Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
«Η βαθιά συγκίνηση είναι η μαμή της τέχνης»
Η Ρέα Γαλανάκη
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

«Η βαθιά συγκίνηση είναι η μαμή της τέχνης»

  • A-
  • A+

Τα «Διηγήματά» της, που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Καστανιώτη αμέσως μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων για τον κορονοΐό, ήταν η αφορμή για αυτήν την συνέντευξη. Καθώς ετοιμάζω τις ερωτήσεις έχω δεκάδες πρόσωπα δικά της στο μυαλό. Από τα βιβλία «Θα υπογράφω Λουί», «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά», «Αμίλητα βαθιά νερά», «Ελένη ή ο Κανένας» και άλλα δικά της που τόσο αγαπήσαμε.

Η πολυβραβευμένη Ρέα Γαλανάκη δεν είναι μόνο μια σπουδαία συγγραφέας, είναι η δημιουργός που μας γνώρισε με τον δικό της χαρακτηριστικό λογοτεχνικό τρόπο πρόσωπα της Ιστορίας και της ελληνικής κοινωνίας. Η ζωή και τα πάθη παλιότερων αλλά και σύγχρονων ηρώων, γνωστών και αγνώστων, μας έφεραν πιο κοντά στην ταυτότητα μας, στον τόπο μας, στην κουλτούρα τοπικών κοινωνιών, στις συμπεριφορές και τον τρόπο σκέψης τους.

Σε κάθε ένα από τα «Διηγήματα» που κρατώ στα χέρια μου βρίσκω την ποίηση των μικρών και των μεγάλων πραγμάτων της ζωής, των φανερών και των κρυμμένων, που με μαεστρία αναδεικνύουν οι λέξεις της. Μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης με τη Ρέα Γαλανάκη θα απαιτούσε πολλές σελίδες για να χωρέσει το εύρος του έργου της και το μέγεθος της προσωπικότητάς της, χαίρομαι όμως ιδιαίτερα για αυτήν τη συνομιλία και την ευχαριστώ.

Σπουδή στη μεταμφίεση

Συχνά πυκνά διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τα βιβλία σας καταλήγω πως η ρεαλιστικότητα του λόγου σας έχει καταγωγή στην ποίηση των πραγμάτων, αυτά τα μυστικά και τα κρυμμένα που δεν βλέπουμε με την πρώτη ματιά... Ισχύει;

Αυτό είναι και το μεγαλύτερο, ίσως, το στοίχημα της λογοτεχνίας: να αναδείξει μέσα από το πραγματικό τα αφανή που κρύβονται μέσα του, ακριβώς όπως ο γλύπτης ανασύρει μέσα από ένα κομμάτι μάρμαρο ανθρώπινες μορφές. Και ο συγγραφέας και ο γλύπτης ανασύρουν, βέβαια, μια βαθιά πλευρά του δικού τους εαυτού, της κοινωνίας τους, των προβλημάτων της ίδιας τους της εποχής τους, ακόμη κι αν αλλάξουν το παρόν σε χρόνο ιστορικό. Μια σπουδή μεταμφίεσης του εαυτού, της κοινωνικής στιγμής, είναι, άλλωστε, η λογοτεχνία. Γι’ αυτό «ρεαλισμός» και «ποίηση», όπως εσείς τα ορίζετε, εναρμονίζονται τόσο καλά στη λογοτεχνία με τις αναγκαίες πάντοτε ισορροπίες.

Μιλώντας για την καταγωγή του λόγου, σκέφτομαι εσάς ως παιδί. Στο Ηράκλειο της Κρήτης. Γυρνώντας πίσω, μπορείτε να μας πείτε αν εκείνο το παιδί είχε φανταστεί ποτέ ότι θα γίνει μια σπουδαία συγγραφέας; Τι όνειρα είχε;

Στο Δημοτικό έγραψα σε ένα τετραδιάκι τα πρώτα παιδικά μου ποιήματα. Στο Γυμνάσιο-Λύκειο είχα πάρει πια την απόφαση «να γράψω» στη ζωή μου. Πήγαινα στον «Κοραή», ένα πολύ καλό ιδιωτικό, και μερικοί καθηγητές καλλιέργησαν με θέρμη την επιθυμία μου, αντί να θελήσουν να με θεραπεύσουν από τη «νόσο της λογοτεχνίας». Το τετραδιάκι χάθηκε, τα ημερολόγια της εφηβείας, και άλλα πολλά, τα κατέστρεψα εγώ στη διάρκεια της δικτατορίας. Σκέπτομαι αν είχαν κάποιο ρόλο τα παραπάνω αυτά γραπτά μου για τη διαμόρφωσή μου, ως συγγραφέα. Ναι, τα λυπάμαι, η απώλειά τους όμως με απελευθέρωσε – έτσι δουλεύει, φαίνεται, η διαδικασία αυτού του πένθους.

Σκέφτομαι πως αν η ζωή δεν τα είχε φέρει έτσι και δεν είχατε πάει στην Πάτρα ίσως να μην είχαμε στα χέρια μας το «Θα υπογράφω Λουΐ» που αναφέρεται-έστω κι αν δεν μας το λέτε- στον Ανδρέα Ρηγόπουλο εκ Πατρών. Για για μένα είναι ένας από τους πιο συγκλονιστικούς γραπτούς εσωτερικούς μονολόγους που έχουν γραφτεί στα ελληνικά γράμματα. Πως άρχισε η σχέση σας με την Πάτρα;

Στην Πάτρα πήγα γύρω στα τριάντα μου, νιόπαντρη με τον Ηλία Κούβελα, καθηγητή τής εκεί Ιατρικής Σχολής (Φυσιολογία). Η πόλη με κέρδισε, άρχιζαν άλλωστε τα πρώτα ήρεμα χρόνια της ζωής μου μετά από μια ταραγμένη δεκαετία. Ξεκίνησα να γράφω συστηματικά. Αναζήτησα, πάλι, πίσω από τη μορφή της πόλης τα μυστικά της, τα στοιχειά της. Ο Ανδρέας Ρηγόπουλος, ο επαναστάτης, πολιτικός και διανοούμενος των χρόνων του ρομαντισμού, υπήρξε μια μορφή ανορθόδοξη, «κολασμένη» ίσως, παντελώς ξεχασμένη. Ετσι, το μοιραίο για την ευρωπαϊκή ιστορία 1989 (εκατό χρόνια από τη δική του αυτοκτονία, και διακόσια από τη Γαλλική Επανάσταση) άρχισα να γράφω αυτό το ρέκβιεμ για την ιδέα της επανάστασης και του αντίστοιχου έρωτα. Επανάσταση κι έρωτας, άρρηκτα δεμένα κάποτε, πυρπόλησαν τα νιάτα μου. Και όχι μόνο τα δικά μου.

Φέρνω στο μυαλό μου την επιστροφή του Ισμαήλ Φερίκ Πασά στο πατρικό του σπίτι στην Κρήτη. Γράψατε: «Αποσπάστηκα από την πόρτα και προσπάθησα να περπατήσω, νιώθοντας αδύναμος και φθαρτός. Με το ίδιο χεράκι στηρίχτηκα στον τοίχο κι έκανα ένα γύρο στο σπίτι». Αναρωτιέμαι αν πιστεύετε ότι η επιστροφή στα παιδικά μας χρόνια, ανεξάρτητα απ’ ό,τι έχουμε πετύχει, μας φέρνει πιο κοντά σε αυτό που είμαστε αληθινά.

Δεν ξέρω. Σκέφτομαι το φίδι, ένα πλάσμα γραμμικό, που γυρνά και δαγκώνει την ουρά του. Τι είναι τότε, κύκλος ή γραμμή; Θέλω να πω ότι του καθενός μας η ζωή δεν μπαίνει σε ένα μόνο σχήμα. Είναι και γραμμική, και κυκλική, και τεθλασμένη, και σπασμένη-ξανακολλημένη, και καμπυλωτή, και με γωνίες οξείες ή αμβλείες. Σ’ αυτό το περίπλοκο σχήμα η παιδική ζωή μας, η εκ των υστέρων φορτισμένη με μεγάλο περίσσευμα αθωότητας, έχει πάντα ένα μεγάλο, συνήθως παρηγορητικό ρόλο-γι’ αυτό μάλλον και προστρέχουμε σ’ αυτήν. Ευτυχώς δεν εξαντλούνται όλα στο παιδί που, είτε έτσι είτε αλλιώς, υπήρξαμε. Ευτυχώς μεγαλώσαμε. Ευτυχώς γερνούμε, οι πιο τυχεροί.

O ρατσισμός

Βλέποντας όλη αυτή την τελευταία μεγάλη περιπέτεια των προσφύγων -έχουμε ζήσει ως λαός επίσης μεγάλες καταστροφές-πιστεύετε ότι σταθήκαμε στο ύψος των περιστάσεων;

Ενα κράτος υποδοχής σχεδόν ποτέ δεν στέκεται, δεν μπορεί δηλαδή να σταθεί σε απόλυτο βαθμό «στο ύψος του» απέναντι στο περίπλοκο πρόβλημα των προσφύγων της δικής του εποχής – επειδή προσφυγικές-μεταναστευτικές ροές υπήρξαν πάμπολλες στην Ιστορία. Ενα κράτος αποφασίζει, ανάλογα με το ποιος το κυβερνά, μια γενική γραμμή πλεύσης απέναντί τους κι αυτό είναι σημαντικό. Οι σημερινές κοινωνίες, όντας με τον δικό τους τρόπο πολυταξικές, με αντικρουόμενες αντιλήψεις και αντιμαχόμενα συμφέροντα, επιτρέπουν να φουντώσει από τη βάση ένας άθλιος ρατσισμός εναντίον των σημερινών προσφύγων. Το ίδιο γίνεται όμως και στην κορυφή, καθώς η, οικονομικά τουλάχιστον, άνιση Ευρώπη καλλιεργεί συστηματικά σε πολλές χώρες τον ρατσισμό. Δυστυχώς αυτό έχει κακές συνέπειες για τις χώρες του φτωχότερου ευρωπαϊκού νότου που είναι οι χώρες υποδοχής.

Διάβασα πρόσφατα μια δήλωσή σας για τα πνευματικά δικαιώματα και την εύλογη ερώτησή σας «εμείς οι συγγραφείς δεν είμαστε άνθρωποι του πολιτισμού;». Θα ήθελα να μου πείτε τι πιστεύετε για αυτό το θέμα.

Εννοώ ότι δεν περιέλαβαν τους συγγραφείς στους «ανθρώπους του πολιτισμού» για το επίδομα που δόθηκε αυτό τον καιρό. Με σοκάρει η εξαίρεσή μας, όχι βέβαια για το επίδομα, μα για το ακατανόητο και το υποτιμητικό αυτής της κατάταξης. Οι συγγραφείς είμαστε δημιουργοί πολιτισμού, και μάλιστα θεμελιώδους και διαρκούς πολιτισμού αφού το έργο μας σχετίζεται και καλλιεργεί το βασικό όργανο άμεσης επικοινωνίας μας, τη γλώσσα· τον χώρο δηλαδή εκφράζονται άμεσα οι ιδέες, ο ψυχισμός, τα πάντα. Οσο για τα πνευματικά μας δικαιώματα, δυστυχώς είμαστε πιο ανυπεράσπιστοι από άλλους δημιουργούς, τους μουσικούς για παράδειγμα. Παρά τις όποιες προσπάθειες, υπάρχουν χρονίζοντα προβλήματα στον κύκλο του βιβλίου, που βλάπτουν κυρίως τους συγγραφείς.

Το 2019 σάς απoνεμήθηκε το φετινό βραβείο Balkanika για το μυθιστόρημά σας «Η άκρα ταπείνωση». Σκληρό βιβλίο για όσους ζούμε στο κέντρο της Αθήνας. Γράφετε κάπου: «Σκεφτείτε το όμως, σήμερα μέσα στην Αθήνα είμαστε κάτι χιλιάδες άστεγοι, έτσι λένε όσοι μας μετράνε κάθε τόσο, ας χαίρονται την τύφλα τους κι αυτοί. Εμείς είμαστε αμέτρητοι ακριβώς επειδή είμαστε σκόρπιοι, είμαστε μια πολιτεία ολόκληρη, που ζει σαν έμβρυο εφιαλτικό μέσα στην κοιλιά μιας γκαστρωμένης πάλι Αθήνας». Πώς θα αναπνεύσει αυτή η πόλη;

Σας ευχαριστώ που αναφέρεστε στο Balkanika Literary Award. Η περσινή βράβευση της Ελλάδας (μέσω του μυθιστορήματός μου) πέρασε απαρατήρητη από τον Τύπο, σε αντίθεση με άλλες, άλλων. Λόγω των ημερών, θα έλεγα πως η κραυγή της Αθήνας το 2012, κι εν μέρει μέχρι σήμερα, είναι τούτες οι τραγικές, οι εμβληματικές λέξεις «Please, I can’t breathe». Η πόλη στάθηκε πιο τυχερή. Αλλωστε πώς στραγγαλίζεται μια πόλη και μάλιστα η συμβολική Αθήνα; Προσωπικά δεν μπορώ να προτείνω λύσεις, ούτε έχω αρμοδιότητα, προσπαθώ μόνο μέσα από τη λογοτεχνία να δείξω, φανερώσω, να σκεφτώ, να καλλιεργήσω την ευαισθησία, συνδυάζοντας την πολυπλοκότητα που έχει η πραγματικότητα με την πολυπλοκότητα της ιδιωτικής ή της δημόσιας ιστορίας. Μαθαίνω πολλά γράφοντας, ξέρετε, αλλά μαθαίνω και από τους αναγνώστες μου. Δώρο κι αντίδωρο όλα αυτά.

Πολλοί συγγραφείς λένε πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγωνία από το να ’χεις μέσα σου μια ιστορία ανείπωτη. Συμφωνείτε;

Δεν συμφωνώ καθόλου. Προσωπικά πιστεύω ότι στη ζωή ενός συγγραφέα υπάρχουν πολύ πιο μεγάλες, ανυπέρβλητες καμιά φορά αγωνίες, για τα πρόσωπα που αγαπά λόγου χάριν. Το άλλο το βρίσκω επιεικώς επικίνδυνο, αλλά δεν θέλω να το σχολιάσω περισσότερο. Οι συγγραφείς είμαστε ένα εντελώς αλλοπρόσαλλο σινάφι.

Ο μαρξιστής διανοούμενος και σκηνοθέτης Γκι Ντεμπόρ είχε πει κάποτε πως για να ξέρεις να γράφεις πρέπει να έχεις διαβάσει και για να ξέρεις να διαβάζεις πρέπει να έχεις ζήσει. Τι λέτε; Ισχύει;

Ομορφη σκέψη αυτή, σε πολλά σωστή. Δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς σημαίνει «πρέπει να έχει ζήσει» ο συγγραφέας. Υπάρχουν εξαιρετικά σπουδαίοι συγγραφείς που έζησαν μια ζωή μετρημένη με το σταγονόμετρο, ενώ άλλοι με διατυμπανισμένα πάθη, δημόσιες περιπέτειες κι εξάρσεις άφησαν έργο ασήμαντο. Το βίωμα ή το τραύμα, η συγκίνηση εν γένει, αλλά και ο τρόπος καθεμιάς ζωής, δεν κάνουν ένα συγγραφέα αυτομάτως καλό ή κακό˙ αυτό το κάνει αποκλειστικά ο τρόπος που θα επεξεργαστεί λογοτεχνικά τη συγκίνησή του - προτιμώ τη λέξη συγκίνηση από τη λέξη έμπνευση. Επειδή έχω καταλήξει πως η συγκίνηση, η βαθιά συγκίνηση, είναι η «μαμή της τέχνης». Ζωή από ζωή, ωστόσο, συγκίνηση από συγκίνηση έχουν μεγάλες αποκλίσεις.

O αξιολύπητος

Ξέρω πως η πολιτική είναι μέσα στα πράγματα που σας απασχολούν. Θα ήθελα να απαντήσετε στην ερώτηση του Κουρτ Βόνεγκατ «Ποιος είναι πιο αξιολύπητος, ένας συγγραφέας δεμένος και φιμωμένος από αστυνομικούς ή ένας που ζει σε πλήρη ελευθερία και δεν έχει τίποτα πια να πει;»

Φυσικά είναι πιο αξιολύπητος ένας συγγραφέας δεμένος και φιμωμένος από αστυνομικούς, παρά κάποιος άλλος που είναι ελεύθερος αλλά δεν έχει (την απίστευτη πολυτέλεια νομίζω) να μην έχει τίποτε να πει. Ε, ας μη μας πει, δεν χάλασε ο κόσμος! Ο συγγραφέας, όμως, που έχει συλληφθεί, που βασανίζεται από την αστυνομία, δεν σκέφτεται εκείνη τη στιγμή τι θα γράψει ή τι δεν θα γράψει. Μακάρι να κρατήσει κάτι από την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του, κι αυτό αρκεί.

Ο κόσμος συγκλονίστηκε από τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ. Εμείς είχαμε την υπόθεση του Ζακ Κωστόπουλου. Εχετε κι εσείς την εντύπωση ότι πηγαίνουμε ολοταχώς πίσω σε καταστάσεις που πιστεύαμε πως είχαμε αφήσει μια για πάντα στο παρελθόν;

Αυτή τη στιγμή είμαστε όλοι μαύροι, όλοι Ζακ. Είναι σαφές το ποιοι είμαστε οι εμείς. Απέναντι οι ρατσιστές, οι δολοφόνοι, οι φασίστες. Κι εμείς κι αυτοί κρατάμε κάτι από τη μακρά ιστορία της κάθε μεριάς. Σημειώνω, ωστόσο, ότι η σημερινή (και μαζί τόσο παλιά) αντιπαράθεσή μας είναι απόλυτα προσαρμοσμένη στη σημερινή εποχή, στη σημερινή τεχνολογία, στις κοινωνικές αλλαγές που έχουν μεσολαβήσει. Υπάρχει κάτι το καινούργιο σήμερα, κάτι το αλλιώτικο από τα ήδη γνωστά στην Ιστορία, και αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη σημερινή αντιπαράθεσή μας μη προβλέψιμη. Δεν ξέρουμε, δηλαδή, το τέλος των δικών μας αγώνων, δεν ξέρουμε πόσο το αύριο θα μοιάζει στο χθες ή και στο σήμερα ακόμη. Αυτό το λίγο-πολύ καινούριο, το ιστορικά και κοινωνικά απρόβλεπτο είναι που θα πρέπει να μας εμψυχώνει, να μας οδηγεί. Επειδή η Ιστορία μένει πάντα ανοικτή. Στο δίλημμα «Με τις μέλισσες ή με τους λύκους;» που απηύθυνε προς την έδρα στη δίκη της Χρυσής Αυγής ο Θ. Καμπαγιάννης, η απάντηση είναι αυτονόητη, αισιόδοξη, επιτακτική.

Υπάρχει ανοιχτό προσχέδιο του επόμενου βιβλίου πάνω στο γραφείο σας; Ποιος μυθιστορηματικός ήρωας σας περιμένει εκεί;

Συγχωρήστε με, αλλά δεν μου αρέσει να μιλάω για ένα έργο που μόλις μπήκε στα σκαριά.

Στα 11 διηγήματα που κυκλοφόρησαν πρόσφατα αναφέρεστε στα λάθη και τα σωστά, που καθορίζουν τελικά τη ζωή μας. Ποιος είναι αυτός που τα ζυγίζει καλύτερα; Ο εαυτός μας; Η οι συνοδοιπόροι της ζωής μας;

Επιμένω εδώ στη σχέση συγγραφέα και μυθιστορηματικού ήρωα. Οι δυο τους μοιάζουν, αλλιώς δεν θα είχε γεννηθεί ο δεύτερος από τον πρώτο. Ο συγγραφέας «ζυγίζει» το σωστό και το λάθος στη ζωή του με μοντέλο ένα άλλο πρόσωπο, πραγματικό, ή φανταστικό εν μέρει. Την ψυχή του ψάχνει, την τόσο σύνθετη ψυχή του και ψυχή μας – για αυτό και στα βιβλία του υπάρχουν άλλοι άνθρωποι κάθε φορά. Ομως «ψυχή» για μένα σημαίνει ταυτόχρονα και νους, ανθρώπινες σχέσεις, αλληλεπιδράσεις, φιλοσοφία, στάση ζωής και άλλα. Εκτός λογοτεχνίας, όμως, δεν ξέρω αν υπάρχει ο απολύτως αρμόδιος να ζυγίσει το σωστό και το λάθος στη ζωή ενός άλλου.

Κυρία Γαλανάκη στο διήγημά σας «Ενας άντρας καμωμένος από λέξεις» γράφετε κάτι που με απασχόλησε πολύ: «Τίποτε δεν μεταβιβάζεται χωρίς απώλειες στον γραπτό λόγο. Το κενό καλύπτεται από τη φαντασία». Είναι τελικά δύσκολο η λογοτεχνία να μεταφέρει την αλήθεια;

Το ζήτημα δεν είναι αν είναι δύσκολο να μεταφέρει την αλήθεια η λογοτεχνία, αλλά «τι εστίν αλήθεια», όπως ακόμη και ο Πιλάτος έχει αναρωτηθεί δικάζοντας. Η λογοτεχνία ποτέ δεν δικάζει, απλά ψάχνει τις πολλές πλευρές της αλήθειας, δηλαδή τις ερμηνείες, επειδή οφείλει να υφάνει ένα μεγάλο, σύνθετο κοινωνικό ιστό γύρω από τον εκάστοτε λογοτεχνικό ήρωα. Ενα γεγονός είναι πάντα γεγονός. Φυσικά, κι ένας συγγραφέας έχει τη δική του άποψη, τις δικές του ιδέες που θα εντάξει στο έργο του. Σήμερα, νομίζω, δεν μπορεί πια να επαναπαύεται στη χρησιμότητα της παλιάς μαυρόασπρης οπτικής. Ερευνώντας, γράφοντας, οδηγεί ακόμη και τις δικές του ιδέες παραπέρα. Στο τέλος ενός βιβλίου δεν είναι ίδιος με τον άνθρωπο που το ξεκίνησε.


 

ΝΗΣΙΔΕΣ
Ολοι οι καλοί έχουν πεθάνει;
Ο Γ. Μπέκας ζει στο Βερολίνο, είναι πολιτολόγος, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Τα έργα του έχουν ανέβει στις σκηνές του Maxim Gorki Theater, του Theater Augsburg, καθώς και στην Πειραματική Σκηνή του...
Ολοι οι καλοί έχουν πεθάνει;
ΝΗΣΙΔΕΣ
Ο ψυχανατόμος των καιρών
Μαζί με τον Ζοζέ Σαραμάγκου και τον Ζοζέ Καρντόζο Πίρες, ο Αντούνες συμπληρώνει την τριάδα των κορυφαίων σύγχρονων Πορτογάλων συγγραφέων. Ομως ο Αντούνες, ψυχίατρος ο ίδιος, στέκεται με περισσότερο πάθος στην...
Ο ψυχανατόμος των καιρών
ΝΗΣΙΔΕΣ
Τίποτα δεν χάνεται
Αναρωτιέμαι αν η Κλοέ Μεντί, συγγραφέας του βιβλίου «Τίποτα δεν χάνεται», βάζοντας τις παραπάνω φράσεις στο στόμα του εντεκάχρονου Ματιά, είχε κατά νου τον Σοπενάουερ και το «Ο κόσμος ως βούληση και ως...
Τίποτα δεν χάνεται
ΝΗΣΙΔΕΣ
Σέξπιρ, ο σύγχρονός μας
Στο βιβλίο του Κοτ θα βρείτε αποσαφηνισμένα όλα τα έργα του μεγάλου δραματουργού και το πώς οι ήρωές του αυτονομήθηκαν από τον δημιουργό τους και εξελίχτηκαν από σύγχρονους σκηνοθέτες και δραματουργούς.
Σέξπιρ, ο σύγχρονός μας
ΝΗΣΙΔΕΣ
Πόσο αγαπάμε τον... Κορτάσαρ
Οταν ο Χούλιο Κορτάσαρ πέθανε από καρκίνο τον Φεβρουάριο του 1984, η εφημερίδα El Pais της Μαδρίτης τον χαιρέτησε ως έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς.
Πόσο αγαπάμε τον... Κορτάσαρ
ΝΗΣΙΔΕΣ
Ο μεγάλος ίσκιος του Ζάουμε Καμπρέ
Ο Ζάουμε Καμπρέ είναι ένας από τους πιο ιδιαίτερους συγγραφείς που έχω συναντήσει ποτέ. Γράφει εκπληκτικά, περίπλοκα και εξαιρετικά μυθιστορήματα όπως το βιβλίο του «Η σκιά του ευνούχου».
Ο μεγάλος ίσκιος του Ζάουμε Καμπρέ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας