• Αθήνα
    Ελαφρές νεφώσεις
    22°C 18.7°C / 23.4°C
    4 BF
    43%
  • Θεσσαλονίκη
    Ελαφρές νεφώσεις
    22°C 20.8°C / 22.7°C
    2 BF
    40%
  • Πάτρα
    Αίθριος καιρός
    24°C 22.1°C / 24.0°C
    0 BF
    40%
  • Ιωάννινα
    Σποραδικές νεφώσεις
    23°C 21.9°C / 22.7°C
    2 BF
    24%
  • Αλεξανδρούπολη
    Ελαφρές νεφώσεις
    22°C 21.9°C / 22.4°C
    3 BF
    35%
  • Βέροια
    Ελαφρές νεφώσεις
    21°C 20.1°C / 22.0°C
    1 BF
    41%
  • Κοζάνη
    Ελαφρές νεφώσεις
    18°C 17.6°C / 18.4°C
    1 BF
    27%
  • Αγρίνιο
    Αραιές νεφώσεις
    22°C 21.8°C / 21.8°C
    2 BF
    41%
  • Ηράκλειο
    Σποραδικές νεφώσεις
    21°C 19.9°C / 22.1°C
    5 BF
    52%
  • Μυτιλήνη
    Ελαφρές νεφώσεις
    21°C 20.7°C / 20.9°C
    4 BF
    56%
  • Ερμούπολη
    Ελαφρές νεφώσεις
    20°C 19.9°C / 20.8°C
    5 BF
    60%
  • Σκόπελος
    Σποραδικές νεφώσεις
    19°C 16.2°C / 18.7°C
    1 BF
    68%
  • Κεφαλονιά
    Σποραδικές νεφώσεις
    24°C 23.9°C / 23.9°C
    3 BF
    57%
  • Λάρισα
    Ελαφρές νεφώσεις
    21°C 20.1°C / 20.9°C
    4 BF
    46%
  • Λαμία
    Αραιές νεφώσεις
    20°C 19.5°C / 20.1°C
    2 BF
    65%
  • Ρόδος
    Ελαφρές νεφώσεις
    24°C 24.3°C / 24.8°C
    4 BF
    53%
  • Χαλκίδα
    Σποραδικές νεφώσεις
    21°C 19.0°C / 22.0°C
    3 BF
    39%
  • Καβάλα
    Ελαφρές νεφώσεις
    20°C 19.9°C / 21.3°C
    2 BF
    55%
  • Κατερίνη
    Αίθριος καιρός
    21°C 20.8°C / 22.2°C
    2 BF
    52%
  • Καστοριά
    Σποραδικές νεφώσεις
    18°C 18.0°C / 18.0°C
    0 BF
    45%

Παναγιώτης Αδαμακόπουλος δεύτερος από αριστερά

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Οι όμηροι των ναζί υπό διωγμό στην ελεύθερη Ελλάδα

  • A-
  • A+
Αφιέρωμα στα μπλόκα σε Βύρωνα και Δουργούτι, αλλά και ιστορικά στοιχεία για τους κρατούμενους Ελληνες στη Γερμανία στα ναζιστικά στρατόπεδα.

Στις 7 και στις 9 Αυγούστου του 1944 πραγματοποιούνται από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής τα μπλόκα στις συνοικίες σε Βύρωνα και στο Δουργούτι.

Στις 16 Αυγούστου ένας συρμός αναχωρεί από τον σταθμό του Ρουφ με χίλιους «κομμουνιστές υπόπτους», σύμφωνα με τη γερμανική αναφορά, στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Συνολικά σχεδόν 10.000 Ελληνες και Ελληνίδες βρέθηκαν στη Γερμανία ως πολιτικοί κρατούμενοι ή όμηροι. Οσοι εξ αυτών επέζησαν και επέστρεψαν στην Ελλάδα αντιμετωπίστηκαν από το εμφυλιακό κράτος όχι ως ήρωες αλλά ως εχθροί του.

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του ομήρου Γιάννη Γκούτα, 23χρονου φοιτητή, από τον Βύρωνα: «Ο δημοσιογράφος και βουλευτής Στρατής Κολυμβάκης στην εφημερίδα “Ελληνικόν Αίμα”, αμέσως μετά την άφιξή μας, συνιστά στην αστυνομία να μας έχει υπό την άγρυπνη παρακολούθησή της. Μας αποκαλεί καθάρματα και καταλήγει πως “πρέπει να είμαστε ευγνώμονες στους Γερμανούς, που τους έπιασαν και τους έστειλαν στη Γερμανία, γιατί αν έμεναν εδώ θα μας έσφαζαν όλους”»!

Πολλοί εκ των ομήρων κατέληξαν σε άλλους τόπους μαρτυρίων, όπως η Μακρόνησος. Οι υπόλοιποι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, αγνοήθηκαν. «Ολοι ανεξαίρετα εδώ στον Βύρωνα χαρακτηριστήκαμε επικίνδυνοι κομμουνιστές. Οσοι κατοικούν στο Παγκράτι θεωρούνται ύποπτοι, και ακραιφνείς εθνικόφρονες όσοι μένουν στο Κολωνάκι» σημειώνει ο Γ. Γκούτας.

Η διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων για τις ναζιστικές θηριωδίες εκ μέρους του ελληνικού κράτους διαχρονικά μόνο ως σθεναρή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Οπότε ουδεμία έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι η νέα Γερμανίδα υπ. Εξωτερικών Αναλένα Μπέρμποκ κατά την πρόσφατη επίσκεψή της στη χώρα έκανε λόγο «για επενδύσεις στα χωριά που επλήγησαν από τους ναζί».

Στο αφιέρωμα που ακολουθεί παραθέτουμε τη μαρτυρία του Θεόδωρου Αδαμακόπουλου, ο πατέρας του οποίου, Παναγιώτης, σε ηλικία 16 ετών μεταφέρθηκε από το μπλόκο στο Δουργούτι στη Γερμανία για καταναγκαστικά έργα. Για τους ομήρους επίσης και τα νεότερα ιστορικά δεδομένα γράφει ο ιστορικός Ιάσων Χανδρινός, ενώ παρατίθενται αποσπάσματα από το βιβλίο του Γ. Γκούτα «Υπό συνθήκες σκλαβιάς».

Η «οδυνηρή ενοχή» της Γερμανίας, που εξέφρασε η Πράσινη υπουργός Εξωτερικών -ως προς τους απλούς ανθρώπους- είναι ειλικρινής. Ενδεικτικό είναι το γεγονός των εκδηλώσεων που έγιναν στη Γερμανία τον περασμένο Ιούλιο στη μνήμη του Νίκου Σκαλτσά και άλλων ομήρων (μεγάλο αφιέρωμα για τους αγωνιστές, «Νησίδες», 26/10/2018). Με τη διαφορά ότι αυτή η «ενοχή» δεν μπορεί να εκφράζεται από το επίσημο κράτος με αποικιοκρατικού τύπου τοποθετήσεις, κοινώς με καθρεφτάκια προς τους ιθαγενείς.

Οι μάχες με τον ΕΛΑΣ και τα μπλόκα

Στις αρχές Αυγούστου του 1944 οι Γερμανοί βρίσκονται σε δυσχερή στρατιωτική κατάσταση. Οπως υπογραμμίζει στο βιβλίο του «Εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας Ν. Σμύρνη - Φάληρο 1941-45» ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ Γιάννης Κυριακίδης, τόσο στο δυτικό μέτωπο όσο και στο ανατολικό οι συμμαχικές και οι Σοβιετικές στρατιές προελαύνουν.

«Οι Γερμανοί στην Ελλάδα απειλούνταν να αποκοπούν και να ξεμείνουν έρμαια στις επιθέσεις των αντάρτικων δυνάμεων... Με τα μπλόκα οι Γερμανοί περίμεναν να χτυπήσουν τον ΕΛΑΣ. Να μαζέψουν ικανό ανδρικό πληθυσμό και να τον στείλουν όμηρο εργάτη στη Γερμανία και τρίτο να έχουν εξασφαλισμένα τα νώτα τους όταν θα διατάσσονταν να υποχωρήσουν... Η επιτυχία του σχεδίου αυτού δεν ωφελούσε μόνο τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής, αλλά και όσους έβλεπαν ενόψει της απελευθέρωσης τη δύναμη του λαϊκού κινήματος του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ σαν αντίπαλο. Η πρώτη εφαρμογή του σχεδίου έγινε στις 7 Αυγούστου στον Βύρωνα...»

ΙΘ΄ Παράρτημα Ασφαλείας Βύρωνα

«Την 7-8-44 κ ώραν 17.40 γερμανικά αυτοκίνητα 2, πλήρη στρατιωτικών, διερχόμενα εκ της αγοράς Βύρωνος, εδέχθησαν ριπήν πολυβόλου παρ’ Εαμίτου και ετραυματίσθηκαν εις Γερμανός αξιωματικός και εις στρατιώτης. Μετ’ ολίγον κατέφτασε ισχυρά γερμανική δύναμις ήτις διέταξεν τη συγκέντρωση απάντων των ανδρών του συνοικισμού εις την πλατείαν Σμύρνης, όπου συγκεντρώθηκαν 1.000 άνδρες. Παρέλαβαν 10 αδιακρίτως εκ των συγκεντρωθέντων και τους εξετέλεσαν επί τόπου, άλλους δε 600 άνδρες τους μετέφεραν εις το Χαϊδάρι και εκείθεν τους απέστειλαν εις Γερμανίαν»

Δυο ημέρες μετά, την Τετάρτη 9 Αυγούστου, σκοποί του ΕΛΑΣ παρατηρούν αυξημένη κίνηση γερμανικών καμιονιών στις λεωφόρους Συγγρού και Βουλιαγμένης. «Δεν αντελήφθησαν όμως περί τίνος πρόκειται. Αλλωστε συχνά τα γερμανικά αυτοκίνητα χρησιμοποιούσαν τη νύχτα τις μεγάλες αρτηρίες. Ετσι δεν ειδοποίησαν αμέσως τους υπεύθυνους της επιφυλακής. Η γερμανική διοίκηση διέθεσε μια δύναμη γύρω στις 2.500-3.000 Γερμανούς, τσολιάδες, χωροφύλακες και Ιταλούς φασίστες...» προσθέτει ο Γ. Κυριακίδης.

Η έκταση που διενεργείται το μπλόκο είναι τεράστια. Καταλαμβάνει Μπραχάμι - Ν. Κόσμο - Ν. Σμύρνη - Φάληρο (νεκροταφεία)-Δάφνη. Στις 4.30 τα ξημερώματα ο αποκλεισμός έχει συντελεστεί.

«Ο πατέρας μου, Παναγιώτης, ήταν τότε 16 χρόνων. Ο μεγαλύτερος από τα τρία αδέλφια. Γι’ αυτό τον λόγο έπρεπε να βοηθάει στην οικογένεια. Είχε λοιπόν ένα κασελάκι και δούλευε ως μικροπωλητής. Το προηγούμενο βράδυ του μπλόκου στο Δουργούτι έχει πάει με το κασελάκι του στον κινηματογράφο για να πουλήσει την πραμάτεια του. Επιστρέφοντας στο σπίτι συναντάει κάποιους ΕΠΟΝίτες που του λένε ότι κάτι ακούγεται για μπλόκο στην περιοχή. Τα ξημερώματα γύρω στις 3 με 4 το πρωί σηκώνεται για να πάει στον Υμηττό να μαζέψει ξύλα. Εφτασε μέχρι τον Αϊ-Γιάννη, όπου οι Γερμανοί έχουν ήδη αποκλείσει την περιοχή. Επιστρέφει αναγκαστικά» αφηγείται στις «Νησίδες» ο Θεόδωρος Αδαμακόπουλος.

Οταν οι δυνάμεις κατοχής έφτασαν στην περιοχή Ταταύλων - Φάρου - Ν. Αρμενίας συνάντησαν την πρώτη αντίσταση.

«Την παραμονή το βράδυ είχαν έρθει από τον Υμηττό - Βύρωνα ΕΛΑσιτες γύρω στους 70... Μου είπαν να τους οδηγήσω στα Ταταύλα να μείνουν τη νύχτα... Ξυπνήσαμε πριν χαράξει. Μου ζήτησαν να τους οδηγήσω για να γυρίσουν πίσω. Μπαίνουμε στα στενά και προχωρούμε πιο προφυλακτικά προς την πλατεία Φάρου... Τότε άρχισε η μάχη. Μας χτυπούσαν από όλες τις γωνιές. Οι ΕΛΑΣίτες πήραν θέση μάχης. Είχαμε πέσει όμως σε παγίδα. Υποχωρούσαμε προς διάφορες κατευθύνσεις και κυρίως δυτικά προς Δεξαμενή. Δυστυχώς και από εκεί είμαστε μπλοκαρισμένοι. Πολλοί έμπαιναν σε σπίτια όπου πολέμησαν μέχρι που σκοτώθηκαν. Αλλοι κρύφτηκαν μη έχοντας πλέον πυρομαχικά»

Γιώργος Βασιλακόπουλος από το βιβλίο του Γ. Κυριακίδη

Τα χωνιά ήδη πάντως έχουν τεθεί σε λειτουργία και καλούνται όλοι οι άρρενες άνω των 15 ετών να συγκεντρωθούν. «Τάκη μη πας» η αγωνιώδης έκκληση της μητέρας του 16χρονου Παναγιώτη...

Οι κουκουλοφόροι

«Ενα περίπολο τσολιάδων μας μάζεψε. Με βρισιές, κλωτσιές και απειλές μας πήγε στην πλατεία. Μας υποχρέωσαν να καθίσουμε. Διάφοροι φασίστες κυκλοφορούσαν χτυπώντας, βρίζοντας και τρομοκρατώντας. Θα ήταν 11 το πρωί όταν ήρθε ο κουκουλοφόρος. Επρεπε να τον κοιτάμε στα μάτια. Οποιος δεν το έκανε τον έστελναν στον Γερμανό για εκτέλεση. Το ίδιο και όποιον υπέδειχνε ο κουκουλοφόρος... Ο κουκουλοφόρος έφτασε μπροστά μας, σηκώνει το χέρι και δείχνει τον αδελφό μου, τον Αμπαρτσούμ. Ενα ηλεκτρικό ρεύμα λες και με διαπερνά... Λίγα δευτερόλεπτα και μια ριπή τον ρίχνει κάτω...»

(διήγηση Ανιλ. Μπερμπεριάν από Γ. Κυριακίδη)

Τους μάζεψαν, προσθέτει ο κ. Αδαμακόπουλος, και εμφανίστηκαν οι κουκουλοφόροι. Ο πατέρας μου κοίταξε κάτω και διαπίστωσε από τα παπούτσια ότι ένας εκ των κουκουλοφόρων ήταν γυναίκα.

«Τσολιάδες, μπουραντάδες και ασφαλίτες με πολιτικά γύριζαν ανάμεσα στους καθισμένους ανθρώπους χτυπούσαν και τρομοκρατούσαν συνεχώς. Ανάμεσά τους και μια τσολιαδίνα, η Αστέρω, πρωταγωνιστούσε σε χυδαιολογία κ τραμπουκισμούς»

(Θανάσης Δαφεράνος - βιβλίο Κυριακίδη).

«Περνώντας από τη μάντρα είδα ένα σωρό πτώματα των εκτελεσμένων παλικαριών. Ανάμεσά τους και τον Ελασίτη που το πρωί είμαστε μαζί. Το άσπρο του σακάκι ήταν μέσα στα αίματα. Ηδη, έλεγαν, είχαν πάρει δυο καμιόνια γεμάτα σκοτωμένους. Τράβηξα για το σπίτι. Είδα κόσμο μαζεμένο απέξω. Μέσα βρήκα τον αδελφό μου, Αναστάση, νεκρό. Τον είχαν εκτελέσει οι τσολιάδες μαζί με έναν τσαγκάρη γείτονα μας... Τους είχε προδώσει μια τσολιαδίνα. Τους τράβηξαν δίπλα στο όρυγμα κ αφού τους βασάνισαν τους ξερίζωσαν τα νύχια για να μαρτυρήσουν. Αλλους τους εκτέλεσαν... Οταν έφυγαν, οι γείτονες τους σήκωσαν και τους έφεραν στα σπίτια τους» (Γ. Βασιλακόπουλος, μαρτυρία).

Η πομπή για το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου ξεκινά. Πριν όμως ο συνοικισμός και η παραγκούπολη των Αρμενίων έχει παραδοθεί στην πυρά: «Ο μισός και ίσως περισσότερος συνοικισμός ήταν καμένος. Εκδικούμενοι την αντιστασιακή συνοικία που τόσα είχε δώσει στο διάστημα της τρίχρονης κατοχής τής έβαλαν φωτιά. Οι καπνοί έβγαιναν ακόμη. Πολλοί ηλικιωμένοι καήκανε μέσα στα σπίτια τους...»

Από το απόγευμα της 8/8 υπήρχαν πληροφορίες για πιθανό μπλόκο. Το πού θα γινόταν όμως δεν αναφερόταν

Γιάννης Κυριακίδης

«Κατά τη διάρκεια της πορείας ο πατέρας μου επιχείρησε δυο φορές να δραπετεύσει, δεν τα κατάφερε. Στο Χαϊδάρι έμειναν για μερικές ημέρες. Πίστευαν ότι θα τους αφήσουν ελεύθερους» σημειώνει ο κ. Αδαμακόπουλος.

«Εφεραν στον ανοιχτό χώρο, που όπως φαίνεται τον έχουν για τόπο υπαίθριου βασανιστηρίου, πέντε κρατούμενους για να τους υποβάλουν στο μαρτύριο του Σίσυφου. Είναι και οι πέντε εξαντλημένοι, πετσί και κόκαλο, ανθρώπινες σκιές. Πονάει η ψυχή σου να τους βλέπεις» (Γ. Γκούτας)

Οι ελπίδες τους για απελευθέρωση αποδεικνύονται φρούδες, καθώς μεταφέρονται στον σταθμό του Ρουφ με προορισμό τη Γερμανία.

«Εξω από τον σταθμό μαζεύτηκε πλήθος κόσμου. Τους παρακαλέσαμε να ειδοποιηθούν οι δικοί μας. Οσο περνάει η ώρα τόσο ο συγκεντρωμένος κόσμος γίνεται περισσότερος. Μας πετούν τσιγάρα... Προσπαθούν να μας μιλήσουν... Σε λίγο ολόκληρος ο Βύρωνας και άλλοι συνοικισμοί βρέθηκαν έξω από τον σταθμό... Το μανιασμένο πλήθος έσπασε το τείχος των Γερμανών φρουρών και όρμησε φθάνοντας ώς τα κάγκελα του σταθμού...» (Γκούτας)

Ο Ερυθρός Σταυρός μοιράζει τα πακέτα με τα τρόφιμα. Το τρένο ξεκινά.

«Από κάποιο βαγόνι κρατούμενοι άρχισαν να ψέλνουν τον εθνικό μας ύμνο... Αμέσως μεταδόθηκε σε όλα τα βαγόνια σε όλο το πλήθος... Μια σπάνια, μια μοναδική στιγμή γενικευμένης αντίδρασης... Αδιαφορίας για τον θάνατο...» (Γκούτας).

Οταν κοιτάς κατάματα τη δυστυχία

Μέσα στα βαγόνια, στριμωγμένοι, κοιμούνται στο πάτωμα άπλυτοι, χωρίς νερό, με τα καλοκαιρινά τους ρούχα. Και αυτό είναι το πρελούδιο του μαρτυρίου τους. Οι όμηροι, απαχθέντες των μπλόκων του Βύρωνα και του Δουργουτίου, οδηγήθηκαν στο Μάνχαιμ και άλλοι σε πόλεις νότια της Στουτγάρδης.

«Ξεκινάμε για νυχτερινή πορεία... Προχωράμε με την ίδια σιγανή βροχή που δεν λέει να σταματήσει... Δεν έχουμε δυνάμεις, το περπάτημά μας γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Τα κτήνη, οι “τσολιάδες” [σ.σ. Γάλλοι συνεργάτες Γερμανών] μας κυνηγούν και μας χτυπούν για να επιταχύνουμε το βήμα μας. Ενας σύντροφος από το πολύ ξύλο έπεσε δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο.. Τι απόγινε δεν έμαθα... Για να μη μείνει πίσω κανένας σύντροφος και τον φάει το μαύρο σκοτάδι πιαστήκαμε χέρι χέρι και προχωρούμε όλοι μαζί... Ο,τι είναι να γίνει να γίνει για όλους...» (Γκούτας)

Οι όμηροι μετατρέπονται σε σκλάβους. Γίνονται ένα απλό νούμερο. Εργάζονται στα οχυρωματικά έργα, πεινασμένοι, εξαθλιωμένοι. «Τα βράδια, όταν γυρίζουμε ξεθεωμένοι και περνάμε υποχρεωτικά μέσα στο χωριό, οι χωρικοί βγαίνουν έξω να κάνουν χάζι μ’ εμάς. Βρίσκουν κωμική την εμφάνισή μας, μας παρατηρούν σαν περίεργα φαινόμενα, μας δείχνουν με τα χέρια τους και ξεκαρδίζονται στα γέλια... Το ίδιο έγινε και απόψε... Από όλο το τσούρμο που βγήκε στον δρόμο, μόνο μια κοπέλα βρέθηκε με αισθήματα. Στάθηκε για λίγο έξω από την εκκλησία και έκλαψε όταν μας είδε...Τα παιδιά μας πετροβολούν χωρίς να εμποδίζονται από τους μεγάλους... Μπορείς να γελάς όταν κοιτάς κατάματα την ίδια τη δυστυχία;». Διατίθενται και για άλλες εργασίες «Το δουλεμπόριο συνεχίζεται. Πήραν και άλλους συντρόφους για άλλες δουλειές. Ηρθαν και άλλοι Γερμαναράδες... Πήραν και αυτοί σκλάβους. Τζάμπα πράγμα...» (Γκούτας)

Στις 20 Νοεμβρίου, οι όμηροι, μεταξύ αυτών και ο πατέρας του κ. Αδαμακόπουλου, διαμοιράζονται από το κολαστήριο του αεροδρομίου Hailfingen σε διάφορα χωριά. Εκεί οι συνθήκες είναι καλύτερες. Αντιμετωπίζονται ανθρώπινα από πολλούς ντόπιους. Τη θέση τους όμως στο κολαστήριο καταλαμβάνουν 600 Εβραίοι εκ των οποίων οι είκοσι από την Ελλάδα.

«Η άθλια κατάσταση που ζούμε με έκανε να χάσω την ανθρωπιά μου... Χθες το μεσημέρι, στη διακοπή της δουλειάς για το συσσίτιο, με κάλεσε μια κοπέλα που εργάζεται εδώ και μου έδωσε κρυφά ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί. Δεν ήταν για μένα, μου το τόνισε: είναι για τους άρρωστους συντρόφους σου. Τρελάθηκα όταν το είδα τόσο ψωμί. Απομακρύνθηκα με τρόπο και το έφαγα όλο αμάσητο στα γρήγορα, όπως κάνει ο σκύλος που κρατάει στα δόντια του ένα κόκαλο και αποφεύγει τα άλλα σκυλιά...» (Γκούτας)

Ομως τα συμμαχικά στρατεύματα προελαύνουν. Τέλη Μαρτίου του 1945 με αρχές Απριλίου γίνεται η μεταφορά των Ελλήνων (και του πατέρα του κ. Αδαμακόπουλου) από το Oberjesingen στο Haigerloch για να δουλέψουν σε αλατωρυχεία. Μέσα Απριλίου μετακινούνται προς το Tübingen, όπου οι φρουροί τούς εγκαταλείπουν προς το τέλος της πορείας. Στις 23 Απριλίου συναντούν τους πρώτους Αμερικανούς. Σύμφωνα με τον κ. Αδαμακόπουλο, οι Αμερικανοί διενεργούσαν την αποστολή «Αλσος» με σκοπό τη σύλληψη Γερμανών πυρηνικών επιστημόνων και την κατάσχεση των εργαστηρίων τους. Την ίδια ημέρα η ομάδα των Ελλήνων συναντάται με Σενεγαλέζους της Γαλλικής 9ης Αποικιακής Μεραρχίας, ενώ αρχές Μαΐου οι Γάλλοι τούς εγκαθιστούν στο Balingen.

Οι αόρατοι

Το μαρτύριο όμως των Ελλήνων ομήρων δεν λήγει εδώ. Η ελληνική κυβέρνηση τους αντιμετωπίζει με εμφανή εχθρότητα. Επί δυο μήνες μεταφέρονται από στρατόπεδο σε στρατόπεδο. «Είδαμε τη στοργή, την οργάνωση και τις φροντίδες των Γάλλων για τους δικούς τους αιχμαλώτους. Κανένας από τους δικούς μας χαραμοφάηδες δεν φάνηκε στο Στρασβούργο, όπου γίνεται η μεγαλύτερη διακίνηση αιχμαλώτων της ζώνης γαλλικής επιρροής...» σημειώνει ο Γ. Γκούτας.

Εν τω μεταξύ στη Γαλλία, σε όλους τους σταθμούς των τρένων η υποδοχή των αιχμαλώτων είναι υποδοχή ηρώων. Οταν όμως φτάνουν στη Μασσαλία: «Ηρθαν να μας μεταφέρουν στο προξενείο. Ο κ. πρόξενος; Καμία απόκριση... Βουβαμάρα... Ζητήσαμε να δούμε τον πρόξενο και μας είπαν ότι είναι απασχολημένος. Τον υποπρόξενο; Το ίδιο... Δυο υπάλληλοι αμίλητοι με κατεβασμένα μούτρα μάς κάλεσαν και μας πήραν τα στοιχεία. Υστερα ο ένας από αυτούς, ο πιο ενοχλημένος, σε οργίλο ύφος είπε: Αν θέλετε να φύγετε για την Ελλάδα ν’ αφήσετε τις διαμαρτυρίες. Θα κλειστείτε σε στρατόπεδο μέχρι να περάσει πλοίο για τον Πειραιά. Αλλιώς Ελλάδα δεν βλέπετε...».

Οταν επιτέλους η πρώτη ομάδα ομήρων κατέπλευσε στον Πειραιά στις 17 Ιουνίου διαπιστώνουν ότι η επιστροφή τους κρατήθηκε ως επτασφράγιστο κρατικό μυστικό.

Μεταφέρονται με στρατιωτικά οχήματα στο Σύνταγμα. Ο Γ. Γκούτας με άλλους δύο Βυρωνιώτες παίρνουν ταξί: «“Είμαστε όμηροι των Γερμανών, τώρα ήρθαμε. Ομως δεν έχουμε δραχμή να σας πληρώσουμε. Θα σας δώσουμε γαλλικά φράγκα να τα εξαργυρώσετε...” - “Παιδιά, καλώς ήρθατε. Μη στεναχωριέστε, θα σας πάω στα σπίτια σας, δεν θέλω λεφτά...” - “Πώς είναι η κατάσταση στην Ελλάδα;” - “Χάλια παιδιά, δεν είναι ώρα για τέτοιες συζητήσεις. Πηγαίνετε σπίτια σας να ξεκουραστείτε και όλα θα τα μάθετε από τους δικούς σας”...».

Και τα έμαθαν... Οπως πληροφορήθηκαν ότι πλέον συνιστούν κίνδυνο για τον εθνικό κορμό. «Με πληροφόρησε για τα Δεκεμβριανά ο Γιάννης... Ο Βύρωνας δοκιμάστηκε ιδιαίτερα. Πολλά παλικάρια χάθηκαν άδικα. Πήρε και κακό όνομα. Δεν είναι τυχαίο που οι Γερμανοί έκαναν μπλόκο στη συνοικία αυτή. Κάτι ήξεραν...» (Γκούτας)

Στη μνήμη του Στέλιου Βασιλάκη

Στις 26 Σεπτεμβρίου ο 23χρονος Στέλιος γίνεται ο πρώτος νεκρός μεταξύ των ομήρων αυτής της ομάδας. «Χαροπαλεύει στο άχυρο, μόνος έρημος και αβοήθητος. Ακούγεται το σπαρακτικό βογκητό του. Τον Στέλιο τον αγαπώ. Είναι καλό παιδί. Σύρθηκα, μπουσούλησα σιγά σιγά και έφτασα κοντά του. Δίπλα του στέκονται σιωπηλοί μερικοί άρρωστοι σύντροφοι... Του κρατάμε τα χέρια, τον χαϊδεύουμε... Ξεψύχησε αδικοχαμένος στα χέρια μας... Ενα γοερό κλάμα αντήχησε στη βαριά ατμόσφαιρα του υπόστεγου... Πέθανε ο Στέλιος μας στο άνθος της ζωής του. Η δόλια η μάνα του... Ζητήσαμε να τον βάλουμε στο νεκροταφείο του χωριού... “Οχι”, ήταν η απάντηση. Τον θάψαμε αδιάβαστο με ένα πρόχειρο φέρετρο που του φτιάξαμε έξω από το στρατόπεδο... Του βάλαμε ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό με το όνομά του και κάτω από αυτό την λέξη: ΕΛΛΗΝ. Γονατίσαμε μπροστά στον τάφο του και ψάλλαμε με λυγμούς...».

Οταν ο Γ. Γκούτας φτάνει στο σπίτι του στον Βύρωνα όλη η γειτονιά τον υποδέχεται χαρμόσυνα. Σε λίγο καταφτάνει και η μητέρα του Στέλιου: «Κατέφτασε τρεχάτη λαχανιασμένη και φοβερά ανήσυχη μια μεσόκοπη γυναίκα που έδειχνε πολύ γερασμένη. Ηταν η μάνα του Στέλιου... Μας είπε ότι ήταν το μονάκριβο παιδί της, που το ’φερε μωρούλι με τον ξεσηκωμό και ότι ο άνδρας της χάθηκε στη μικρασιατική καταιγίδα. Τώρα αυτή έμεινε μόνη και έρημη... Δεν μου πήγαινε να πω στην τραγική αυτή μάνα ότι τον γιο της τον έφαγε η μαύρη γερμανική γη. Είπα το μεγάλο ψέμα ότι αυτό το όνομα δεν μου θυμίζει τίποτε και ότι σίγουρα θα ήταν σε κάποιο άλλο στρατόπεδο που από την αρχή μας μοίρασαν. Εφυγε βιαστική πνιγμένη στο κλάμα χωρίς να πειστεί...»

📌 Οι «Νησίδες» ευχαριστούν θερμά τον Θεόδωρο Αδαμακόπουλο για την προσωπική μαρτυρία, αλλά και το εξαντλημένο καθώς είχε εκδοθεί σε λίγα αντίτυπα, βιβλίο του Γ. Γκούτα, το οποίο μετέτρεψε σε ηλεκτρονική μορφή, όπως και για το σπάνιο φωτογραφικό υλικό


Οι Ελληνες σκλάβοι στα ναζιστικά στρατόπεδα

Tα τρία μεγαλύτερα μπλόκα σε Βύρωνα, Δουργούτι και Κοκκινιά κατέληξαν σε πρωτοφανή ανθρωπομαζέματα

του Ιάσονα Χανδρινού*

Την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σχεδόν 10.000 Ελληνες και Ελληνίδες βρέθηκαν στη ναζιστική Γερμανία ως πολιτικοί κρατούμενοι ή όμηροι. Πρόκειται για ανθρώπους οι οποίοι συνελήφθησαν από τα κατοχικά στρατεύματα στο πλαίσιο καταπολέμησης της Αντίστασης και βρέθηκαν σε διάφορα κολαστήρια της ναζιστικής επικράτειας, από μεγάλα στρατόπεδα συγκέντρωσης (Νταχάου, Μαουτχάουζεν, Νόιενγκαμε κ.ά.) μέχρι μικρές εγκαταστάσεις καταναγκαστικής εργασίας. Ο στρατοπεδικός εγκλεισμός έξω από τα σύνορα της χώρας αρχικά αφορούσε αρχικά μόνο την ιταλική ζώνη κατοχής και γνώρισε μεγάλη ένταση μόνο κατά την τελευταία φάση της γερμανικής κατοχής (Οκτώβριος 1943 - Οκτώβριος 1944), ακολουθώντας την αλματώδη άνοδο του αντιστασιακού κινήματος. Μέχρι τις αρχές του 1944, ο αριθμός μη Εβραίων κρατουμένων από την Ελλάδα στα ναζιστικά στρατόπεδα, ήταν συγκριτικά χαμηλός. Οι αποστολές αφορούσαν μικρές ομάδες ή μεμονωμένες περιπτώσεις «εχθρών του Γ΄ Ράιχ», όπως ο Νίκος Ζαχαριάδης και ο στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος.

Σε αντίθεση με άλλες εμπόλεμες με τον Αξονα χώρες, οι γερμανικές κατοχικές δυνάμεις, κατόπιν προσωπικής διαταγής του Χίτλερ, δεν είχαν κρατήσει υπό αιχμαλωσία Ελληνες στρατιωτικούς ούτε εφάρμοσαν μέτρα συστηματικής αναγκαστικής στρατολόγησης εργατών που θα μεταφέρονταν «επίσημα» στα γερμανικά εδάφη, όπως συνέβαινε στη Γαλλία ή στο Βέλγιο. Η τελευταία εξαίρεση θα πρέπει ασφαλώς να πιστωθεί στην Αντίσταση.

Το διάταγμα καταναγκαστικής εργασίας του Στρατιωτικού Διοικητή Ελλάδας (30 Ιανουαρίου 1943) που έθετε όλον τον ικανό για εργασία άρρενα πληθυσμό της χώρας υπό καθεστώς υποχρεωτικής εργασίας, εάν το απαιτούσαν οι κατοχικές αρχές έμεινε τελικά νεκρό γράμμα, έπειτα από μεγαλειώδεις, αιματηρές κινητοποιήσεις του λαού της Αθήνας. Ως το τέλος της Κατοχής, τα ανώτερα κλιμάκια της γερμανικής διοίκησης αναγκάζονταν να παραδεχτούν τόσο την πλήρη αποτυχία της πολιτικής επιστράτευσης, όσο και την ποσοτικά και ποιοτικά ασήμαντη εθελοντική προσέλκυση Ελλήνων εργατών για εργατριών για τα εργοστάσια του Γ΄ Ράιχ.

Από την άνοιξη του 1944 οι εκτοπισμοί άρχισαν να συστηματοποιούνται ως μέτρο καταπολέμησης της Αντίστασης, κατά κύριο λόγο του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ που είχε απλωθεί σε όλη την επικράτεια, παράλληλα με τις εκτελέσεις αντιποίνων και τις καταστροφές χωριών. Ηταν μια προσαρμογή της «αντισυμμοριακής πολιτικής» στις ανάγκες κάλυψης των δραματικών αναγκών σε εργατικό δυναμικό, σε μια περίοδο που η ήττα της ναζιστικής Γερμανίας διαφαινόταν στον ορίζοντα. Η ανάγκη εκμετάλλευσης των χιλιάδων ομήρων που συλλαμβάνονταν σε αστυνομικές και στρατιωτικές επιχειρήσεις σε χωριά και πόλεις μετέβαλε την αναλογία ανάμεσα σε εκτελεσθέντες και εκτοπισθέντες. Περίπου 1.300 συλληφθέντες αντιστασιακοί από Κρήτη, Αθήνα, Εύβοια και Μακεδονία, ανάμεσά τους και 80 γυναίκες, οδηγήθηκαν τον Μάιο και τον Ιούνιο στα στρατόπεδα Μαουτχάουζεν, Νόιενγκαμε και Ράβενσμπρικ, μια ομάδα γυναικών κατέληξε μάλιστα στο διαβόητο Αουσβιτς-Μπίρκεναου, το μεγαλύτερο στρατόπεδο εξόντωσης Εβραίων. Ακόμα 900 έγκλειστοι άνδρες του στρατοπέδου Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη, συλληφθέντες σε «εκκαθαρίσεις» κατά του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ σε Μακεδονία, Θεσσαλία και Ηπειρο, μεταφέρθηκαν στα μέσα Ιουλίου στο στρατόπεδο στρατιωτικών αιχμαλώτων πολέμου Stalag VII A στο Μόζμπουργκ της Βαυαρίας, επιλογή που ενδεχομένως αντικατοπτρίζει μια έμμεση αναγνώριση των ανταρτών ως εμπόλεμης δύναμης.

Οι μαζικοί εκτοπισμοί όχι μόνο αυξήθηκαν κατακόρυφα (δυο στους τρεις ομήρους όλης της κατοχικής περιόδου εκτοπίστηκαν το καλοκαίρι του 1944), αλλά άρχισαν να χάνουν και τα προσχήματα της «αντισυμμοριακής» καταστολής. Τον Ιούλιο, ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδας είχε διατάξει ως προληπτικό μέτρο «κατά εσωτερικών ταραχών [...] την αιφνιδιαστική σύλληψη σε ορισμένες κομμουνιστικές αθηναϊκές συνοικίες όλων των ανδρών ηλικίας μεταξύ 16 και 50 ετών, εφόσον δεν εργάζονται για τη γερμανική Βέρμαχτ ή για άλλα γερμανικά συμφέροντα και να τους στείλει αμέσως για εργασία στη Γερμανία». Η διαταγή αυτή υλοποιήθηκε στα αιματηρά «μπλόκα» που εξαπέλυσαν δυνάμεις των Ες-Ες και των δωσιλογικών Ταγμάτων Ασφαλείας σε όλες τις «κόκκινες» συνοικίες της Αθήνας: Παγκράτι (4 Ιουλίου), Περιστέρι (6 Ιουλίου), Γκύζη (14 Ιουλίου), Βύρωνας (7 Αυγούστου), Δουργούτι, Νέος Κόσμος, Νέα Σμύρνη (9 Αυγούστου), Κοκκινιά (17 Αυγούστου), Καλλιθέα (24 και 28 Αυγούστου). Τα τρία μεγαλύτερα μπλόκα, σε Βύρωνα, Δουργούτι και Κοκκινιά, εκτός από εκατοντάδες θύματα, κατέληξαν σε πρωτοφανή ανθρωπομαζέματα. Ο 23χρονος Ιάκωβος Ζακαριάν, κάτοικος Δουργουτίου, σημείωνε: «Μια φάλαγγα από 1.000 περίπου νέους και μεσοκόπους από τα καθημερινά ρούχα της εργασίας μας, άλλος ξυπόλητος, άλλος με ένα πουκάμισο και σανδάλια, με το κεφάλι σκυμμένο σαν ένας τελευταίος εγκληματίας προχωρούσε βαρειά τον δρόμον του Γολγοθά, ενώ τραγικώτατες σκηνές εσημειώνοντο στους δρόμους των Αθηνών με το θέαμα αυτό. Αλλες [γυναίκες] έκλαιγαν, άλλες οδύρωντο, άλλες λιποθυμούσαν, άλλοι τρομαγμένοι απομακρύνοντο από μας». Συνολικά κάπου 5.000 άνδρες οδηγήθηκαν απευθείας από τα αντίστοιχα σημεία συγκέντρωσης των μπλόκων, και μάλιστα πεζή, στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου κάτω από βρισιές και χτυπήματα Γερμανών και ταγματασφαλιτών.

Η εκτέλεση, που πολλοί περίμεναν, δεν ήρθε ποτέ. Στις 16 Αυγούστου, ένας συρμός με 1.000 «κομμουνιστές υπόπτους», σύμφωνα με τις γερμανική αναφορά, συλληφθέντες στις 7 και 9 του μήνα (δηλαδή σε Βύρωνα και Δουργούτι), αναχώρησε από τον σταθμό του Ρουφ με κατεύθυνση τη Γερμανία. Στις 19 Αυγούστου, ακολούθησε μια δεύτερη αποστολή 1.200 ομήρων, κατά πλειονότητα κατοίκων της Κοκκινιάς που είχαν πιαστεί στο μπλόκο δύο μέρες νωρίτερα. Τα τρένα διέσχισαν τα Βαλκάνια, την Ουγγαρία και την Αυστρία και «έσπασαν» σε διάφορα σημεία της διαδρομής, κατανέμοντας ομάδες στα διάφορα εργοτάξια στα νοτιοδυτικά εδάφη του Γ΄ Ράιχ. Οι Κοκκινιώτες κατέληξαν στο σημερινό κρατίδιο της Εσσης, μεταξύ Φρανκφούρτης και Ντάρμστατ, στις πόλεις Μπίμπλις, Χανάου και Ρούσελσχαιμ. Βυρωνιώτες και Δουργουτιώτες, ύστερα από άσκοπη, εξαντλητική περιπλάνηση στα γαλλογερμανικά σύνορα και στο Σααρ, χωρίστηκαν σε δυο μεγάλες ομάδες: περίπου 300 οδηγήθηκαν στο Μάνχαιμ και οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν νότια της Στουτγκάρδης, κυρίως στις πόλεις Χάιλφινγκεν, Γκάισλινγκεν και Μένγκεν.

Σχεδόν 2.500 ανυποψίαστοι άνδρες, κάθε ηλικίας και επαγγέλματος, οι περισσότεροι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, μετατράπηκαν εν μιά νυκτί σε σκλάβους-εργάτες του Οργανισμού Τοντ που συντόνιζε την εργασία αιχμαλώτων από όλη την Ευρώπη σε μονάδες εξοπλισμών και δημόσια έργα, σε συνεργασία με το υπουργείο Εξοπλισμών (Αλμπερτ Σπεερ), τις κατά τόπους διοικήσεις των Ες-Ες και στρατιωτικά επιτελεία. Μόλις ένα μήνα πριν οι Γερμανοί εκκενώσουν την Ελλάδα, οι όμηροι βρέθηκαν στην καρδιά της πιεζόμενης από γης και αέρος χιτλερικής Γερμανίας να σκάβουν χαρακώματα, να διανοίγουν αεροδρόμια και να επισκευάζουν σιδηροδρομικές γραμμές. Ο Ματθαίος Βυριδάκης, ΕΑΜίτης από τον Βύρωνα, θυμόταν: «Το πρωί πάμε για το ύψωμα, τον “Γολγοθά”. Εκεί ήταν η Γραμμή Ζίγκφριντ. Κι άμα πήγαμε το πρωί τι να δούμε; Μια οροσειρά χιλιόμετρα... Και να δουλεύουνε όλες οι φυλές του κόσμου εκεί... Και μας πηγαίνανε να κάνουμε αντιαρματικούς τάφρους μπροστά από τα οχυρά. Μας δίνανε 8 μέτρα με το άνοιγμα, δυο θα σκάβουνε, δυο θα φτυαρίζουνε. Και παραπίσω άλλοι. Το πηγαίναμε σκαλοπάτι-σκαλοπάτι».

Οι λιγότερο τυχεροί διατάχθηκαν να ολοκληρώσουν το χτίσιμο υπόγειων στοών, όπου θα μεταστεγάζονταν βιομηχανίες λόγω των σφοδρών συμμαχικών βομβαρδισμών. Μια ομάδα από 130 Κοκκινιώτες αποδεκατίστηκαν από το κρύο, τις κακουχίες και την κακομεταχείριση των φρουρών κατά την τσιμέντωση ενός υπόγειου θόλου στο Μπένσχαιμ-Αουερμπαχ, κοντά στο Ντάρμστατ. Οι περίπου 150-200 συνόμηροί τους στο Γκάισλινγκεν, κάπου 200 χλμ. προς τα νοτιοανατολικά, εντάχθηκαν στα έργα του εξοπλιστικού «Προγράμματος Χεχτ/Ρούμπιν» που κατασκεύαζε πυραύλους V2 στην κοιλάδα του Εϊμπαχερταλ: «Οι φρουροί ξεχώρισαν δέκα από εμάς και μας έδειξαν τρεις μεγάλες μπετονιέρες. Δουλειά μας ήταν να τις μεταφέρουμε πιο κοντά στο τουνέλι. Παρά την προσπάθεια, σπρώχναμε, αγκομαχούσαμε... Εγώ, δίχως υποδήματα, δυσκολευόμουν ακόμη και να σταθώ όρθιος πάνω στις πέτρες. Αρχισε να ψιχαλίζει και να φυσάει. Κρύωνα. Ετρεμα. Ασυναίσθητα σταματήσαμε τη δουλειά και τρέξαμε να βρούμε μέρος να απαγκιάσουμε. Με το που μας παίρνει είδηση ο φρουρός, βάζει τις φωνές. Βρίζει και κλοτσάει. Το μεσημέρι ήρθε φαγητό: μια σούπα, μερικά αγγούρια και ψωμί, μια κουραμάνα ανά πέντε. Γδυτός και πεινασμένος καθώς είμαι, φοβάμαι ότι δεν θα αντέξω για πολύ. Και είναι μόνο η πρώτη μέρα...».

Αν και δεν έζησαν την κόλαση των «κλασικών» στρατοπέδων συγκέντρωσης, οι όμηροι-εργάτες έπρεπε να παλέψουν με αφάνταστες δυσκολίες. Ακόμα και Γερμανοί επιστάτες έδειχναν συμπάθεια για την ελεεινή κατάσταση των Ελλήνων, που φορούσαν τα ρούχα που είχαν τη μέρα του μπλόκου (!), και αναγκάστηκαν να γίνουν άτυποι έρανοι για ρούχα και παπούτσια, μιας και δεν είχαν καταγραφεί καν σε επίσημους καταλόγους εργασίας. Κάθε μέρα σχεδόν η δουλειά σταματούσε λόγω των βομβαρδισμών. Ο Γεπρέμ Σερτσογιάν, Αρμένιος από το Δουργούτι, ζήτησε το 1961 αποζημίωση αναπηρίας, καθώς «υπέστη σωματικήν κάκωσιν ήτοι ακρωτηριασμόν του αριστερού βραχίονος» κατά την επιδρομή καταδιωκτικών στο Χάιλφινγκεν στις 8 Οκτωβρίου, την οποία περιέγραφε ολοζώντανα ο Νίκος Σκαλτσάς, ίσως ο τελευταίος μέχρι τον θάνατό του (2019) επιζών της μεγάλης περιπέτειας. Ο εμποροϋπάλληλος Νίκος Παπαδόπουλος από τον Πόντο, κάτοικος Βύρωνα, κατέγραψε στο ημερολόγιό του 135 αεροπορικούς συναγερμούς στην ευρύτερη περιοχή του Μανχάιμ. Μισελληνικά αισθήματα έκαναν τη βία συστηματικότερη: «Θα ησυχάσουμε μόνο άμα καθαρίσουμε μερικούς από δαύτους» είχε πει στους υφισταμένους του, ο διοικητής του εργοταξίου στο Μπένσχαιμ, υπαξιωματικός των Ες-Ες. Ο αριθμός των θυμάτων παραμένει άγνωστος. Δεκάδες έχασαν τη ζωή τους στη Γερμανία χωρίς να προλάβουν την απελευθέρωση που για εκείνους θα ερχόταν έτσι κι αλλιώς πολύ αργότερα, μαζί με την κατάρρευση της ναζιστικής Γερμανίας, τον Μάιο του 1945. Οι αποζημιώσεις, όσες δόθηκαν, θα αργούσαν μισό αιώνα ακόμα. Η ευρύτερη δικαίωση, μαζί με τη δεξίωση της ομηρίας στην εθνική συλλογική μνήμη και τα μαρτυρολόγια της Κατοχής περιμένουν ακόμα.

*Ιστορικός

Ακολουθήστε μας στο Google news
Google News
ΝΗΣΙΔΕΣ
Το ημερολόγιο της ομηρίας στα ναζιστικά κάτεργα
Ενα μοναδικό ντοκουμέντο στο φως της δημοσιότητας 74 χρόνια μετά ● Γεγονότα μέσα από τις καθημερινές καταγραφές του 30χρονου τότε Πέτρου Σταμέλου που συνελήφθη στο μπλόκο του Βύρωνα και οδηγήθηκε σε γερμανικά...
Το ημερολόγιο της ομηρίας στα ναζιστικά κάτεργα
ΝΗΣΙΔΕΣ
Η ανατομία της φρίκης
Χωρίς τη μνήμη τι θα ήταν η ζωή μας; Ενα απέραντο κενό, ένας απόλυτος θάνατος. Η μνήμη μάς κρατάει ουσιαστικά ζωντανούς
Η ανατομία της φρίκης
ΕΥΡΩΠΗ
Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος
Έχουν περάσει 77 χρόνια από την απελευθέρωση του Άουσβιτς και της κατεχόμενης Ευρώπης από τον Κόκκινο Στρατό και η μνήμη ενάντια στη θηριωδία των Ναζί παραμένει ισχυρή.
Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος
ΝΗΣΙΔΕΣ
Η άγνωστη σφαγή στη Νότια του Νομού Πέλλας
Ενα σχεδόν άγνωστο έγκλημα που διέπραξαν στα χρόνια της Κατοχής οι Γερμανοί ναζί και οι σύμμαχοί τους φασίστες Βούλγαροι κατακτητές, ήταν η σφαγή των κατοίκων της κοινότητας Νότια στην Πέλλα.
Η άγνωστη σφαγή στη Νότια του Νομού Πέλλας
ΝΗΣΙΔΕΣ
Το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Κεμπέιτ
Τη δεκαετία του '40, ο απελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων κατά του φασισμού δεν δινόταν μόνο στον ελλαδικό χώρο αλλά και στη Μέση Ανατολή, όπου οργανώθηκε αντιφασιστικό κίνημα.
Το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Κεμπέιτ
ΝΗΣΙΔΕΣ
Δεν ξεχνούν, δεν συγχωρούν τα εγκλήματα πολέμου
Η σφαγή του Κομμένου και το στίγμα της μνήμης από τους 120 στρατιώτες της 1ης γερμανικής μεραρχίας Εντελβάις που έκαναν στάχτη το χωριό δολοφονώντας 317 κατοίκους.
Δεν ξεχνούν, δεν συγχωρούν τα εγκλήματα πολέμου

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας