Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αφήστε τους νεκρούς μου στη γαλήνη τους
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αφήστε τους νεκρούς μου στη γαλήνη τους

  • A-
  • A+
ΚΡΕΟΝΤΑΣ: Παρ' όλα αυτά το τόλμησες να παραβείς το νόμο; ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Γιατί δε μου το πρόσταξε αυτό ο μέγας Δίας ούτε και η συγκάτοικος με τους θεούς του Aδη, η Δίκη, είναι που όρισε στον κόσμο τέτοιους νόμους. Ούτε και νόμιζα ποτέ πως έχουν τέτοιο κύρος πια οι δικές σου προσταγές, ώστε, θνητός που είσαι, τους άγραφους κι ασάλευτους νόμους να ξεπεράσεις. Oχι μονάχα σήμερα και χθές, μα αιώνια ζούνε, κι ούτε που έμαθε κανείς ποια είναι η πηγή τους. Γι' αυτό και δεν εσκόπευα, μόνο γιατί φοβάμαι μια θέληση ανθρώπινη, στα θεία ν' αμαρτήσω. «Αντιγόνη», Σοφοκλής (Στ. Μπαζάκου)

Εμαθα να μοιράζομαι, έμαθα να προσφέρω, να σέβομαι και να τιμώ. Οχι διά της βίας, της όποιας μορφής, αλλά διά του παραδείγματος.

Τα μάτια μου ήταν μάρτυρες αμίλητης προσφοράς, ζωής που δίπλα της κόπιαζε ένα κρυφό ήθος - ένας ήλιος τόσος δα που έκανε τα πιο ταπεινά πράγματα να φεγγοβολούν -, που η καρδιά μου από τα μικράτα μου αναγνώρισε και κράτησε ως πολύτιμα πετράδια, πετράδια που χάραξαν τα αυλάκια της μνήμης μου και μαζί τους δρόμους να περπατήσω τη ζωή. Της μάνας μου, του πατέρα μου, του θείου μου του Δημήτρη, του παππούλη μου του Γιώργου, της γιαγιάς της Παναγιώτας. Ολοι τους βουβά παραδομένοι στην προσφορά ο καθένας με τον τρόπο του.

Τα δάκρυα της θείας μου της Μαρίας - της δεύτερης μάνας για όλους, της γυναίκας που έκανε το σκοτάδι, τον πόνο, φως μέσα της, έγινε αγκάλη χουχουλιαστή από αγάπη, ανοιχτή για κάθε μας στιγμή, μια μικρή Πλατυτέρα -, όταν μας εξιστορούσε το πώς ο παππούς ο Γιώργος, στην μεγάλη πείνα της Κατοχής, ξεκίνησε από τη Θήβα να πάει στην Κατερίνη να φέρει σιτάρι για να ταΐσει την οικογένειά του - πέντε παιδιά και δυο τα στόματα των γονιών -, να βοηθήσει και τους γειτόνους του να αντέξουν. Περπατώντας.

Γύρισε μετά από δυο μήνες με ένα τσουβάλι στάρι φορτωμένο στην πλάτη του. Οσο καιρό περπάτησε τόσα τα τσουβάλια που σήκωσε μα τόσες και οι φορές που 'κανε τη διαδρομή, Θήβα - Κατερίνη.

Γιατί όταν γύριζε την πρώτη φορά, πολύ κοντά πια στη Θήβα, Γερμανοί τού κατέσχεσαν το ένα από τα δυο τσουβάλια. Ετσι πήρε πάλι τον δρόμο όχι του γυρισμού μα της μάχης για επιβίωση, που τόσο καλά ήξερε να περπατά - δυο χρόνια ήταν αιχμάλωτος στα τουρκικά τάγματα εργασίας κι είχε καταφέρει όχι μόνο να βγει ζωντανός αλλά και να βοηθήσει και όσους μπορούσε.

Φορτώθηκε λοιπόν ζυγά τα τσουβάλια το στάρι, το 'να το 'κρυψε σ’ έναν στάβλο, σε έναν αχυρώνα κάπου στον δρόμο του - μπερδεμένοι στο μυαλό οι ήχοι της εξιστόρησης -, με σκοπό να ξαναγυρίσει να το πάρει. Ηθελε να εξασφαλίσει ότι τουλάχιστον θα γύριζε με το 'να σπίτι. Δεν γύρισε ποτέ να το πάρει. Γύρισε όμως σπίτι, κατάκοπος μα νικητής.

Οταν άνοιξε η πόρτα, έλεγε η θεία μου η Μαρία, και μπήκε στο σπίτι ο πατέρας τους, κανένα ζευγάρι μάτια δεν τον αναγνώρισε από την αδυναμία - είχε χάσει τόσα κιλά, δυο δεκάδες σχεδόν -, και την κακουχία που είχε γράψει επάνω του.

Το πρώτο που έκαναν ήταν να γεμίσουν μια στρόγγυλη σιδερένια λεκάνη - ακόμη τη θυμάμαι στημένη στο ντάμι, το παράπηγμα με τα ξύλινα πόδια, με τις ατίθασες λαμαρίνες για σκεπή, στεριωμένες με τούβλα για να μην τις πα(γ)ένει ο άνεμος βόλτα, που εκτελούσε χρέη λουτρού/κελαριού δίπλα στο προσφυγόσπιτο του συνοικισμού -, με καυτό νερό να βάλει τα πόδια του που ήταν σακατεμένα από την πεζοπορία να ξεπρηστούν.

Και η γιαγιά η Βασιλεία έδινε το όρντινο, με τις δυο μεγαλύτερες κόρες, τη μάνα μου και τη θεία μου, να κλαίνε βουβά καθώς του έβγαζαν μία μία τις ψείρες από τα μαλλιά, τις μασχάλες. Μετά πλύσιμο, λούσιμο, ξούρισμα. Δεν θυμάμαι πόσες ώρες έλεγαν ότι πήρε η ιερουργία καθαρισμού του πατέρα, του συζύγου.

Κι αυτός καθόταν στην καρέκλα που στήθηκε καταμεσής στο μικρό κουζινάκι - με τη γαλάζια πιατοθήκη στολισμένη με τις λευκές δαντέλες που της έπλεκε στα τυφλά η γιαγιά, χωρίς να μετράει, τόσο πια είχε μάθει το χέρι να πηγαίνει μόνο του, με πιάτα στο χρώμα της ώχρας όσα και τα στόματα, που στην κορφή της έκρυβε από τα βλέμματα κι από τους ουρανίσκους μας τα βάζα με τα γλυκά του κουταλιού, νεράντζι, βύσσινο, περγαμόντο -, παραδομένος στη γλυκιά αποκαθήλωση, γιόρταζε την ανάστασή του, βουβός. Οπως βουβά μας δίδαξε. Μόνο με το παράστημά του, το αδάμαστο βλέμμα που άφηνε πίσω μια μια τις τρικυμίες και τα σταχτιά από τον καπνό σύννεφα, την αγάπη του που 'σταζε γλύκα σαν τα σύκα που τσαπελιάζουν στα κλαριά περιμένοντας κάποιος να τα λιμπιστεί, κάποιος να τα μαζέψει.

Αυτά τα βουβά δάκρυα ανάβλυζαν, σκέφτομαι, από τα μάτια της θείας μου της Μαριώς κάθε που της ζητούσαμε παιδιά και ανίψια να μας ξαναπεί τον άθλο του παππού - Ηρακλής στα μάτια τα παιδικά, αληθινός εκφραστής του αντρικού αρχέτυπου στα μάτια μας σαν γίναμε γυναίκες.

Τα 'χε κρατημένα στις αυλές των ματιών της και μέσα στον κόρφο τους φύλαγε τον σεβασμό, την ευγνωμοσύνη, την ανταπόδοση στην αγάπη του όπως τα χρυσά φλουριά στο πουγκί οι βασιλιάδες στα παραμύθια.

Αυτά τα δάκρυα έδιναν μπάσα χροιά στη φωνή της κάθε που έλεγε «ο πατέρας» ή «ο μπαμπάς μου», ανάλογα το φορτίο της ανάμνησης που ξεσήκωνε, αυτά ήταν που 'χτισαν το κρυστάλλινο παλάτι του στην καρδιά της.

Της έμελλε της θείας μου της Μαριώς τα μάτια της να μη στεγνώσουν από δάκρυα αγάπης, συμπόνιας. Οπως δεν σβήνουν από τα μάτια της μνήμης μου τα δάκρυα του άντρα της, του θείου μου Δημήτρη.

Μακρονησιώτης στα είκοσι τρία του (1948 - 1950), γύρισε δυο χρόνια μετά μακελεμένος, παράλυτος από την αριστερή του πλευρά, μα ανυπόγραφος και με τα λογικά του στη θέση τους. Από τους πρώτους που δοκίμασαν το βασανιστήριο της γάτας, στο «σύρμα» του ΒΕΤΟ, όπως μας είχε αποκαλύψει κάποια στιγμή ο αδερφός της μάνας μου, ο θείος Γιάννης, που εγκαταβίωσε πολύ αργότερα, αυτός στη Γυάρο (1967 - 1969) και στη Λέρο (1969 - 1970).

Γιατί ούτε ο θείος Δημήτρης μίλησε ποτέ, λιγοστές πληροφορίες - μόνο για τη φάλαγγα απ' όλα τα δεινά είπε στα κορίτσια του τα δίδυμα, και μια σκηνή νίκης, όταν συναντήθηκε στην αλλαγή βάρδιας των βασανιστηρίων μ' έναν συγκρατούμενό του που είχε χάσει τη φωνή του από τα χτυπήματα. Συνεννοήθηκαν με νοήματα. «Υπόγραψες;» ρώτησε γράφοντας με τα δάχτυλά του ο Α. Μπ., «Οχι!» έγνεψε ο θείος. Και τότε άλαλος καθώς ήταν ο Α. Μπ. έριξε ένα θριαμβευτικό σφύριγμα για πανηγυρισμό.

Είναι οι μόνες λεκτικές καταγραφές που 'χουν στη μνήμη τους οι ξαδέρφες μου, όπως και μερικές αραιές επισκέψεις σε δυο συγκρατούμενούς του κάποια κυριακάτικα πρωινά.

Δεν μίλησε σ’ αυτούς, δεν μίλησε ούτε σε εμάς. Σφάλισαν τα χείλη του μα δεν σφάλισαν τα πορτοπαράθυρα της καρδιάς του. Ορθάνοιχτα στον ήλιο, σαν τα λουλούδια που στρέφουν τα κεφαλάκια τους αναζητώντας τη θωριά του.

Μόνο που μερικά πρωινά τον βρίσκαμε να κλαίει βουβά. Οι σπασμοί των λυγμών δονούσαν το σώμα του καθισμένος καθώς ήταν στην πάνινη καρέκλα, έξω από το κουζινάκι, στη θολωτή αυλή του σερφιώτικου σπιτιού, σχεδόν διπλωμένος, με τα χέρια του να αγκαλιάζουν την μέση του και τα πόδια σταυρωμένα, με το αυτί του αγκιστρωμένο σχεδόν στο παραλληλόγραμμο ραδιοφωνάκι που φορούσε δερμάτινη στολή στο χρώμα της γης, ακούγοντας τη φωνή του Μπιθικώτση να τραγουδά το «Αξιον Εστί».

Εκείνο το βουρκωμένο βλέμμα που δεν είχε συντριβή με καθόρισε, έλεγε «άντεξα», πέρασα αντίπερα στον Αχέροντα, με το ασήμι της τιμής μου σφράγισα τα χείλη μου, ήταν ποτάμι μιας άνοιξης που ξεχυνόταν λαβωμένη μα αντρειωμένη, ήταν μια πύλη που στο άνοιγμά της μας περίμενε στητή μια Αντιγόνη.

Αυτός μας δίδαξε τα δροσερά καλοκαιρινά πρωινά στο ταρατσάκι του κυκλαδίτικου σπιτιού -που φιλοξενούσε σε μια κάμαρη κι ένα κουζινάκι τέσσερα παιδιά και όταν ήμασταν όλοι αντάμα, άλλους πέντε νοματαίους, δυο ζευγάρια γονιών και τη μικρή αδερφή των μανάδων μας, τη Σοράγια όπως την ονοματοδότησε ο μπαμπάς μου -, να χορεύουμε χασάπικο, μπάλο. Ανοιγε τα χέρια του και γινότανε αετός, ψηλός καθώς ήταν. Ηταν η εικόνα που αντανακλούσε κάθε που αντίκριζα τη «Σταύρωση» του Θεοτοκόπουλου, ενήλικη πια. Και στα πρώτα μας βήματα πάλι το βλέμμα του θυμάμαι και την υπομονή του - μια ζωή, βουβή υπομονή. Ακουγαν το λοιπόν οι γειτόνοι που δεν χρειάζονταν παρακαλετά και στηνόταν γλέντι τρικούβερτο. Τρώγαμε χαρά για πρωινό και κοκκίνιζαν οι παλάμες μας από τα παλαμάκια.

Κι όταν ο λίβας έκαμε την πέτρα να αναστενάζει από την κάψα, τα μαθήματα παραδίδονταν στην αυλή με τα μεγάλα, γκρίζα, τετράγωνα, παραγεμισμένα με ρωγμές πλακάκια, που έβρισκαν δροσιά στη σκιά της λευκής καμάρας. Ο θείος μου ο Δημήτρης Παπάλης*, ο πατέρας της Βάσως και της Ξένιας (Πολυξένη βαφτισμένη), μας έμαθε να έχουμε χαρά στη ζωή, να σηκωνόμαστε όταν λυγάμε. Με το κοφινέλο του ψάρεψε την καρδιά μου κι έριξε νερό στ' αυλάκι της ζωής μου.

Δεν έλειψαν τα παραδείγματα αλληλεγγύης, συμπόνοιας, κατανόησης, προσφοράς, βοήθειας σε κάθε μορφής κατατρεγμένο από τη ζωή μας. Η προσφυγιά των παππούδων μας έδωσε τον τόνο στις ζωές μας, ήταν το μέγα Αλφα που πρώτο καλλιγραφικά σχεδιάστηκε στα τετράδιά μας της αντιγραφής. Η πρώιμη ορφάνια του πατέρα που ποτέ δεν ξέχασε τις ρίζες του όταν η ζωή τον γλύκανε, η χηρεία της νύφης γιαγιάς μου που ανέθρεψε και ξένο παιδί στην Κατοχή και τάισε όσους μπορούσε από αυτό που δεν είχε, η βουβή προσφορά της μάνας μου στις ζωές και των δύο οικογενειών, αλλά όχι μόνο. Εδωσε η ζωή και συναντήθηκε ο δρόμος μου με τον δρόμο τόσων όμορφων προσώπων.

Αυτοί οι άνθρωποι με τον κάθε τρόπο βασανισμένοι δεν μιλούσαν, μόνο πρόσφεραν θυσία. Με το περήφανο παράστημά τους, την όμορφη στάση τους στη ζωή, έφεραν άνοιξες σε ψυχές. «Σα να μην ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ’ ολάκερη τη γη, για να περάση η άνοιξη παρά μονάχα αυτός, και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, πέρ’ απ’ την άκρη της απελπισιάς, τη Γαλήνη που έμελλαν να γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, και οι άντρες και οι γυναίκες, και οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια.»**

Ας αφήσουν λοιπόν ήσυχους οι ορκισμένοι εχθροί της Αντιγόνης τους προγόνους μας στη γαλήνη τους, γιατί αυτοί περπάτησαν τη σταυρική διάταξη του βίου. Η Υβρις προκαλεί την Μήνιν, όχι των ανθρώπων μα των θεών. Και η Νέμεσις θα σταθεί κάποια στιγμή στη δική τους αυλόπορτα και θα ζητήσει δικαίωση.


*Δημήτρης Παπάλης (Φ. Γελαδόπουλος, «Μακρονήσι»).
**Απόσπασμα από το «Αξιον Εστί» (Η μεγάλη έξοδος) του Οδυσσέα Ελύτη

ΝΗΣΙΔΕΣ
Φέρνω τη φύση σπίτι μου
Τελευταίες έρευνες απέδειξαν ότι και μόνο η παρατήρηση για 10 λεπτά της ώρας φυτών ή δέντρων, του φυσικού περιβάλλοντος, φέρνει χαλάρωση και ηρεμία και λειτουργεί θεραπευτικά στα συστήματα του οργανισμού.
Φέρνω τη φύση σπίτι μου
ΝΗΣΙΔΕΣ
Η γεωργία μπορεί να προστατεύσει το περιβάλλον;
Τα συμπεράσματα της τελευταίας έρευνας της Διεθνούς Ενωσης Προστασίας της Φύσης δείχνουν ότι οι πρακτικές των αγροτών μπορούν να συμβάλλουν στην προστασία του περιβάλλοντος.
Η γεωργία μπορεί να προστατεύσει το περιβάλλον;
ΝΗΣΙΔΕΣ
Ενα «δείπνο» με το αναπόφευκτο
Η νέα ποιητική συλλογή της Δάφνης Νικήτα με τίτλο «Το Μπλε Δείπνο» κυκλοφόρησε με την έννοια της απώλειας να αποτελεί βασικό θέμα της.
Ενα «δείπνο» με το αναπόφευκτο
ΝΗΣΙΔΕΣ
Τα βραβεία της ζωής
Τα βραβεία LIFE Awards 2020 απονεμήθηκαν κατά τη διάρκεια της Ευρωπαϊκής Πράσινης Εβδομάδας με την Σλοβενία, Πορτογαλία και Ουγγαρία να διακρίνονται.
Τα βραβεία της ζωής

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας