Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Από τις χαλασμένες ειδήσεις στην εγκυρότητα
© Artshock | Dreamstime.com
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Από τις χαλασμένες ειδήσεις στην εγκυρότητα

  • A-
  • A+
Η υπαρξιακή κρίση της δημοκρατίας στην εποχή του μετά

Στις αρχές του 2017 ο κόσμος ξύπνησε αντιμετωπίζοντας ένα πρόβλημα το οποίο οι δημοσιογράφοι είχαν δει από καιρό να έρχεται και δεν ήταν άλλο από το ότι οι ειδήσεις ήταν χαλασμένες (news was broken), γράφει στην εισαγωγή του βιβλίου του «Breaking news: The remaking of journalism and why it matters now» (σε ελεύθερη μετάφραση στα ελληνικά, Εκτακτες ειδήσεις: η αναδιαμόρφωση της δημοσιογραφίας και γιατί έχει σημασία σήμερα) ο επί χρόνια αρχισυντάκτης του ιστορικού βρετανικού τίτλου Guardian και πρόεδρος του Ινστιτούτου Reuters για τη Μελέτη της Δημοσιογραφίας, Alan Rusbridger.

Πριν από λίγες μέρες, η Claire Wardle, διευθύντρια και συνιδρύτρια του First Draft, στον τρίτο κατά σειρά οδηγό που εκδόθηκε με θέμα την αλήθεια στην ψηφιακή εποχή, γράφει ότι ενώ η ψηφιακή εποχή μάς ενθάρρυνε να πιστέψουμε ότι μόνο θετικές αλλαγές θα μπορούσαν να προκύψουν στις υπερσυνδεδεμένες κοινωνίες μας, αποδείχτηκε ότι επρόκειτο για όραμα που διαψεύστηκε ως αποτέλεσμα της μόλυνσης του πληροφοριακού οικοσυστήματος.

Το νέο παγκόσμιο πληροφοριακό οικοσύστημα μολύνθηκε επικίνδυνα όταν άνοιξαν με την εμφάνιση του Web 2.0 οι μπουκαπόρτες της ενημέρωσης, από τις οποίες, εκτός από «διαμάντια», πέρασαν και μεγάλες ποσότητες τοξικής δημαγωγίας και ψευδών ειδήσεων.

Οι ειδήσεις είναι χαλασμένες και παραποιημένες, οδηγώντας σ’ ένα χάος παραπληροφόρησης.

Στην εποχή τού μετά, το ψέμα γίνεται αλήθεια και η αλήθεια ψέμα

Από την ώρα που ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump έβαλε τον όρο fake news στην καθημερινή συζήτηση εκατομμυρίων πολιτών σ’ όλον το κόσμο, έφτασαν τα fake news να αναφέρονται στα πάντα και σε τίποτα ταυτόχρονα.

Στην εποχή τού μετά, η αλήθεια απέκτησε προπομπό κι έγινε αποδεκτό ότι τα αντικειμενικά γεγονότα, σύμφωνα με το λεξικό της Οξφόρδης, έχουν μικρότερη επίδραση στην κοινή γνώμη απ’ ό,τι τα συναισθήματα και οι προσωπικές πεποιθήσεις. Εμφανίστηκαν τα «εναλλακτικά» γεγονότα, θυμίζοντας αυτό που έγραφε η Arendt στις «Απαρχές του Ολοκληρωτισμού» το 1951, σχετικά με το ότι το πρόβλημα δεν είναι πως το ψέμα θα περνά για αλήθεια και η αλήθεια για ψέμα, αλλά ότι καταστρέφονται τα διανοητικά εργαλεία που θα ξεχωρίσουν την αλήθεια από το ψέμα.

Στο πλαίσιο αυτό, η συμβατική δημοσιογραφία και τα παλαιά μέσα θεωρήθηκαν διεφθαρμένα και δεμένα στο άρμα των παλιών ελίτ, την ίδια ώρα που διαμορφωνόταν μια νέα τάξη πραγμάτων, στην οποία τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποκτούσαν βαρύνοντα ρόλο, ανατρέποντας τα μέχρι τότε γνωστά.

Στην ύστερη νεωτερικότητα, το διαδίκτυο και οι νέες τεχνολογίες αποτελούν βασικές συνιστώσες. Η εξατομίκευση και η όλο και μεγαλύτερη απομάκρυνση από τις σταθερές κοινωνικές ταυτότητες δίνουν στην πληροφορία έναν κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση της καθημερινότητας μέσα από την πληροφοριοποίηση, όρος που αναφέρεται στον βαθμό που μια κοινωνία ή μια οικονομία βασίζεται στην πληροφορία.

Σύμφωνα με τη θεωρία του Δανού ακαδημαϊκού Thomas Pettitt, ολόκληρη η περίοδος μετά την ανακάλυψη της γουτεμβεργιανής τυπογραφίας, δηλαδή τα περίπου 500 χρόνια της κυριαρχίας των κινητών στοιχείων των τυπογραφικών μηχανών, την οποία αποκαλεί γουτεμβεργιανή παρένθεση, ήταν μια διακοπή στη συνηθισμένη ροή της ανθρώπινης πληροφορίας. Το διαδίκτυο, λοιπόν, μας επαναφέρει σε μια κουλτούρα όπου κυριαρχεί η προφορική παράδοση, μια δευτερογενής προφορικότητα, όπως έχει χαρακτηριστεί ήδη από τη δεκαετία του '90. Στη μετα-τυπογραφική εποχή επιστρέφουμε σ’ έναν κόσμο που η πληροφορία που λαμβάνουμε από τους ανθρώπους που συναντούμε μπορεί να είναι σωστή, αλλά και λάθος, αφιλτράριστη και αμφίδρομη.

Η διαδραστικότητα των νέων μέσων επικοινωνίας επιτρέπει την οριζόντια ροή της επικοινωνίας, αφήνοντας πίσω την εποχή που ο κόσμος των ειδήσεων ήταν οργανωμένος κάθετα, με ιεραρχία και ισχυρούς πυλώνες.

Κάπως έτσι οι παραδοσιακοί ρόλοι των μέσων και των λειτουργών τους τέθηκαν υπό διαπραγμάτευση. Οι δημοσιογράφοι βρίσκονται εδώ και μια δεκαπενταετία περίπου σε βαθιά επαγγελματική υπαρξιακή κρίση, αναζητώντας τη θέση τους στον νέο κόσμο, όπου τα πρώην ακροατήρια μετατράπηκαν σε συμπαραγωγούς περιεχομένου.

Κάποιοι έσπευσαν να μιλήσουν για «θάνατο» της δημοσιογραφίας που φέρνει η ανεμπόδιστη ροή της πληροφορίας, παραβλέποντας το γεγονός ότι σε αυτή τη νέα κατάσταση οι δημοσιογράφοι, ως φίλτρα των μεγαλύτερης ή μικρότερης σημασίας γεγονότων, ήρθαν να αντικατασταθούν από τους περιβόητους αλγόριθμους μηχανικής μάθησης, από τους οποίους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η έκθεσή μας στην πληροφορία που διακινείται εντός του διαδικτύου.

Στο περιβάλλον αυτό αναδύεται ο νεοφυλετισμός (neotribalism), στον οποίο τα κοινωνικά δίκτυα αποτελούν τις νέες φυλές, όπου κυριαρχούν εκλεκτικές συγγένειες που βασίζονται σε στενές κοινές αξίες και πεποιθήσεις. Τα απομονωμένα αυτά «ακροατήρια λόγου» προσανατολίζονται στις δικές τους κοινοτικές μέριμνες, αντί να αναπτύσσουν κοσμοπολίτικες ευαισθησίες (Χουλιαράκη, 2017). Η μαζική επικοινωνία υποχωρεί, την ώρα που οι χρήστες των κοινωνικών μέσων δεν ψάχνουν το διαφορετικό, αλλά προτιμούν να συνδεθούν με άλλους με παρόμοιες σκέψεις, συμφέροντα και αντιλήψεις για τον κόσμο. Η επίδραση αυτών των πρακτικών είναι, λοιπόν, που προάγει μεταξύ άλλων την πόλωση και ενισχύει την ισχύ του λαϊκισμού και του εθνικισμού.

Γίνεται σαφές έτσι το γιατί σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι ανάγκη η δημοσιογραφία να ξαναφτιαχτεί με νέα υλικά.

Μερικά βασικά ερωτήματα

Στην προβληματική σχετικά με τον ρόλο του Τύπου, αλλά και της δημοσιογραφίας στο νέο σκηνικό, όπου κυριαρχούν οι τεχνο-πλατφόρμες, οφείλουμε να ξεκινήσουμε από τα βασικά. Ορίζοντας δηλαδή το ποιο είναι το πρόβλημα και αποκτώντας κοινή βάση κατανόησης των βασικών παραμέτρων του.

Η πρώτη παράμετρος είναι αυτή του χρόνου. Η χωροχρονική συμπίεση που έχουν επιφέρει οι τεχνολογίες της επικοινωνίας μαζί με την ανάγκη για επιτάχυνση λειτουργούν ως δαμόκλειος σπάθη που κρέμεται πάνω από το κεφάλι του δημοσιογράφου, ο οποίος, αν θέλει να μείνει κοντά στις επαγγελματικές του αρχές και τον κώδικα δεοντολογίας, οφείλει να κάνει τις επιλογές του.

«Γρήγορη», λοιπόν, ή «αργή» δημοσιογραφία; Η έννοια της ταχύτητας έρχεται να προσδιορίσει τόσο τυπολογικά όσο και πρακτικά το είδος της δημοσιογραφίας που επιδιώκεται από το μέσο. Η πρόταση για «αργή» δημοσιογραφία, η οποία αποτελεί και το προνομιακό πεδίο του έντυπου Τύπου, εστιάζει στο βάθος, την έρευνα και αποτυπώνεται σε μακροσκελή είδη δημοσιογραφικού λόγου. Ερχεται να αποτελέσει μια εναλλακτική στο πληροφοριακό χάος και στον κορεσμό που έφεραν μαζί τους πλατφόρμες όπως το Twitter. Εχει κανονιστικό χαρακτήρα, αφού διατηρεί για τον δημοσιογράφο τον ιδεατό ρόλο του φρουρού (watchdog), που δεν περιορίζεται στην καταγραφή της πραγματικότητας, αλλά στον έλεγχο των κακώς κειμένων.

H «αργή» δημοσιογραφία μπορεί να ενισχύσει την αξιοπιστία ενός μέσου που θέλει να έχει κυρίαρχο ρόλο στις εξελίξεις και να είναι γνωστό για τα υψηλά πρότυπά του σε σχέση με την ποιότητα και τη δεοντολογία. Ενα θετικό στοιχείο που προκύπτει από το τελευταίο Digital News Report του Reuters είναι ότι υπάρχει επιστροφή σε πιο αναγνωρίσιμες ειδησεογραφικές μάρκες (brands), αν και αυτό δεν εγγυάται κάτι για τον κλάδο συνολικά.

Επειδή, όμως, οι δημοσιογραφικοί οργανισμοί είναι και επιχειρήσεις που οφείλουν να λειτουργούν με βάση τις προοπτικές βιωσιμότητας, αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα ότι πρόκειται για αμφίρροπη μάχη, την ώρα που η πρωτοκαθεδρία του συναισθήματος υπονοεί ότι αυτό που πλέον μετράει δεν είναι η επαλήθευση των γεγονότων, αλλά η αμεσότητα της εμπειρίας (Matheson, 2004).

Πρόκειται για μια δύσκολη αναμέτρηση, η οποία αργεί να δώσει καρπούς και είναι σε βάρος των οικονομικών μεγεθών, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση.

Είναι, όμως, μια υπαρξιακή αναζήτηση, καθώς αν η δημοσιογραφία εγκαταλείψει την πεμπτουσία της, που είναι η εμμονή στα γεγονότα (hard news) και η επαλήθευσή τους, τότε σε τι θα διαφοροποιείται από άλλα είδη εμπορικής δραστηριότητας (Andersοn, Bell & Shirky, 2014);

Μια μάχη που μπορεί να κερδηθεί

Στο βιβλίο του «The Vanishing Newspaper: Saving Journalism in the Information Age» (σε ελεύθερη μετάφραση στα ελληνικά «Η εκλιπούσα εφημερίδα: διασώζοντας τη δημοσιογραφία στην εποχή της πληροφορίας»), το μακρινό 2004, ο καθηγητής Philip Meyer πρότεινε ένα επιχειρηματικό μοντέλο το οποίο εστιάζει στην κοινωνική ευθύνη του Τύπου με τέτοιο τρόπο που να μπορεί να αντισταθεί στις αλλαγές που φέρνει η τεχνολογία.

Επιμένοντας στην πατροπαράδοτη συνταγή που εμπλουτίζεται από τα εργαλεία των νέων τεχνολογιών (ανοιχτά δεδομένα, crowdsourcing) και αποτελεί μια εκδοχή της πραγματικότητας όπου οι ειδήσεις έχουν τη δική τους εσωτερική εγκυρότητα (Tuchman, 1976) για την οποία υπεύθυνοι είναι οι δημοσιογράφοι, μπορεί να κερδηθεί η μάχη.

Μόνο έτσι, διατηρώντας δηλαδή η δημοσιογραφία αλώβητο τον αδιαπραγμάτευτο πυρήνα της, θα μπορέσει να κρατήσει τον ρόλο της και να αυξήσει την επιρροή της σ’ ένα σύμπαν ατάκτως ερριμμένων πληροφοριών.

Το μεγάλο πρόβλημα εδώ, όπως προαναφέραμε, είναι ότι ενώ τα hard news και η δημοσιογραφική έρευνα κοστίζουν και βρίσκονται εντός μιας φρουρούμενης κοινότητας (Rusbridger, 2018), η ελεύθερη και ανεμπόδιστη πληροφορία προσφέρεται δωρεάν και είναι χαοτική. Αλλάζει αυτό;

Η δεύτερη παράμετρος, λοιπόν, που θα καθορίσει το επόμενο βήμα έχει να κάνει με τον τρόπο διάθεσης του περιεχομένου.

Ειδήσεις δωρεάν ή με πληρωμή;

Για πολλούς, η τάση των μέσων να μην εμπορεύονται το περιεχόμενό τους μοιάζει με αμνησία και βήμα στο κενό, καθώς, εκτός των άλλων, επαφίεται στη γενναιοδωρία των ψηφιακών γιγάντων το πώς θα διαμοιραστεί το περιεχόμενο. Για παράδειγμα, οι αλλαγές που έκανε το Facebook στο newsfeed του έκαναν περισσότερο πιθανό να βλέπει κάποιος τις αναρτήσεις των συγγενών του παρά των επαγγελματιών της ενημέρωσης. Κι αυτό είχε συγκεκριμένες επιπτώσεις σε μεγάλους ειδησεογραφικούς οργανισμούς, όπως το Buzzfeed, που αναγκάστηκαν να προχωρήσουν σε μεγάλες περικοπές προσωπικού.

Την ίδια ώρα, υπέρμαχοι της δωρεάν διάθεσης του περιεχομένου μιλούν για έναν πιο ανοιχτό κόσμο, κατηγορώντας τους εκδότες που επιλέγουν την εκδοχή της πληρωμής στα ιστοδιόδια (paywall) για να προστατέψουν το περιεχόμενο, αλλά και τη βιωσιμότητα των μέσων τους.

Σύμφωνα και πάλι με το Digital News Report του Reuters Institute για το τρέχον έτος, παρά τις προσπάθειες που έχουν καταβληθεί από τη βιομηχανία των μέσων, υπάρχει μόνο μια μικρή αύξηση στους αριθμούς αυτών που πληρώνουν για τις online ειδήσεις, με συνδρομή, δωρεά ή οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Αυτή η αύξηση, μάλιστα, αφορά κυρίως τον σκανδιναβικό Βορρά.

Το σχήμα είναι πρωθύστερο. Η επιλογή για δωρεάν διάθεση των ειδήσεων στο διαδίκτυο έγινε σε πρώτο χρόνο. Τώρα τόσο η παραδοσιακή όσο και η ψηφιακή εκδοτική βιομηχανία βρίσκονται μπροστά στον ίδιο κίνδυνο. Να μην κατορθώσουν να διαμορφώσουν έγκαιρα ένα επικερδές μοντέλο για τη διαχείριση των ψηφιακών ειδήσεων που θα τους επιτρέψει να επιβιώσουν οικονομικά. Μπορούμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω;

Πριν από μερικούς μήνες, το Ευρωκοινοβούλιο ψήφισε την περιβόητη οδηγία για τα πνευματικά δικαιώματα, εν μέσω αντιδράσεων. Μέσα στην πολυσέλιδη οδηγία, συναντά κάποιος και το επίμαχο άρθρο 11 (φόρος στα links), το οποίο έχει ως στόχο να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις ώστε οι συναθροιστές ειδήσεων να πληρώνουν στις εφημερίδες για το περιεχόμενο που χρησιμοποιούν.

Πρόκειται για μια εξέλιξη η οποία έφερε απέναντι στα παλαιά μέσα τους μιντιακούς κολοσσούς, τις λεγόμενες GAFAT (Google, Apple, Facebook, Amazon, Twitter), που έως τώρα διαχειρίζονται, διακινούν και αξιοποιούν με διαφημιστικά έσοδα το περιεχόμενο των παλιών μέσων. Ταυτόχρονα, δημιούργησε φόβους για το τι θα συμβεί σε περίπτωση που το ολιγοπώλιο των συναθροιστών μετατραπεί σε καθετοποιημένο μονοπώλιο, όπου η GoogleNews θα παράγει δικό της περιεχόμενο, το οποίο θα διαθέτει με τα δικά της δίκτυα, αποκλείοντας τους υπόλοιπους από το παιχνίδι.

Η επιλογή σε σχέση με τη δωρεάν διάθεση περιεχομένου είναι δύσκολη και σίγουρα αφορά στην ίδια την αξία χρήσης του περιεχομένου. Η αναπαραγωγή ή το rewriting δελτίων Τύπου ασφαλώς και δεν δικαιολογούν αντίτιμο. Αντιθέτως, αντίτιμο δικαιολογούν η έρευνα και η παρουσίαση της πληροφορίας με όσο το δυνατόν πληρέστερο τρόπο.

Απόψεις ή ειδήσεις;

Ενα τελευταίο θέμα έχει να κάνει με την άποψη. Αργά αλλά σταθερά η δημοσιογραφία μετακινήθηκε από την κάλυψη των γεγονότων σε δημοσιογραφία της άποψης. Εχουμε περισσότερες γνώμες και απόψεις απ’ όσες αντέχουμε. Σ’ έναν κόσμο όπου κυριαρχεί η άποψη και είναι εύκολο να βρεθεί σε μεγάλες ποσότητες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το στοίχημα για τη δημοσιογραφία είναι να δώσει περισσότερα δεδομένα με βάση τα οποία οι πολίτες θα διαμορφώσουν τη δική τους. Αυτή η υπηρεσία που θα μπορούσε να προσφέρει η δημοσιογραφία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη σε σημαντικές δημόσιες συζητήσεις, όπως συνέβη στο παρελθόν με το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015 ή τη Συμφωνία των Πρεσπών τον περασμένο Ιανουάριο.

Κατά τη συζήτηση των θεμάτων αυτών έλειψε η ψυχραιμία ανάλυσης των δεδομένων, οδηγώντας στην πόλωση. Οι δημοσιογράφοι ως διαμεσολαβητές πήραν αποστάσεις από τα ίδια τα γεγονότα που άλλοτε αποτελούσαν το επίκεντρο και επένδυσαν σταθερά στη σχολιαστική δημοσιογραφία.

Σε τούτο λοιπόν το νέο τοπίο ενημέρωσης και δημόσιας συζήτησης, όπου οι προκαταλήψεις και τα στερεότυπα κυριαρχούν και η συζήτηση για τα σοβαρά θέματα γίνεται εν μέσω οπτικών και λεκτικών (δυϊστικό σχήμα πατριώτες εναντίον προδοτών) επιλογών, που σίγουρα αφήνουν πολύ περιορισμένο χώρο για ανταλλαγή επιχειρημάτων, ο ρόλος του δημοσιογράφου δεν είναι να δώσει το ενσταντανέ, αλλά να επενδύσει στη θεματική πλαισίωση του γεγονότος.

Εν είδει επιλόγου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι αδύνατον για τη δημοσιογραφία να μην αξιοποιήσει τις νέες πλατφόρμες ως γέφυρα με τα καινούργια ακροατήρια και να γυρίσει την πλάτη στη νέα πραγματικότητα.

Τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα, ωστόσο, βρίσκονται εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, ενώ το αύριο θα κριθεί από τη γενναιότητα των εγχειρημάτων και την ικανότητα προσαρμογής.

* Επίκουρη καθηγήτρια του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

ΝΗΣΙΔΕΣ
ΜΜΕ και νεοσυντηρητικός λαϊκισμός
Είναι λίγες οι φορές που από κοινού το πολιτικό και δικαιακό σύστημα της χώρας μας καθώς και η πλειονότητα των ΜΜΕ συνέβαλαν αποφασιστικά στην αναχαίτιση επικίνδυνων προς το δημοκρατικό πολίτευμα επιρροών από...
ΜΜΕ και νεοσυντηρητικός λαϊκισμός
ΝΗΣΙΔΕΣ
Μια «κλειστή» κοινωνία δεν έχει ελπίδες να είναι δίκαιη
Πρώην πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ο Δημήτρης Χριστόπουλος απαντά στις πολιτικές προκλήσεις, αλλά και στις παρανοήσεις, στις ανησυχίες μιας μερίδας της ελληνικής κοινωνίας που...
Μια «κλειστή» κοινωνία δεν έχει ελπίδες να είναι δίκαιη
ΝΗΣΙΔΕΣ
Η μοιραία συνάντηση Δημοκρατίας και Τύπου
Η κοινωνική και οικονομική ολιγαρχία, μέσω και των ΜΜΕ της επιρροής της, διαστρεβλώνει παρεμβατικά την εφαρμογή της αρχής «των ίσων ευκαιριών» προς όφελος των κομμάτων.
Η μοιραία συνάντηση Δημοκρατίας και Τύπου
ΝΗΣΙΔΕΣ
Ενα κορίτσι μετράει τ’ άστρα
Πρόσεχε, μικρή Ελένη, μην παρασύρεσαι, πρόσεχε, πρόσεχε. Δεν είναι καθόλου κακό να μιλούν με καμάρι οι άλλοι για σένα. Εγώ θα είμαι πολύ υπερήφανος εάν μπορέσεις να γίνεις αστροναύτης. Ομως όλα αυτά...
Ενα κορίτσι μετράει τ’ άστρα
ΝΗΣΙΔΕΣ
Αδελφοσύνη για όλους
Η εφημερίδα Libération οργάνωσε και φιλοξένησε τον ακόλουθο διάλογο ανάμεσα σε δύο από τους σημαντικότερους Γάλλους κοινωνιολόγους, τον 97χρονο Εντγκάρ Μορέν και τον 93χρονο Αλέν Τουρέν
Αδελφοσύνη για όλους
ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΠΟΛΗ
Το ποσοστό της βίας
Σε κοινωνίες που, παρά την κρίση, ακόμα βιώνουν ως θέσφατο και ως νόμο τη μακαριότητα, όπως καταγράφηκε στις μέρες της πλαστικής ευημερίας (ένα θέσφατο πιο ψεύτικο, πιο άδειο και πιο προσβλητικό από ποτέ) η...
Το ποσοστό της βίας

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας