεότητα που αρχίζει να υποπτεύεται πως κάποτε ο άνθρωπος θάναι γυναίκα και άντρας μαζί, απόλυτα ελευθερωμένος αλλά και πειθαρχημένος σε μια καινούργια Τάξη, κερδίζοντας έτσι την αιωνιότητά του. […] Ακριβώς αυτήν την στιγμή αυτών των πρώτων αλλοιώσεων θέλω να φωτίσω στις “Μεταμορφώσεις”, σε μια σύνθεση επική και ποιητική μαζί».

Με τη Μελίνα και τον Ζυλ Ντασσέν
Με τη Μελίνα και τον Ζυλ Ντασσέν | AP PHOTO/STR
Με τον Ηλία Καζάν, Νέα Υόρκη 1964
Με τον Ηλία Καζάν, Νέα Υόρκη 1964 | ΑΡΧΕΙΟ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ

Η Ελένη, η Μαριάνθη, η Ευρυδίκη, η Παναγία

Στους στίχους του συναντάμε, επίσης, το «κορίτσι-γυναίκα» είτε ως ανώνυμη φιγούρα, π.χ. «Το μεθυσμένο κορίτσι», «Ενα κορίτσι λυγερό», «Κορίτσι μου γυναίκα μου ο χρόνος θα με πάρει /μα δεν κάνει χάρη /στο πάθος θα χαθώ» («Αγάπη μου»), είτε προσωποποιημένο και συμβολοποιημένο, π.χ. η Ελένη, η Μαρία Ελένη, η Μελισσάνθη, η Μαριάνθη, η Ευρυδίκη, η Παναγία, είτε, τέλος, ως «μάνα». Καθόλου τυχαίο το γεγονός. Είναι γνωστή η ιδιαίτερη αγάπη του Χατζιδάκι για τις γυναίκες και τις σπουδαίες του φίλες, αρχής γενομένης από τη μητέρα του, Αλίκη. Ο Σεραφείμ Φυντανίδης έχει πει χαρακτηριστικά: «Δεν έχω ξαναδεί άντρα απέναντι στις γυναίκες σαν τον Χατζιδάκι: τζέντλεμαν, αβρός, κύριος! Ο Γκάτσος το ’λεγε: “Αν δεν ήταν ομοφυλόφιλος ο Μάνος, θα μας τις είχε φάει όλες!”».

Στα τραγούδια, λοιπόν, αυτά που έχουν καθαρά ως θέμα τη γυναίκα (είτε σε στίχους δικούς του είτε του Γκάτσου, του Μπουρμπούλη, του Καμπανέλλη, του Σολωμού κ.ά.) όπως προκύπτει από σχετική μελέτη του Βασίλη Αγγελικόπουλου, δεσπόζουν οι ακόλουθες μορφές: α) η μορφή του αλλόκοτου κοριτσιού: μια κάπως ασαφής και σαν ονειρική ύπαρξη, που δεν έχει γίνει ακόμα γυναίκα, αφού πάντα κάπως εξαφανίζεται, β) η μορφή της μητέρας: σεβάσμια, ευγενική, διακριτική και ενίοτε τραγική, συχνά ταυτιζόμενη με τη μορφή της Παναγίας, αλλά όχι σπάνια και με τη μορφή της ερωμένης και γ) η ώριμη γυναίκα: η διά πυρός και σιδήρου πεπερασμένη ύπαρξη, που εκφράζεται με ποικίλους τρόπους: άλλοτε με αισθησιασμό, άλλοτε ως σύμβολο και φορέας κοινωνικής κριτικής.

«Δεν είναι το τραγούδι μου απλοϊκό κι ευχάριστο σαν το τενεκεδένιο σήμα μιας πολιτικής παράταξης»

Ακόμα ένα σημείο που χαρακτηρίζει τη στιχουργική του Χατζιδάκι είναι η απουσία του συγκυριακού σχολιασμού της επικαιρότητας και της ανάδειξης του θυμού ή διδακτισμού ως έκφρασης ή εκτόνωσης. Με άλλα λόγια, αν και στα κείμενά του, στις συνεντεύξεις του, στα εισαγωγικά σημειώματα έργων του και σε κάθε άλλο δημόσιο και διαλογικό του λόγο εκφράζει καθαρή πολιτική σκέψη και θέση για τα ελληνικά και διεθνή θέματα (π.χ. σε γράμμα του από την Αμερική στον Βερνίκο γράφει μετά τη δολοφονία του Ρόμπερτ Κένεντι: «Οι δολοφόνοι/ άλλοτες είχαν στόχο την καρδιά/ Τώρα σκοπεύουν το μυαλό», προοικονομώντας, θα λέγαμε, τον στίχο της Κατερίνας Γώγου: «Ξέρω πως λένε ψέματα οι εφημερίδες,/ γιατί γράψανε ότι σου ρίξανε στα πόδια./ Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια./ Στο μυαλό είναι ο Στόχος/ το νου σου ε;»), στους στίχους των τραγουδιών του δεν προτάσσει έναν ξεκάθαρα καταγγελτικό χαρακτήρα και εξεγερτικό ύφος, όπως μπορεί να έχει ένα κοινωνικοπολιτικό τραγούδι διαμαρτυρίας.

Αυτό το επιτυγχάνει έμμεσα, ακολουθώντας μουσικά και όχι στιχουργικά τη στροφή στην εθνική λαϊκή παράδοση ως ένα πολιτικό μήνυμα που παρατηρείται στις αρχές του 20ού αιώνα στην Ευρώπη και την Αμερική: o ισπανικός χορός flamenco, το αργεντίνικο tango, το πορτογαλικό fado, το αμερικάνικο blues και jazz μαζί με τα ρεμπέτικα υπερισχύουν ως εθνική ιδεολογία και εκφράζουν μια πολιτισμική αντίληψη εκτονώνοντας τα συλλογικά συναισθήματα (αρχικά ως αστικές λαϊκές μουσικές και εκφράσεις των «περιθωριακών» κοινωνικών ομάδων). Τα πολιτικά μηνύματα επίσης εισέρχονται στο θυμικό του ακροατή πιο υπαινικτικά: «Πορνογραφία σημαίνει συνουσία/ συνωμοσία στο φως των αστεριών/ για την Ευρώπη μα και για την Ασία/ πορνογραφούμε στα μάτια των παιδιών», εξηγώντας το βαθύτερο νόημα στο σημείωμα του έργου: «Πορνογραφία είναι ακόμα η δολοφονία του αθώου βλέμματος χιλιάδων παιδιών της οικουμένης, ο εθισμός του κόσμου μας με το τρομαχτικό...»

Ακόμα, δηλαδή, κι όταν γράφει την «Εποχή της Μελισσάνθης», ένα βαθύτατα πολιτικό έργο, με αληθινά και αυτοβιογραφικά στοιχεία, προσπαθεί να κρατήσει την ιδιωτικότητά του μέσα από τους στίχους και να εξηγήσει την ιστορική του διάσταση μέσα από το εισαγωγικό κείμενό του – δίσκο στον οποίο υπάρχουν τρεις διαφορετικές, αλλά αλληλοσυμπληρούμενες, «αναγνώσεις» του έργου, όπως γράφει ο Βασίλης Αγγελικόπουλος: «Η πρώτη “ανάγνωση” εξιστορεί το τραγικό περιστατικό της αναγνώρισης μάνας και του γιου σε ερωτικό κρεβάτι φτηνού ξενοδοχείου στο λιμάνι του Αμβούργου, στην κατεστραμμένη Γερμανία – ένα πραγματικό περιστατικό, απότοκο του πολέμου, που τάραξε βαθιά τον 19χρονο Χατζιδάκι, όταν το διάβασε τότε στις εφημερίδες. Η δεύτερη “ανάγνωση” δίνει εικόνες από την καταστροφή που άφηνε πίσω του ο πόλεμος, από την ανάπηρη Απελευθέρωση της χώρας, την αρχή νέων δεινών και τη διάψευση των ελπίδων. Και η τρίτη, προχωρώντας εις βάθος, προσπαθεί να ανιχνεύσει “πού βρίσκεται η αλήθεια της νεοελληνικής μας ελευθερίας”, της γεννημένης μεν από “κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά”, αλλά και “ποδοπατημένης, με σπασμένα τα κόκκαλα από τα ασθενικά παιδιά τους”».

Ορισμένα μόνο σημεία του έργου φωτίζουν την πηγή δημιουργίας: «Χιλιάδες άνθρωποι χυμένοι/ Στον μεγάλο δρόμο από άσφαλτο/ Τραυματισμένον από μικρές χρωματιστές σημαίες» και «Τα βρέφη πίνουμε χολή/ Κι οι μάνες πάνω στις καμένες στέγες/ Ταΐζουν με τα ψίχουλα παιδιά/ Και προσπαθούν να πιουν τη βροχή σταλιά σταλιά» κ.ά.

Στο ίδιο μήκος κύματος και στην πολυτροπικότητα του τραγουδιού, στην πρόθεση του δημιουργού, αλλά και στον ρόλο της αναγνωστικής ανταπόκρισης, ο Χατζιδάκις γράφει σε ένα σχόλιό του: «Πέντε άνδρες συνωμοτούν υπό βροχήν, κάτω από μίαν ομπρέλα. Είναι πολιτική πράξις. Στοιβάζονται μάλιστα κάτω απ’ την ίδια ομπρέλα, για να μη βραχούν. Την ίδια ώρα ακούγεται το τραγουδάκι “Συννέφιασε, συννέφιασε, ψιλή βροχούλα έπιασε”. Σαφώς το τραγουδάκι είναι πολιτικό, ιδιαίτερα σαν συνδεθεί με τους πέντε συνωμότες, που προσπαθούν να μη βραχούν. Αν όμως το τραγούδι ακουστεί σε παραλία ερημική, την ώρα που δεν βρέχει, μπορεί να γίνει και προφητικό, αν τύχει και ξεσπάσει η μπόρα, μες σε πέντε το πολύ λεπτά. Αν πάλι δεν βρέξει διόλου, τότε το τραγούδι γίνεται απλούστατα ένα ρεμπέτικο τραγούδι, με κάποιες τάσεις εγωιστικές γι’ αυτόν που το τραγουδάει, μια κι όλο προσπαθεί να μη βραχεί, ενώ στο τέλος βρέχεται για τα καλά και το φωνάζει με ιδιαίτερη ικανοποίηση στους άλλους τραγουδώντας… για κοίτα με πώς βράχηκα».

Ο Χατζιδάκις, εν τέλει, μέσα από τους στίχους του δεν «διδάσκει» την εξέγερση· την εκμαιεύει με την αισθητική του. Προσδιορίζει συνειδητά και περιφρουρεί επαγρυπνώντας τον χώρο της τέχνης όπου κινείται: «Δεν είναι το τραγούδι μου απλοϊκό κι ευχάριστο σαν το τενεκεδένιο σήμα μιας πολιτικής παράταξης ή ενός αθλητικού συλλόγου. Δεν κολακεύει τις συνήθειές σας ούτε και διασκεδάζει την αμηχανία σας, την οικογενειακή σας πλήξη ή την ερωτική σας ανεπάρκεια».

Με άλλα λόγια, με τον «Μεγάλο Ερωτικό», μεσούσης της δικτατορίας, μεταδίδει με τον τρόπο του ένα βαθύτατο πολιτικό –και όχι ρομαντικό– μήνυμα: ο έρωτας θα σώσει τη χώρα ακολουθώντας τα χνάρια του ντοστογιεφσκικού: «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο».

Η θεατρικότητα και η σαρκαστικότητα στους στίχους

Στοιχεία, επίσης, που μπορεί να διακρίνει κανείς στους στίχους του Χατζιδάκι είναι η θεατρικότητα και η αφηγηματικότητά τους, εξαιτίας του περιβάλλοντος για το οποίο προορίζονταν: μια μουσικοθεατρική παράσταση ή ένας κύκλος τραγουδιών σε θεατρική μορφή, όπως η μουσική του εργασία «Ο οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι & ο Αλκιβιάδης», πάντα με πυρήνα έναν μύθο – αυτή την τόσο αναγκαία συνθήκη για τη δημιουργικότητα του Χατζιδάκι. Τονίζει σχετικά σε συνέντευξή του στον Κώστα Ρεσβάνη, το 1973: «Ενας οδοιπόρος βρίσκει μια μέρα ένα μεθυσμένο κορίτσι. Θέλει να το προστατεύση, αλλά το κορίτσι τού επιτίθεται και του κόβει το κεφάλι. Ταυτόχρονα ανακαλύπτει πως το –ακέφαλο πλέον– σώμα είναι του Αλκιβιάδη. Δεν ξέρει τώρα τι να κρατήση. Το κεφάλι του οδοιπόρου ή το σώμα του Αλκιβιάδη; Ο μύθος είναι διδαχτικός, περιέχει πάθος, βία και νοθεία... Η επιφάνεια των τραγουδιών μου είναι τόσο απλή όσο το σώμα του Αλκιβιάδη. Για τον οδοιπόρο επηρεάστηκα από τον Μαξιμίλιαν Σελ, που γνώρισα πρόσφατα στην Γερμανία. Για το “μεθυσμένο κορίτσι” από τον Φελλίνι της “Roma” και για τον Αλκιβιάδη από το περίπτερο που αγοράζω τσιγάρα...».

Οι στίχοι αυτής της κατηγορίας διαθέτουν επίσης τη μεγαλύτερη αμεσότητα, έχοντας έντονα τα στοιχεία της ειρωνείας και του σαρκασμού παράλληλα με κοινωνικοπολιτικούς υπαινιγμούς. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, η «Μπλανς Επιφανί» από την «Πορνογραφία», ένα βραχύβιο μουσικό θέαμα που ανέβηκε στο θέατρο Σούπερ Σταρ τον Οκτώβριο του 1982: «Η Ελλάδα σού μοιάζει Μπλανς Επιφανί/ διαθέτει ήθος, αφέλεια, υπομονή/ κι αν τη βιάζουν τακτικά/ οι κατακτητές μ’ επιμονή/ τα καταφέρνει η ελληνίς Επιφανί/ να παραμένει πάντα/ παρθένος και γυμνή». Ο Χατζιδάκις ορμώμενος από την ομώνυμη ηρωίδα από το γνωστό γαλλικό κόμικ που εκείνη την περίοδο ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές στην Ελλάδα, σκιαγραφεί με κοφτερή ειρωνεία όλη την ιστορική πορεία της χώρας και τη διαχείρισή της από εσωτερικούς και εξωτερικούς εισβολείς, κατακτητές αλλά και «σωτήρες»: «Μ’ αρπάζουνε, με σκίζουνε/ στη λάσπη με πετάνε/ ώσπου στην ύστατη στιγμή/ με σώζουν στο φινάλε». Στην ίδια παράσταση ακούγεται και το τραγούδι του: «Τρεις Ρόζες ή το τέλος του ονείρου», με την υποσημείωση: «Μοτέτο ακατάλληλο και μάλλον εχθρικό για τους νέους της ΚΝΕ μα και για τους αντίστοιχους της άκρας δεξιάς». Τρεις γυναικείες μορφές, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η Ρόζα Εσκενάζυ και η φανταστική Ρόζα Μπλου, ψάλλουν η κάθε μια από διαφορετικές καταβολές και ιστορία «αρχαίες ωδές του Ομήρου» στον «Νέο» του τραγουδιού, επιτυγχάνοντας ο Χατζιδάκις μέσα από ένα μουσικό διαλογικό σκηνικό να υμνήσει αντίστοιχα την επανάσταση, τη μουσική και τον έρωτα, έστω και μέσα από την αναγνώριση της «ήττας» τους ως τρομακτική «φωτογραφία σημάδι των καιρών».

Στις «Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς» και στην «Οδό Ονείρων» η τεχνοτροπία του Χατζιδάκι διακρίνεται για τον σκηνικά ποιητικό αλλά και «φωτογραφικό» της χαρακτήρα, την ηθογράφηση των λαϊκών (καθημερινών και περιθωριακών) ηρώων μέσα σε ένα αστικό περιβάλλον, την ανάδειξη του αποπροσανατολισμού, της παραίτησης, των ανεκπλήρωτων επιθυμιών ως αποτελέσματα της αστικοποίησης και της εμπορευματοποίησης, αλλά και την ανάδειξη της προαιώνιας πόλης μέσα από τους μύθους και τα σύμβολά της. Το συναίσθημα, εν τέλει, που μας κληροδοτεί, γλυκόπικρο: «Κοιτάχτε τούτο το κλουβί, είναι λιγάκι πιο μεγάλο απ’ την καρδιά μου/ κι όμως δεν μπορεί να χωρέσει την αγάπη μου», «Το πάρτι».

Γράφει ο ίδιος στο εισαγωγικό σημείωμά του για τις «Μπαλάντες»: «Οι Μπαλάντες αυτές είναι κάτι πέρα απ’ το “σκηνικό” που μίλησα πιο πάνω, κάτι το διαφορετικό. Θα ’λεγα είναι μια ποιητική σπουδή πάνω στη βία και στην “σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής», όπως το είπε ο Λόρκα μέσ’ απ’ τα ελληνικά του Νικολάου Γκάτσου. Είναι ένας μαίανδρος μελωδικός ευφάνταστων ερωτικών συμπλεγμάτων. Είναι κρυφές αυτοαναλύσεις, εξομολογήσεις και περιδιαβάσεις στον κληρονομημένο αθέατο χώρο της ψυχής μας. Είναι μια μουσική καταγραφή των περιθωριακών μας παρορμήσεων. Τέλος, είναι μια τελετουργική προσπάθεια να φανερωθούν οι σκοτεινές δυνάμεις που μας κυβερνούνε μέσα μας και μας ωθούν, μας οδηγούν αδίστακτα προς την πανάρχαια και τελειωτική μας διαδρομή».

Ετσι, στους στίχους που υπογράφει («Είμαι της Αγαύης γιος», «Τρεις δολοφόνοι», «Ενα αερόστατο με αίμα» (μαζί με τον Αρη Δαβαράκη), «Ερωτική άσκηση για δύο», «Ερωτική άσκηση για τέσσερις», «Η Μαριάνθη των ανέμων», «Δυο παιδιά μες στη βροχή», «Η μεταμόρφωση») παρουσιάζεται ο αστικός ιστός της Αθήνας, που όπως αναλύει η Μαρία-Ελένη Πατεράκη, «δίνει στον Χατζιδάκι τα εφόδια για να εκφράσει την παράλληλη όψη του προβληματισμού του, η οποία περιλαμβάνει και τις υπόλοιπες κατηγορίες – του έρωτα, της βίας, του θανάτου, της μνήμης. Είναι η αναφορά στο παρόν διαθλασμένη μέσα από την προοπτική της λαϊκής καθημερινότητας. Μικροπωλητές, ξενοδοχεία χαμηλής κατηγορίας, υπόγεια μαγειρεία, κουρεία, μάντρες, πορνεία: όλοι αυτοί οι χώροι, αλλά και οι ανθρώπινοι τύποι και τα περιστατικά που αναφέρονται στον δίσκο θα μπορούσαν να έχουν βγει από ένα χρονικό της ζωής του δρόμου. Το έργο διαθέτει έναν υπολογίσιμο βαθμό περιγραφικότητας, διατηρεί, όμως, την αρχετυπική προοπτική και ως προς την αντιμετώπιση του λαϊκού στοιχείου. Την ίδια στιγμή που το χρησιμοποιεί ως όχημα της ειρωνείας του, το κοιτάζει με ένα είδος συμπάθειας ή του αναγνωρίζει σημεία που αναιρούν την ειρωνεία, αντιστρέφοντάς της προς τον παρατηρητή».

Με τον Γιώργο Κουρουπό
Με τον Γιώργο Κουρουπό | ΑΠΕ-ΜΠΕ/STR
Ο Μάνος με τον Nicola Piovani
Ο Μάνος με τον Nicola Piovani | Φωτ.: Γιώργος Τζαμτζής

Οι «κινηματογραφικοί» στίχοι

Στα κινηματογραφικά έργα, κυρίως εποχής της Φίνος Φιλμ, οι στίχοι του μέσα στην αφέλεια και την ελαφράδα τους, ως δημιουργήματα που εξυπηρετούν τις ανάγκες των σεναρίων, διεκδικούν μιαν αθωότητα και έντεχνη απλότητα ακόμα κι αν ο ίδιος τα αποκηρύσσει, στο πλαίσιο της γενικότερης αντίληψής του για τον χώρο του ελαφρού, εντός και εκτός εισαγωγικών, τραγουδιού. Πάντως, ο ποιητής Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, σε επιστολή του στην εφημερίδα «Δράση», το 1960, γράφει: «Αξίζει ο συνθέτης και στιχουργός των ελαφρών τραγουδιών Μάνος Χατζιδάκις; Αδίστακτα θα απαντήσω: ΧΙΛΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΝΑΙ!».

Αλλά και ο ίδιος ο Χατζιδάκις, σε συνέντευξή του το 1960, φαντάζει πιο διαλλακτικός για αυτού του είδους σύγχρονες τότε δημιουργίες του: «Δεν κάνω άλλο από προσπάθειες! Αυτές που μπορώ. Βάζω πολύ δύναμι, πολύ καρδιά, όλη μου την ψυχή ανάμεσα στις νότες και στους στίχους μου γιατί αγαπώ τον άνθρωπο, τον βιοπαλαιστή, τον φτωχό! Αυτόν έχω στο μυαλό μου όταν γράφω τη μουσική ή τους στίχους! Απλά πράγματα, ένα ποτήρι κρύο νερό, μια δροσερή αυλή και γύρω ένα κλωνάρι γιασεμί, μια γλάστρα βασιλικός!… Εχουν επιτυχία τα τραγούδια μου, ακριβώς γιατί μιλούν κατ’ ευθείαν στην καρδιά μας. Μου λένε για το τραγουδάκι μου ο “Υμηττός”, πως δεν περιέχουν τίποτε οι στίχοι του, κι όμως, ο λαός που το τραγουδά βρίσκει εκεί που πρέπει το νόημά του και χαίρεται!».

Με την απόσταση όμως που δίνει ο χρόνος, όπως και να τον «μεταφράζει» κανείς, τριάντα χρόνια μετά, αναθεωρεί: «Μουσικές που έγραφα τότε για να κερδίζω τα προς το ζην επανακυκλοφορούν τώρα. Ολη, δηλαδή, εκείνη η περίοδος της Φίνος Φιλμ. Πού να το φανταζόμουν ότι θα έρθει η τηλεόραση που θα τα συντηρήσει όλα αυτά! Νόμιζα ότι θα γίνουν παρελθόν. Και αυτό είναι το τραγικό. Τα επαναφέρουν πάλι χωρίς αυτό να έχει καμιά ιδιαίτερη αξία. Τι αξία έχει τώρα “Η Αλίκη στο Ναυτικό” ή τα “Χτυποκάρδια στο Θρανίο”; Είναι ανοησίες. Μπορεί να ήταν καλά για τον καιρό τους, αλλά δεν μπορούν να μας συντροφεύσουν σ’ όλη μας τη ζωή. Κι όμως κυκλοφόρησαν. Αυτή την ανοησία πώς να την εμποδίσεις;».

Αντί επιλόγου

«Μ’ επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το Εργοστάσιο του Φιξ, ο Χαράλαμπος του “Βυζαντίου”, το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σ’ όλα τα χρόνια τα κατοπινά. [...] Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ’ ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο. […] Εγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια, και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες, πράγμα που άλλωστε με ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος τα τελευταία χρόνια. Απέφυγα μετά περίσσιας βδελυγμίας ό,τι τραυμάτιζε το ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική μου ευαισθησία».

[…] «Κορίτσια κι αγόρια με γυαλιά, έτσι καθώς κοιτάτε με απορία κι αγανάκτηση για ό,τι συμβαίνει γύρω σας, είμαι μαζί σας. Και σας αγαπώ».

*Ο φιλόλογος, ποιητής και μελετητής της μουσικής Σπύρος Αραβανής μας παραχώρησε την, πρόσφατα εμπλουτισμένη και εμπεριστατωμένη, έρευνά του για τη λιγότερο προβεβλημένη ιδιότητα του Χατζιδάκι, αυτήν του στιχουργού

Βιβλιογραφία
1. Αγγελικόπουλος, Β. «Η μορφή της Γυναίκας στο έργο του Μάνου Χατζιδάκι», περ. Δίφωνο, τχ. 5, 1996.
2. Αγγελικόπουλος, Β. Φάρος στη Σιωπή - Κείμενα για τη ζωή και το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, εκδ. Καστανιώτη, 1997.
3. Αγγελικόπουλος, Β. «Ο Χατζιδάκις στην Εποχή της Μελισσάνθης», εφ. «Η Καθημερινή», 4/11/2001.
4. Ανδρέου, Γ. «Ανατολή και δύση», στο Ξυδάκης, Γ. «Αισθηματική Αγωγή κατά Μ. Χατζιδάκι», εφ. «Η Καθημερινή», 22/8/2010.
5. Απέργης, Φ. «Ο Αριστερός της Δεξιάς», «Λέσχη αθανάτων», εφ. «Ελευθεροτυπία», 2009.
6. Αραβανής, Σ. «Ο Μάνος Χατζιδάκις ως στιχουργός» στο: Αραβανής, Σ. «Μελοποιημένος λόγος - Είκοσι μελετήματα», εκδ. Μετρονόμος, 2017.
7. Βάκης, Α. & Χανδρινός, Ι. «Ο Μάνος Χατζιδάκις της ΕΠΟΝ», περ. Μετρονόμος, τχ. 52, 2014.
8. Ελύτης, Ο. «Ανοικτά Χαρτιά», εκδ. Ικαρος, 1982.
9. Καλαμαράς, Β. Η μουσική της ποίησης του Χατζιδάκι», «Λέσχη αθανάτων», εφ. «Ελευθεροτυπία», 2009.
10. Καρτσωνάκης, Σ. «Νίκος Γκάτσος - Οδυσσέας Ελύτης: Μια συγκριτολογική προσέγγιση», περ. poiein.gr,
11. Κεντρωτής, Γ. «Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα και Μάνος Χατζιδάκις ή μετάφραση από αφανές πρωτότυπο», περ. Lifo.gr
12. Λαδογιάννη, Γ. «Μάνος Χατζιδάκις: Στην αριστερά της δεκαετίας του ’40», εφ. «Αυγή», 12/2/18.
13. Μπαλούρδος, Γ. «Ποιήματα του Μάνου Χατζιδάκι»,
14. Μποσκοΐτης, Α. «Μάνος Χατζιδάκις: Μυθολογία και Μυθολογία Δεύτερη από τις εκδόσεις Αγρα»,
15. Παπαδόπουλος, Π. «Η άγνωστη όπερα του Μάνου Χατζιδάκι», περ. Κ., εφ. «H Καθημερινή», 13/2/18.
16. Πατεράκη, Μ.Ε. Η Αθήνα μέσα από το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, 2012. Διάλεξη
17. Πατρίκιος, Τ. «Κύκλοι χρόνου και κρίκοι μουσικής». Στο: Ανοιχτές Επιστολές στον Μάνο Χατζιδάκι, εκδ. Μπάστας- Πλέσσας, 1996.
18. Περιοδικό Οδός Πανός, «Aφιέρωμα στον Μάνο Χατζιδάκι - 90 χρόνια από τη γέννησή του», Κείμενα, επιμέλεια: Νίκος Γκροσδάνης, τ.χ. 168, 2015.
19. Περιοδικό Ποίηση, τ.χ. 17, Ανοιξη - Καλοκαίρι 2001.
20. Τρούσας, Φ. «Μάνος Χατζιδάκις: ιστορική συνέντευξη επί χούντας… και για τη χούντα»
21. Φυντανίδης, Σ. «Το ασικλίκι του Μάνου», περ. Τhe Shooligans, Δεκέμβρης 2007.
22. Φωσκαρίνης, Θ. Οταν ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει, ειδική έκδοση, περ. Δίφωνο, τχ. 134, 2006.
23. Συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι στο περιοδικό Αίγυπτος (Ταχυδρόμος) της Αλεξάνδρειας, 26/8/1960.
24. Συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι στον Σωτήρη Κακίση, εφ. «Εγνατία», 31/8/81.
25. Συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι στον Γιώργο Γκιλσόν το 1983, εφ. «Το Βήμα της Κυριακής», 20/6/99.
26. Συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο το 1985, περ. Lifo.gr
27. Χατζιδάκις, Μ. «Ο Νίκος Γκάτσος – ένας πολύ αυστηρός φίλος», συνομιλία με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο, περ. η λέξη, τχ. 52, 1986.
28. Συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι στη Χριστίνα Τσεκούρα και τον Θάνο Θουργιώτη, περ. Σινεμά, τχ. 20, 1991.
29. Χατζιδάκις, Μ. «Τα σχόλια του Τρίτου», εκδ. Εξάντας, 1983.
30. Χατζιδάκις, Μ. «Ο καθρέφτης και το μαχαίρι», εκδ. Ικαρος, 1988.
31. Χατζιδάκις, Μ. «Μυθολογία και Μυθολογία Δεύτερη», εκδ. Αγρα, 2008
Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Το στιχουργικό σύμπαν του

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΕ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας