Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Το κάδρο του βασιλιά αποκαθηλώθηκε. Ζήτω το κάδρο!

Κάδρα από δικτάτορες, πρωθυπουργούς, βασιλιάδες, επαναστάτες, στους «περιβόητους» τοίχους του καφενείου

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Το κάδρο του βασιλιά αποκαθηλώθηκε. Ζήτω το κάδρο!

  • A-
  • A+
Τέλος εποχής για το θρυλικό καφενείο του Μουγγού της Αστυπαλιάς

«Ρε, ο Μουγγός έκλεισε». «Οχι, ρε. Δεν έκλεισε. Θα ξανανοίξει». «Εκλεισε σου λέω. Το διάβασα». «Πού; Στα facebook που βγάζεις τα μάτια σου;» «Καταστροφή». «Επρεπε να ανακαινιστεί ο χώρος». «Ιεροσυλία». «Θα το ανοίξει άλλος». «Κρίμα!» «Ρε αυτός ήταν φούρνος με την απαίτηση καφενείου...». «Ρε, για ποιο πράγμα μιλάτε;»

Κάθε νεύμα του Γαρμπή και του Σορόκου να αγγίζει πρόσωπα στα τραπέζια μπροστά. Η πίσω αυλή αδιάφορη να σφυροκοπείται. Μέσα πάτωμα, πλακάκι μωσαϊκό. Κουζίνα μικρή, εν αντιθέσει με τον χώρο υπομονής της Ρένας. Θρέψη και τροφή. Σε πιάτα μικρά και ποτήρια κοντά. Μπροστά, πολιτικο-ιστορικός χάρτης Ελλήνων πρωθυπουργών να ακούν προσκυνητές θνητούς από το στυγερό το έρεβος του Ταρτάρου να στάζουν κατάρες. «Οσοι γενούν πρωθυπουργοί, όλοι τους να πεθάνουν».

Πλούσιοι σε οράματα και ονειροφαντασιώσεις κονκισταντόρες να κατεβάζουν κεφτέδες. Ιταλοί να κοιτούν το πλοκάμι, ανοίγοντας βιβλία Ιστορίας ποιοι χαμένοι δικοί τους δώσαν πίσω τα Δωδεκάνησα. Γάλλοι εξωμότες να πετούν δίχαλα και ελβετόψυχοι «βιοληστές» ινστρούχτορες, λερωμένοι στο μάγουλο με κοπανιστή, να διπλώνουν σε χαρτοπετσέτες κουκούτσια ελιών.

Εν απουσία κουνουπιών, σε τακτική χρησικτησία παρεπιδημούντες κλείνοντος άστεως. Σύγχρονοι αποικιοκράτες, σοφότατα χαμένοι στην πληθυντική ανωνυμία τους, με ψυχή τρίσβαθη από γωνίες οθονών («τι κοιτά μαρή το κινητό, εκεί πάνω είναι το Κάστρο»).

Οπαδοί θαμώνες να δημιουργούν επεισόδια με υποδείξεις στον Στέφανο για το ψήσιμο χταποδιού («ρε αυτός είναι ο ίδιος ο Χένρι Κίσιντζερ»). Είτε παίδες Ελλήνων, είτε παίδες Βαρβάρων. Και τα δύο εδώ γίνονται.

Εκκωφαντικά «εγώ πιστεύω» και «άκου να δεις» στον απόηχο του ακάθαρτου ρίγους της Σωτηρίας, του Μπίνη, του Μάρκου και του Νταλάρα σε έναν πολιτικο-ιστορικό χάρτη ακόρντων. («Γουάτ ιζ δις σονγκ; Μοσχολιού. Μοσκολιού. Μο-σκο-λιού. Βίκυ. Το κατάλαβες;») Για τους παλαιότερους, στο βιολί ο Νικήτας Καστρινός, στο λαούτο ο Ιορδάνης Μαρκόνης και στο ταμπούρλο ο Πίτερ, ένας ξανθομάλλης Ελβετός. Σήμερα youtube. Χωρίς διασκευές. Αυτά αλλού.

Σε μετέωρα μιας μαγικοθρησκευτικής τελετουργίας, λεύτερες παντρεμένες, λεύτεροι παντρεμένοι, γέροι και νέοι εδώ αντάμα, χωρίς να το πληρώνουν ακριβά. Σε έναν καταυλισμό επικούρειας ευδαιμονίας, με γουρλωμένα μάτια να κοιτούν, κάποια ένα ζευγάρι ματιών, άλλα πολλά, κάτω από τους πρόποδες του γέρου Καραμανλή και του Μουσολίνι.

Και έπειτα; Επειτα, ορισμένα από διασταυρωμένα βλέμματα, ξεφεύγοντας από τις δυνάμεις του Αξονα, να σκορπίζουν τριγύρω, τρεμοσβήνοντας ανάκατα σαν τις ψυχές των δαιμονισμένων στη φλόγα του πουργκατόριου του Κούρου, και να μαζεύονται στις πιο απόμακρες γωνιές με ήχους από βογγητά τερετίσματα, μέχρι να αποκαθαρθούν εντελώς στα Ηλύσια πεδία της ζαμπονοτυρόπιτας του φούρνου πιο κάτω.

«Ρε, για ποιο πράγμα μιλάτε;»

Τέλος (μιας) εποχής

Το θρυλικό καφενείο του «Μουγγού» στη Χώρα της Αστυπαλιάς, το «Καφενείον οι Μύλοι» όπως είναι καταχωρισμένο, όχι σε μητρώα ευφορίας, αλλά σε αλγόριθμο εφορίας, και σε λίστα αρχαιολογικής υπηρεσίας, στα τέλη Σεπτεμβρίου, μετά από πάνω από τρεις δεκαετίες πέρασε στα χέρια του νέου ιδιοκτήτη του, αφού δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη συμφωνίας με τον ενοικιαστή για την παράταση της μίσθωσης.

Ο Μουγγός. Χωρίς εισαγωγικά, σε μια ονομασία άυλης εγκόσμιας κληρονομιάς, στο άκουσμα της οποίας πάντα δυσφορούσε η οικογένεια του παλιού ιδιοκτήτη, το εμβληματικό καφενείο της Αστυπαλιάς.

«Τριάντα Σεπτέμβρη έπρεπε να παραδώσουμε τον χώρο. Κανείς μας δεν είχε κουράγιο. Είκοσι πέντε του μήνα ξεκινήσαμε. Στις 28, 29 το 'χαμε αδειάσει» λέει στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ο Νικόλας ο Μανωλάκης, ο Γούρνας κατά το κοινόν, ο επί τρεις δεκαετίες ενοικιαστής του καφενείου.

Εκείνες τις μέρες του γόου, ο Νικόλας, μαζί με τον γαμπρό του, Στέφανο, που λειτουργούσε το καφενείο, τη Ρένα, τον εγγονό Ηλία και άλλους, τύλιξε κάθε μία από τις δεκάδες φωτογραφίες γλεντιών τριών δεκαετιών που κρέμονταν στους τοίχους. «Οταν πεθάνω να δώσετε ό,τι θέλετε, όπου θέλετε. Οσο ζω, δεν θα τις πάρει κανείς».

Το μόνο που άφησαν μέσα: την παλιά επιγραφή της ονομασίας του καφενείου «Καφενείον οι Μύλοι». Τον συνδετικό κρίκο αυτού του διατηρητέου κτιρίου του 19ου αιώνα.

«Πάρ' τους, πανάθεμά σε, τους βασιλιάδες μην τους βλέπω μπροστά μου»

Αντιγράφω τον δημοσιογράφο Νίκο Κατσαρό, που για 30 χρόνια έχει κάνει πατρίδα του το νησί: «Στεγασμένο σε ένα κτίριο που φτιάχθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1890 -από τα πρώτα κτίρια εκτός του κάστρου των Κουερίνι- το καφενείο πέρασε στα χέρια του Μιχάλη Ψαρρή και του συνεργάτη του Γιάννη Λαδά στα τέλη του 1973 από τον τότε ιδιοκτήτη Βλάσση Λαπατά, ο οποίος το είχε πάρει από το Νικήτα Πώλο το 1965. Νωρίτερα ο Μιχάλης Ψαρρής λειτουργούσε νυκτερινό καφενείο στην περίφημη Κατώα, τον τόπο Lavoro για τους παλιούς Αστυπαλίτες που θυμούνται ακόμη την ιταλική κατοχή στα Δωδεκάνησα μέχρι το 1947. Αλλωστε ο Μουγγός ήταν και ο τσαγκάρης του νησιού, με το κατάστημα να στεγάζεται σε χώρο λίγα μέτρα μακρύτερα από το καφενείο που έμελλε να μείνει στην ιστορία του νησιού ως το το καφενείο του Μουγγού. Για περισσότερα από 17 χρόνια ο κωφάλαλος Μιχάλης Ψαρρής λειτουργούσε το καφενείο με τη βοήθεια της συζύγου του Μαρίας. Μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος το 1989 -ο Μιχάλης Ψαρρής ήταν 62 ετών- ο αποκαλούμενος και Μουγγός ήταν η ψυχή του καφενείου. Το 1990 το καφενείο, αφού λειτούργησε για λίγους μήνες υπό την επίβλεψη της Μαρίας Ψαρρή, που γνώριζε τον Μιχάλη από 2 ετών, αφού ήταν ορφανή από μητέρα και είχαν μεγαλώσει στο ίδιο σπίτι, έκλεισε και οι ντόπιοι έχασαν το σημείο αναφοράς τους».

Και τότε εμφανίστηκε ο Νικόλας. «Ελεγαν ότι είναι γρουσούζικο, αλλά εγώ το πήρα» συνεχίζει ο Νικόλας στην «Εφ.Συν.» Και το Καφενείο οι Μύλοι έγινε σε αργκό το Καφενείο του Μουγγού. Με επίπλωση από εδώ και κει, οι τέσσερις τοίχοι με τα χρόνια γέρασαν και το τείχος που ύψωναν τα πρόσωπα των κάδρων έπεσε. Οχι σε μια ιστορική, αλλά σε πολλές, αντιστόρητες νύχτες. Τοίχοι φορτωμένοι, περιβόητοι και διαβόητοι. Κάδρα του γέρου Καραμανλή, του Καραϊσκάκη, του Μουσολίνι, του Τσε Γκεβάρα, της Μπουμπουλίνας και του Κοκού («βασιλέα Κωνσταντίνο θα τον λες σου είπα»).

«Είχα ένα φίλο με παλαιοπωλείο στην Αστυπαλιά. Αριστερός ήταν. Και ό,τι του φέρναν από βασιλιάδες μου 'λεγε πάρ' τους, πανάθεμά σε, μην τους βλέπω μπροστά μου. Και τους κρέμαγα. Ο,τι ήθελε ο καθένας έβλεπε. Μουσείο ήταν. Είμαι βασιλικός και δεξιός. Το πήρα από τον πατέρα μου. Τι να κάνουμε;»

Τώρα, όλα τα έπιπλα, τα κάδρα, οι φωτογραφίες πακεταρίστηκαν και αποθηκεύτηκαν μέσα σε ένα σπίτι στον οικισμό Λιβάδι. Ομως «τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα σαν τα γυμνώσεις».

Νέα εποχή

«Για να διασωθεί η παράδοση, πρέπει να διασωθεί το κτίριο. Και για καιρό ήταν επείγουσα ανάγκη να γίνουν εργασίες συντήρησης» λέει στην «Εφ.Συν.» ο Γιάννης Βογιατζής, ο σημερινός ιδιοκτήτης και πλέον διαχειριστής του καφενείου.

Η μελέτη έχει ήδη ξεκινήσει. Για αλλαγή στέγης, κουφωμάτων μεταξύ πολλών άλλων και για συμμόρφωση με τους κανόνες. «Ο χώρος θα παραμείνει παραδοσιακό καφενείο. Ετσι είναι καταχωρισμένος στην αρχαιολογική υπηρεσία. Οποιος και αν ήμουν εγώ, υπάρχει νομικό πλαίσιο που γίνονται τα πράγματα» προσθέτει ο Γιάννης, αρχιτέκτονας στο επάγγελμα, που μεγάλωσε και εκείνος μέσα στο καφενείο του Μουγγού.

Με αποκαθηλωμένους δικτάτορες, βασιλιάδες, επαναστάτες, υποναυάρχους και διπλωμένο τον παλαιό παγκόσμιο χάρτη που οι ναυτικοί έδειχναν τα μέρη όπου ταξιδεύαν, ενάμιση μήνα μετά τη λήξη αυτής της ιστορικής μίσθωσης, κάτοικοι τριγυρνούν στη Χώρα, πρόσφυγες στη μνήμη, χωρίς να ξέρουν πού να πάνε και τουρίστες να ψάχνουν μάταια να στρογγυλέψουν τα μάτια τους από τις οδηγίες των κινητών προς σημείο που δεν ήταν στέκι που έγινε ζωή. Ζωή ήταν που έγινε στέκι. Για αυτό το πράγμα μιλάμε.

«Κλαίω. Με ακούς. Κλαίω. Κάθομαι στο διπλανό μαγαζί και τους βλέπω όλους να στέκονται μπροστά στην κλειστή πόρτα και να προσκυνούν» ακούγεται από την άλλη πλευρά του τηλεφώνου ο Νικόλας. «Τόσα χρόνια, μαύροι, άσπροι, ξένοι, ντόπιοι... χοροί. Τώρα πού;»

Αόριστος χρόνος λοιπόν για εκείνους, εκείνες που ίσως να μην καταλαβαίναν, αλλά ξέραν πού πατούσαν και πού πηγαίναν στον δρόμο προς την πράσινη πόρτα της τουαλέτας, για όσους και όσες ανέβηκαν έναν λόφο για έναν καφέ και κατέβηκαν ένα βουνό τσίπουρου. Και μέλλοντας, χρόνος και αυτός, για το νέο καφενείο, που στόχος είναι να ανοίξει το συντομότερο δίνοντας συνέχεια φωνής σε ενεστώτες, στρογγυλεύοντας μάτια.

Γιατί βρε Νικόλα, Στέφανε, Ρένα... Αντέχουν αυτοί οι τοίχοι μοιρολόγια;

ΥΓ. Για την εννιάχρονη τότε Ολγα, που κάπου, κάπως, κάποτε εκεί έξω, στο μακρινό κάλεσμα της μάνας, φώναξε: «Αγάπη μου, ανάσα μου, πνοή μου, βάζω παντόφλες κι έρχομαι», χαιρετισμούς κορίτσι μου.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας