• Αθήνα
    Σποραδικές νεφώσεις
    8°C 5.2°C / 9.0°C
    2 BF
    94%
  • Θεσσαλονίκη
    Αραιές νεφώσεις
    6°C 4.7°C / 8.0°C
    3 BF
    84%
  • Πάτρα
    Αυξημένες νεφώσεις
    9°C 8.8°C / 10.0°C
    2 BF
    88%
  • Ιωάννινα
    Αυξημένες νεφώσεις
    4°C 3.9°C / 4.4°C
    2 BF
    80%
  • Αλεξανδρούπολη
    Ασθενείς βροχοπτώσεις
    7°C 6.9°C / 8.0°C
    3 BF
    93%
  • Βέροια
    Αυξημένες νεφώσεις
    5°C 4.0°C / 5.0°C
    1 BF
    93%
  • Κοζάνη
    Αυξημένες νεφώσεις
    1°C 1.2°C / 1.4°C
    1 BF
    93%
  • Αγρίνιο
    Αυξημένες νεφώσεις
    6°C 5.7°C / 5.7°C
    1 BF
    95%
  • Ηράκλειο
    Αραιές νεφώσεις
    17°C 16.8°C / 16.8°C
    4 BF
    77%
  • Μυτιλήνη
    Αυξημένες νεφώσεις
    8°C 7.9°C / 7.9°C
    7 BF
    79%
  • Ερμούπολη
    Αυξημένες νεφώσεις
    12°C 11.1°C / 11.7°C
    3 BF
    80%
  • Σκόπελος
    Αυξημένες νεφώσεις
    6°C 5.7°C / 5.7°C
    3 BF
    77%
  • Κεφαλονιά
    Αυξημένες νεφώσεις
    11°C 11.3°C / 11.3°C
    3 BF
    72%
  • Λάρισα
    Αραιές νεφώσεις
    5°C 4.5°C / 5.1°C
    0 BF
    100%
  • Λαμία
    Αυξημένες νεφώσεις
    6°C 5.1°C / 6.7°C
    1 BF
    95%
  • Ρόδος
    Αραιές νεφώσεις
    17°C 16.8°C / 16.8°C
    4 BF
    72%
  • Χαλκίδα
    Σποραδικές νεφώσεις
    5°C 4.8°C / 8.8°C
    0 BF
    94%
  • Καβάλα
    Αυξημένες νεφώσεις
    7°C 7.1°C / 7.1°C
    1 BF
    92%
  • Κατερίνη
    Αυξημένες νεφώσεις
    5°C 4.7°C / 6.7°C
    1 BF
    100%
  • Καστοριά
    Αυξημένες νεφώσεις
    1°C 1.4°C / 1.4°C
    1 BF
    100%
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

«Εχω πάρει αποφάσεις βάσει κάποιων ταινιών»

  • A-
  • A+
Με αφορμή τη νέα ταινία του Light Falls, που στηλιτεύει μεταξύ άλλων το γεγονός ότι «ενώ είμαστε πια μια παγκόσμια κοινότητα, συνδεδεμένη μέσω του διαδικτύου, στήνουμε ακόμα τοίχους ανάμεσα στις κοινωνίες», ο διάσημος διευθυντής φωτογραφίας και σκηνοθέτης μιλάει για όλα, ακόμα και για το ότι δεν έχει πια μητρική γλώσσα.

Δεν υπάρχει άλλος σαν τον Φαίδωνα Παπαμιχαήλ. Εχει καταφέρει να διατηρήσει δύο παράλληλους κόσμους δημιουργικής εργασίας – από τη μία ως διευθυντής φωτογραφίας σε κορυφαίες παραγωγές του Χόλιγουντ και από την άλλη ως ανεξάρτητος σκηνοθέτης στην Ευρώπη.

Η δυαδική του ύπαρξη ίσως οφείλεται και στον τρόπο που μεγάλωσε. Η μητέρα του είναι Γερμανίδα ενώ ο Ελληνας συνονόματος πατέρας του ήταν κάποτε συνεργάτης του Τζον Κασσαβέτη. Ο ίδιος γεννήθηκε στην Ελλάδα, σπούδασε στη Γερμανία, έκανε καριέρα στην Αμερική κρατώντας όμως πάντα επαφή με την Ευρώπη. Εκτός από τις τρεις χώρες όπου διαμορφώθηκε και εργάστηκε ως κινηματογραφιστής, από τότε που γνώρισε τη Γεωργιανή σύζυγό του, Εκα Τσιτσούα, έχει επίσης καλλιεργήσει σχέσεις με νέους δημιουργούς στη Γεωργία.

Για ολόκληρες δεκαετίες δούλεψε και συνεχίζει να δουλεύει στις δύο ηπείρους με σπουδαίους σκηνοθέτες όπως ο Βιμ Βέντερς (The Million Dollar Hotel / 2000), ο Τζέιμς Μάνγκολντ (Walk the Line / 2005, 3:10 to Yuma / 2007, Ford v Ferrari / 2019), ο Αρον Σόρκιν (Η δίκη των 7 του Σικάγο / 2020) και ο επίσης ελληνικής καταγωγής Αλεξάντερ Πέιν (Nebraska / 2013, Πλαγίως / 2017). Η διεύθυνση φωτογραφίας του Παπαμιχαήλ χαρακτηρίζεται από μια εύπλαστη αισθητική ειδικά προσαρμοσμένη στο αφήγημα. Οταν σκηνοθετεί ο ίδιος, επιτρέπει στην εαυτό του μια πιο τολμηρή προσέγγιση, όπως φανέρωσε το έργο του Light Falls το οποίο γυρίστηκε στην Αττική το 2021.

Η τελευταία ταινία είναι χαρακτηριστική αφού παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη αισθητική σε σύγκριση με παλιότερες δημιουργίες του (Arcadia Lost / 2009, Lost Angeles / 2012), αλλά και γιατί σε αυτήν συγκλίνουν τρεις οικείες κουλτούρες του: η ελληνική, η γεωργιανή και εμμέσως η αμερικανική. Δύο νέες γυναίκες από τη Γεωργία, που ζουν στην Αμερική, έρχονται στην Ελλάδα για παραθερισμό. Ενα ατύχημα όμως σε ένα εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο οδηγεί σε βίαιη σύγκρουση με μια ομάδα περιθωριακών Αλβανών, που τυχαίνει να χρησιμοποιούν το κτίριο ως κατάλυμά τους.

Η ταινία πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα με χρηματοδοτήσεις από τη Γεωργία, την Αλβανία και την Ελλάδα μέσω υπηρεσιών και επιστροφών από το Εθνικό Κέντρο Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (ΕΚΟΜΕ). Μιλήσαμε σε ηλεκτρονική αποκλειστική συνέντευξη τον Σεπτέμβριο, ενώ εκείνος βρισκόταν στο Λεωνίδιο. Στην αρχή αναρωτηθήκαμε σε ποια γλώσσα να μιλήσουμε...

● Ποια είναι η μητρική σου γλώσσα, Φαίδων;

Δεν έχω πια μητρική γλώσσα. Οπου και να πάω με ρωτάνε από πού είμαι. Μου συμβαίνει στη Γερμανία αλλά και στην Αμερική, παρ’ όλο που όλοι (εκτός Αμερικής) νομίζουν ότι μιλάω χωρίς καμία προφορά. Οταν τελείωσα τις σπουδές μου στο Μόναχο, τα γερμανικά ήταν μάλλον η κύρια γλώσσα μου, αλλά τώρα, μετά 38 χρόνια στην Αμερική, τα αγγλικά μου είναι αρκετά καλά, αν και όχι τέλεια.

«Light Falls», η νέα ταινία του Φαίδωνα Παπαμιχαήλ

Τα ελληνικά σου;

Επειτα από μερικές εβδομάδες στην Ελλάδα αισθάνομαι άνετα, ειδικά με ανθρώπους που γνωρίζω καλά. Ας πούμε με τον πατέρα μου δεν είχα ποτέ πρόβλημα. Βέβαια δεν μου είναι πάντα εύκολο να μιλήσω για τον κινηματογράφο στα ελληνικά.

Στις ΗΠΑ είσαι κορυφαίος διευθυντής φωτογραφίας για παραγωγές του Χόλιγουντ, στην Ελλάδα ασκείς το σκηνοθετικό σου ταλέντο, στη Γεωργία στηρίζεις τους νέους κινηματογραφιστές… Εχεις μια ξεχωριστή ικανότητα να προσαρμόζεσαι αντίστοιχα με την κάθε χώρα και πολιτισμό που συναναστρέφεσαι.

Φυσικά αισθάνομαι προνομιούχος και τυχερός που μου δίνεται αυτή η δυνατότητα. Νομίζω βοήθησε το γεγονός ότι ο πατέρας μου ήταν Ελληνας που δούλευε στο Χόλιγουντ. Και φυσικά μου αρέσει να πηγαίνω από μεγάλες χολιγουντιανές παραγωγές σε μικρές ανεξάρτητες ταινίες, όπως το γεωργιανό Brighton 4th (2021). Αυτό είναι που βαστάει το ενδιαφέρον μου και την έμπνευσή μου – δεν θα ήμουν ευχαριστημένος απλώς να μαζεύω χρήματα δουλεύοντας απανωτά σε μεγάλες παραγωγές.

Θα μπορούσα να το κάνω, αλλά διαλέγω να δουλεύω και στην Ελλάδα και τη Γεωργία προσφέροντας τις γνώσεις μου σε μικρότερες βιομηχανίες. Κρατώ μια ισορροπία γιατί ακόμα δουλεύω στο Χόλιγουντ, παρ’ όλο που, επαναλαμβάνω, προσπαθώ να περιορίσω την απασχόλησή μου εκεί σε συνεργασίες με σκηνοθέτες που δουλεύουν μεν στο σύστημα, αλλά δεν λειτουργούν μόνο ως εργαλεία της μηχανής των στούντιο.

● Μου φαίνεται πως οι διεθνείς ταινίες έχουν αρχίσει να ξεπερνούν τις αμερικανικές σε ενδιαφέρον. Συμφωνείς;

Ναι, σίγουρα… Είναι θλιβερό γιατί ο αμερικανικός κινηματογράφος παρήγαγε πολύ δυνατές και προκλητικές ταινίες στις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70, αρχίζοντας με τον Κασσαβέτη και τη γενιά που ενέπνευσαν δημιουργούς σε όλο τον κόσμο. Στο σημείο που τώρα βρισκόμαστε δεν ξέρω καν πώς να περιγράψω το αμερικανικό σινεμά. Ο (Μάρτιν) Σκορσέζε βρήκε τον μπελά του λέγοντας πως δεν θα έβλεπε ποτέ μια ταινία (του στούντιο υπερπαραγωγών) Μάρβελ. Σίγουρα και εγώ δεν ενδιαφέρομαι γι’ αυτές τις ταινίες, χωρίς όμως να ισχυρίζομαι ότι δεν έχουν λόγο ύπαρξης.

Παράλληλα, όσο με αποθαρρύνουν οι (σύγχρονες) αμερικανικές ταινίες, τόσο μ’ ενθουσιάζει αυτό που συμβαίνει στην παγκόσμια σκηνή. Εργα από το Ιράν, την Παλαιστίνη, την Ελλάδα, την Ισλανδία, κινηματογραφιστές οι οποίοι στηρίζονται από το κράτος, χωρίς βέβαια να γίνονται πλούσιοι από τις ταινίες τους, που όμως συνεχίζουν να δημιουργούν. Αντίθετα, στην Αμερική ο κινηματογράφος γίνεται όλο και πιο «επιχειρησιακός», αφήνοντας μόνο μερικούς δημιουργούς να πλέουν με τον δικό τους άνεμο μέσα στο σύστημα. Και έτσι καταλήγουμε με 5-10 (αμερικανικά) έργα που θα έλεγες ότι έχουν προσωπική ματιά. Οταν άρχιζα την καριέρα μου, γίνονταν πολύ περισσότερες ταινίες με προορισμό τη μεγάλη οθόνη.

● Τι γνώμη έχεις για την άνθηση της τηλεόρασης;

Φαίνεται πως όλο το συγγραφικό ταλέντο και η περισσότερη θέαση έχουν διοχετευτεί στην τηλεόραση. Το θεωρώ καλό ότι υπάρχουν οι τηλεοπτικές πλατφόρμες. Ακόμα και εγώ, που ποτέ δεν έβλεπα σειρές, στη διάρκεια της πανδημίας ανακάλυψα (τηλεοπτικά προγράμματα) στο Netflix. Ομως ερωτεύτηκα το σινεμά όταν ήμουν παιδί χάρη στην εμπειρία που μας χάριζε η κινηματογραφική αίθουσα.

Μεγάλωσα νιώθοντας ενθουσιασμό για τις ταινίες του Γκοντάρ και του Τριφό, των Βέντερς, Χέρτζογκ, Φελίνι! Μου άρεσε να περιμένω στην ουρά για να αγοράσω εισιτήριο… Είναι θλιβερό το γεγονός ότι οι δύο ταινίες που ήθελα να δω στη μεγάλη οθόνη τελευταία ήταν το Top Gun και το Indiana Jones (γέλια). Για μένα κινηματογράφος δεν σημαίνει να κάθομαι μπροστά στην τηλεόραση με ένα μενού εκατοντάδων επιλογών.

● Αυτό που διαπιστώνω είναι ότι μια τηλεοπτική σειρά σού κρατάει το ενδιαφέρον ενώ την παρακολουθείς, μετά όμως την ξεχνάς. Αντίθετα, κάποιες ταινίες που έχουμε δει μένουν για πάντα αξέχαστες.

Εχω πάρει πολύ σημαντικές αποφάσεις στη ζωή μου βάσει κάποιων ταινιών. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό, αλλά αναφέρομαι σε ένα τέτοιο μέγεθος επιρροής. Δεν ξέρω πώς γινόταν… Τώρα συχνά εκπλήσσομαι με την έλλειψη κινηματογραφικής γνώσης στους φοιτητές του κινηματογράφου. Δεν είναι σπάνιο [ένας φοιτητής] να μην έχει δει ποτέ μια ταινία του Κουροσάβα.

Εχω διαπιστώσει όμως ότι όταν οι νέοι καταφέρουν να περάσουν τα 20 λεπτά βλέποντας μια παλιά ταινία, τότε θα τη δουν ώς το τέλος γιατί πολλές από αυτές λειτουργούν ακόμα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν θα τις αναζητήσουν μόνοι τους και κανείς δεν τους καθοδηγεί. Πιστεύω ότι αυτό που λείπει είναι μια αισθητική προσέγγιση στον κινηματογράφο.

● Οπως είπες, ο κινηματογράφος έχει γίνει σκέτο εμπόριο, κάτι που κανείς δεν φαίνεται πια να αμφισβητεί. Μάλιστα αυτό που με ικανοποίησε στην καινούργια σου ταινία (Light Falls) ήταν ακριβώς αυτό: η αισθητική προσέγγισή σου ειδικά σε σχέση με τη φωτογράφιση.

Παρ’ όλο που δουλεύω σε μεγάλες παραγωγές στις οποίες δημιουργούμε σκηνές εξ ολοκλήρου στο στούντιο, εμπνέομαι πάντα από τον φυσικό φωτισμό και φυσικές τοποθεσίες. Η κύρια τοποθεσία τού Light Falls ήταν ξεχωριστή: ένα εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο στην Ανάβυσσο. Οπου κι αν κοιτούσα, έβλεπα πλάνα… Το εικαστικό μέρος ήταν μεγάλος παράγοντας στην επιθυμία μου να πραγματοποιήσω την ταινία. Η εκπαίδευσή μου είναι στη φωτογραφία.

Στη φωτογραφία απαθανατίζεις στιγμές, ενώ στο σινεμά πρέπει να πιάσεις διαθέσεις και ατμόσφαιρες σε διάρκεια. Σε αυτήν την ταινία η προσέγγισή μου ήταν φωτογραφική. Προσαρμοζόμουν στον χώρο κάνοντας χρήση του φυσικού φωτισμού. Βέβαια ακόμα και στις μεγάλες παραγωγές κάνω το ίδιο, προσπαθώ να παίρνω αυτό που μου δίνει το φυσικό περιβάλλον. Οταν συνεργάζομαι με τον Τζέιμς Μάνγκολντ ειδικά, πάντα βασίζω τη φωτογράφιση στην πραγματικότητα.

● Μίλησέ μου για το ιστορικό τού Light Falls. Δεν έγραψες εσύ το σενάριο, αλλά πώς άρχισε το όλο εγχείρημα;

Ηρθα στην Ελλάδα τον Μάρτιο του 2020 για το lockdown. Οταν έκλεισαν τα πάντα, δεν ήθελα να φύγω και να αφήσω τη μητέρα μου μόνη. Ετσι κι αλλιώς τα σχολεία ήταν κλειστά. Μείναμε λοιπόν στο Λεωνίδιο και τότε άρχισα να δουλεύω με τον παλιό μου συνεργάτη Σβεν Νταγκόνης (Dagones) που είχε γράψει ένα θρίλερ. Στην αρχή δεν ενδιαφέρθηκα, αλλά καθώς αρχίσαμε να το δουλεύουμε μαζί, αισθάνθηκα ότι το σενάριο λειτουργούσε. Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς γιατί το διάλεξα, ειδικά όταν οι Ελληνες φίλοι μου του χώρου με προειδοποίησαν πως η ταινία μπορεί να προκαλέσει αντιθέσεις.

Εξάλλου μου φαινόταν λίγο αναχρονιστική, αφού το αλβανικό ζήτημα δεν είναι πια τόσο επίκαιρο με νέα κύματα προσφύγων από άλλα μέρη. Μάλιστα πρότεινα να αντικαταστήσουμε τους Αλβανούς χαρακτήρες με Αφρικανούς και Σύρους. Ο Νταγκόνης όμως με βεβαίωσε ότι πολλοί από τους Αλβανούς με τους οποίους συσχετίζεται αυτός ζουν ακόμα στο περιθώριο, χωρίς χαρτιά… Για μένα η ταινία πραγματεύεται τη σύγκρουση του δυτικού και του Τρίτου Κόσμου στο ελληνικό προσκήνιο, το οποίο, παραδόξως, βρίσκεται ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους.

Πώς ήταν η εμπειρία του γυρίσματος;

Μέναμε σε σπίτια το ένα δίπλα στο άλλο και μαζευόμασταν για φαγητό και αναγνώσεις του σεναρίου. Ηταν καταπληκτικό να τους βλέπεις όλους μαζί, Ελληνες, Αλβανούς και Γεωργιανούς! Μια πραγματική συνάντηση πολιτισμών. Παρ’ όλο που όλοι μας συνδεόμαστε μέσω του διαδικτύου, ακόμα υπάρχουν μεγάλες διαφορές.

● Οπως και στην ταινία, η Ελλάδα παίζει τον ρόλο του απρόθυμου οικοδεσπότη για όλες αυτές τις διαφορετικές κουλτούρες…

Θέλω όμως να το ξεκαθαρίσω πως αυτή η ιστορία θα μπορούσε να διαδραματιστεί οπουδήποτε – στα σύνορα του Νέου Μεξικού και του Μεξικού, στην Τουρκία, τη Γεωργία, το Αζερμπαϊτζάν ή την Αρμενία. Αναφέρεται στο γεγονός ότι, ενώ είμαστε πια μια παγκόσμια κοινότητα συνδεδεμένη μέσω του διαδικτύου, στήνουμε ακόμα τοίχους ανάμεσα στις κοινωνίες.

● Παρ’ όλα αυτά η ταινία δείχνει ένα άλλο πρόσωπο της Ελλάδας που σπάνια βλέπουμε στον κινηματογράφο – την Ελλάδα ως σταυροδρόμι διαφόρων εθνικοτήτων και εμπειριών.

Η ιστορία θα μπορούσε ασφαλώς να συμβεί στην Ελλάδα. Εχω περάσει αρκετό καιρό σε απομονωμένα μέρη στην Ελλάδα, ώστε ξέρω πώς όλα αυτά που δείχνονται στην ταινία δεν είναι εκτός πραγματικότητας. Φυσικά δημιουργώ μια κινηματογραφική εμπειρία με εικαστική επεξεργασία και μουσική επένδυση, δεν κάνω ντοκιμαντέρ.

Εχεις δουλέψει με μεγάλα ονόματα του κινηματογράφου όπως οι Αλεξάντερ Πέιν, Τζέιμς Μάνγκολντ, Βιμ Βέντερς… Τι επιρροή έχουν αυτές οι συνεργασίες στη δική σου δουλειά; Τι έχεις μάθεις από αυτούς;

Εχω μάθει πολλά από τον Αλεξάντερ Πέιν, αν και το κατάλαβα αυτό αργά και σταδιακά γιατί έχουμε διαφορετική αισθητική. Οι πρώτες επιρροές μου προέρχονται από τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο με σκηνοθέτες σαν τον Αντονιόνι και τον Βέντερς. Αυτό όμως που έχω μάθει από τον Αλεξάντερ είναι η απλότητα. Στην πρώτη μας συνεργασία, το Sideways (2004), δεν ήμουν σίγουρος για το εικαστικό κομμάτι. Οταν το βλέπω τώρα, 15 χρόνια μετά, μου φαίνεται τέλειο. Τίποτα δεν είναι υπερβολικό, ο φωτισμός φυσικός, απλές κινήσεις και συνθέσεις της κάμερας.

Ο Μάνγκολντ κι εγώ έχουμε παρόμοια εικαστική προσέγγιση – είναι κι αυτός φωτογράφος και γιος ζωγράφου όπως κι εγώ. Συμφωνούμε στον σχεδιασμό των πλάνων, τις κινήσεις της κάμερας. Μαζί του όμως έμαθα κυρίως να σκέφτομαι σαν μοντέρ όταν σκηνοθετώ. Πρόκειται για πολύτιμη γνώση στη δουλειά μου ως διευθυντή φωτογραφίας και ως σκηνοθέτη. Κάθε σκηνή έχει την ουσία της – καλό είναι να εστιάζουμε σε αυτό και όχι στον υπερβολικό σχεδιασμό.

Θεωρείς τον Βιμ Βέντερς δάσκαλό σου;

Μεγάλωσα θαυμάζοντας τα έργα του – The American Friend (1977), Alice in the Cities (1974), Kings of the Road (1976). Ετσι η γνωριμία μου και συνεργασία μαζί του σήμαινε πολλά για μένα. Μάλιστα άφησα το American Beauty (1999) για να δουλέψω στο The Million Dollar Hotel (2000), εξάλλου δεν μου γέμιζε το μάτι ο τύπος από την Αγγλία (γέλια). (Σ.σ. αναφέρεται στον Σαμ Μέντες που πήρε το Οσκαρ για το American Beauty.).

Μετανιώνεις γι’ αυτή την επιλογή σου τώρα;

Οχι. Νομίζω ότι το The Million Dollar Hotel είναι η καλύτερη δουλειά μου ως τώρα… Θυμάμαι πως ήμασταν μαζί στο αυτοκίνητο πηγαίνοντας στο γύρισμα, όταν μου είπε «δεν ξέρω πώς να την κάνω αυτή την ταινία». Του απάντησα «μην ανησυχείς, θα μας το πει το κτίριο». Το γούστο μας στον κινηματογράφο και η αίσθηση σύνθεσης είναι πολύ κοντά.

Ετσι κι αλλιώς το σινεμά έχει να κάνει βασικά με το γούστο του δημιουργού, αφού το ίδιο πράγμα θα μπορούσε να γίνει με χιλιάδες άλλους τρόπους. Δεν έχει σχέση με το ποιος είναι καλός κινηματογραφιστής και ποιος καλός σκηνοθέτης. Δεν πολυπιστεύω στις σχολές κινηματογράφου, αλλά μια λειτουργία τους είναι ακριβώς αυτή: να δοθεί στους φοιτητές η ευκαιρία να βρουν τους συνεργάτες τους.

Ακολουθήστε μας στο Google news
Google News
ΝΗΣΙΔΕΣ
Ο κινηματογράφος ως ιστορικό τεκμήριο
Ο κινηματογράφος έχει αποδειχθεί στην πράξη πως είναι το καλύτερο μέσο καταγραφής νοοτροπιών, ηθών, εθίμων, συμπεριφορών, ενδυμασιών και άλλων δραστηριοτήτων.
Ο κινηματογράφος ως ιστορικό τεκμήριο
ΝΗΣΙΔΕΣ
«Το μόνο χειρότερο από μια κακή ταινία είναι μια μέτρια ταινία»
Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους εκδίδει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το βιβλίο «Υπόθεση σινεμά» του Αλέν Μπεργκαλά.
«Το μόνο χειρότερο από μια κακή ταινία είναι μια μέτρια ταινία»
ΝΗΣΙΔΕΣ
Το σινεμά πέθανε. Ζήτω το σινεμά!
Οι θεατρικές παραστάσεις, οι καλλιτέχνες, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και η πολιτιστική πορεία του τόπου.
Το σινεμά πέθανε. Ζήτω το σινεμά!
ΝΗΣΙΔΕΣ
«Οσο δημιουργούμε, όσο αγωνιζόμαστε, τόσο δεν παραδινόμαστε»
Ο Τούρκος σκηνοθέτης Φατίχ Ακίν με αφορμή την παρουσία του στο 63ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, μιλά στην «Εφ.Συν.» για την Τουρκία, το Ιράν, την τέχνη και την πολιτική.
«Οσο δημιουργούμε, όσο αγωνιζόμαστε, τόσο δεν παραδινόμαστε»

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας