Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Πάβελ Βασίλιεφ, ο «γελαστός ποιητής» της ΕΣΣΔ

Αριστερά, χειρόγραφο ποιήματος του Βασίλιεφ

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Πάβελ Βασίλιεφ, ο «γελαστός ποιητής» της ΕΣΣΔ

  • A-
  • A+

Ολοι μας έχουμε ακούσει και τραγουδήσει τους στίχους του Πυθαγόρα:

Γιατί τον σκότωσαν, γιατί
Τον γελαστό τον ποιητή
Αυγούλα στη Γρανάδα

Αναφέρονται στον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, τον μεγάλο αντιφασίστα Ισπανό ποιητή, που δολοφονήθηκε τον Αύγουστο του 1936 από τους φασίστες του Φράνκο, στα 38 του χρόνια. Ο ποιητής Πάβελ Βασίλιεφ αντιπροσωπεύει ένα αντίστοιχο του Λόρκα στην ιστορία της ΕΣΣΔ.

Ευθύς, ευαίσθητος, ανεξάρτητος και ειλικρινής, αλλά και προικισμένος δεξιοτέχνης της αφήγησης, ο Βασίλιεφ είχε χαρακτηριστεί από τον Νικολάι Μπουχάριν «η ελπίδα της σοβιετικής ποίησης». Οπως και άλλα μεγάλα ταλέντα της εποχής, χάθηκε στις σταλινικές διώξεις· εκτελέστηκε τον Ιούλη του 1937 σαν «τροτσκιστής κατάσκοπος» και «σαμποτέρ». Ηταν τότε μόλις 27 χρόνων, πολύ νεότερος από τον Λόρκα.

Στο έργο του Βασίλιεφ, που παραμένει σχεδόν άγνωστος στη Δύση, θα αναφερθούμε στο παρόν σημείωμα.

Μερικά βιογραφικά στοιχεία

Ο Βασίλιεφ γεννήθηκε στο Ζαϊσάν και πέρασε την παιδική του ηλικία σε διάφορες πόλεις στο Καζαχστάν και τη Σιβηρία –Παβλοντάρ, Αμπασάρ, Πετροπαβλόφσκ, Ομσκ– όπου μετακόμιζαν οι γονείς του, λόγω της διδασκαλικής εργασίας του πατέρα του. Από μαθητής ακόμη άρχισε να δείχνει το ποιητικό του ταλέντο.

Μετά την αποφοίτησή του από τη μέση εκπαίδευση ταξίδεψε το 1926 στο Βλαδιβοστόκ, όπου φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Απω Ανατολής και δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα. Σύντομα όμως έφυγε για τη Μόσχα, περνώντας από διάφορες πόλεις, όπου συμμετείχε σε λογοτεχνικές συναντήσεις και δημοσίευε σε περιοδικά. Στη Μόσχα εντάχθηκε στο λογοτεχνικό τμήμα της Εδρας Τεχνών Α. Β. Λουνατσάρσκι.

Το 1928 επέστρεψε στο Ομσκ και μετά περιόδευσε με ένα φίλο του τη Σιβηρία και την Απω Ανατολή. Για την εργασία τους ως καλλιεργητές, κυνηγοί, ναυτικοί και μεταλλευτές, ο Βασίλιεφ μίλησε στα δοκίμιά του «Στην εξερεύνηση του χρυσού» (1930) και «Οι άνθρωποι στην Τάιγκα» (1931). Ηδη το τάλαντό του είχε τραβήξει την προσοχή του κοινού και ποιήματά του δημοσιεύονταν στις πιο γνωστές σοβιετικές εφημερίδες και περιοδικά: «Ισβέστια», «Νόβι Μιρ», «Κράσναγια Νοβ», «Σοβιετική Γη», «Ογκονιόκ» κ.ά.

Ομως η γνησιότητα, ο λυρισμός και το μποέμ λαϊκό στιλ του Βασίλιεφ δεν ταίριαζαν στις απαιτήσεις της ανερχόμενης σταλινικής γραφειοκρατίας, που έριχνε ήδη βαριά τη σκιά της πάνω στην αυθεντική καλλιτεχνική δημιουργία.

Οι καλλιτέχνες δέχονταν αυξανόμενη πίεση για συμμόρφωση με την επίσημη άποψη και καλούνταν να συνθέτουν προπαγανδιστικούς ύμνους για το καθεστώς, εκθειάζοντας τις «νίκες» του και εξοβελίζοντας κάθε κριτική ματιά για την κατάσταση στην ΕΣΣΔ.

Ενώ άλλοι προσαρμόζονταν κομφορμιστικά, η φύση του Βασίλιεφ δεν ήταν συμβατή με το σταλινικό εκμαυλισμό της τέχνης. Αρνήθηκε να υπογράψει μια διακήρυξη καλλιτεχνών εναντίον του Μπουχάριν, τον οποίο είχε χαρακτηρίσει «συνείδηση της αγροτικής Ρωσίας», και αποδοκίμασε τις καταδόσεις καλλιτεχνών από συναδέλφους τους στα χρόνια των εκκαθαρίσεων ως «πορνογραφικές κακογραφίες στα περιθώρια της ρωσικής λογοτεχνίας».

Ως αποτέλεσμα, ο Βασίλιεφ έγινε αυξανόμενα στόχος κακόβουλων επιθέσεων στον σοβιετικό Τύπο και αντιμετώπισε, από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, συνεχείς διώξεις από τις αρχές.

Στα 1934, ένα άρθρο του Μαξίμ Γκόρκι «Για τους λογοτεχνικούς αστεϊσμούς», δημοσιευμένο σε αρκετές εφημερίδες, ξεκίνησε την καμπάνια εναντίον του Βασίλιεφ. Τον Μάη του 1935 εμφανίστηκε ένα «Γράμμα στον εκδότη» στην «Πράβντα», υπογραφόμενο από 20 ποιητές, που διαπίστωνε ότι ο Βασίλιεφ είχε διανύσει την απόσταση «από τον χουλιγκανισμό στον φασισμό».

Ως αποτέλεσμα ο ποιητής φυλακίστηκε για έναν περίπου χρόνο. Απελευθερώθηκε το 1936, όμως την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε στις αίθουσες της ΕΣΣΔ η ταινία «Η κομματική κάρτα», στην οποία ο Βασίλιεφ έγινε το πρότυπο του κύριου αντι-ήρωα – «κατάσκοπου», «σαμποτέρ» και «εχθρού του λαού».

Ακολούθησε νέα σύλληψη τον Φλεβάρη του 1937. Στις 15 Ιούλη δικάστηκε συνοπτικά και καταδικάστηκε σε θάνατο με την κατηγορία της συμμετοχής σε μια «τρομοκρατική ομάδα», που δήθεν σχεδίαζε να δολοφονήσει τον Στάλιν. Εκτελέστηκε στη φυλακή του Λεφόρτοβο την επομένη και θάφτηκε σε έναν ανώνυμο τάφο στο νέο κοιμητήριο της Μονής Ντονσκόι, στη Μόσχα. Η μνήμη του αποκαταστάθηκε μεταθανάτια το 1956.

Το ποιητικό έργο του Βασίλιεφ

Στα ποιήματα του Βασίλιεφ, τα λαογραφικά μοτίβα της παλιάς Ρωσίας συνδυάζονται με την ανοιχτή, απαλλαγμένη από τα σταλινικά στερεότυπα, γλώσσα της επανάστασης και της ΕΣΣΔ. Μεγαλώνοντας στο Καζαχστάν, από την παιδική ηλικία απορρόφησε δύο πολιτισμούς – τον ρωσικό και τον καζάκικο. Αυτό του επέτρεψε να γίνει ένα είδος γέφυρας ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, την Ασία και την Ευρώπη.

Αρκετά ποιήματά του έχουν κοινωνικό περιεχόμενο, αναπαριστώντας ρεαλιστικά τις αλλαγές που επέφερε η επανάσταση και αργότερα η κολεκτιβοποίηση στη ρωσική ύπαιθρο. Στο ποίημα «Κουλάκοι», ένα από τα πιο σημαντικά του, δείχνει την ποικιλία της σοβιετικής υπαίθρου, την αδυναμία των ανθρώπων να συνηθίσουν γρήγορα την κολεκτιβοποίηση, τον αγώνα με τους κουλάκους, που διεξήγαγαν οι σοβιετικές αρχές, συχνά με τραγικές συνέπειες.

Ο Βασίλιεφ ήταν υψηλά κριτικός απέναντι στην κολεκτιβοποίηση και τις μαζικές σταλινικές διώξεις που ακολούθησαν. Αυτό όμως συμβαδίζει με τη βαθμιαία προσέγγιση στα αυθεντικά ιδανικά της επανάστασης, μέσα από την υπέρβαση της νεανικής του απειθαρχίας και της νοοτροπίας του μποέμ. Οι ήρωές του, όπως και ο ίδιος ο ποιητής, βρίσκουν έτσι, μέσα από την επώδυνη υπέρβαση των παλιών προλήψεων, τον δρόμο προς τη λαϊκή επαναστατική αλήθεια. Η ποίησή του, αντανακλώντας τις κοινωνικές αντιφάσεις και συγκρούσεις της εποχής του, χαρακτηρίζεται από την έξοχη δύναμη και εκφραστικότητα των εικόνων του που προέρχονται κυρίως από τη λαϊκή ζωή.

Τα ασυνήθιστα χαρίσματα του Βασίλιεφ είχαν επισημανθεί από ευαίσθητους συγχρόνους του καλλιτέχνες όπως ο Παστερνάκ. Ο τελευταίος αναφέρεται ότι σε μια ποιητική βραδιά, μετά την απαγγελία από τον Βασίλιεφ του ποιήματός του «Νατάλια», είχε αρνηθεί να απαγγείλει κάποιο δικό του, λέγοντας ότι θα ωχριούσε μπροστά του. Αργότερα, το 1956, ο Παστερνάκ σύγκρινε τον Βασίλιεφ με τον Γεσένιν και τον Μαγιακόφσκι:

«Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο Πάβελ Βασίλιεφ μού έκανε μια εντύπωση της ίδιας τάξης που μου είχαν κάνει παλιότερα… ο Γεσένιν και ο Μαγιακόφσκι. Ηταν συγκρίσιμος με αυτούς, ιδιαίτερα με τον Γεσένιν, ως προς τη δημιουργική εκφραστικότητα και τη δύναμη του χαρίσματός του, και έδινε τεράστιες υποσχέσεις, επειδή, σε αντίθεση με την τραγική πίεση που συντόμευσε εσωτερικά τη ζωή του τελευταίου, κυριαρχούσε και χειριζόταν το ταμπεραμέντο του με μια ψυχρή ηρεμία. Διέθετε μια ισχυρή και ευτυχή φαντασία, χωρίς την οποία δεν υπάρχει μεγάλη ποίηση και παραδείγματα της οποίας, σε μια τέτοια έκταση, δεν έχω συναντήσει ποτέ σε κανέναν άλλο σε όλα τα χρόνια που έχουν περάσει από τον θάνατό του».

Πραγματικά, η ποίηση του Βασίλιεφ συνδυάζει τον λυρισμό του Γεσένιν με την επικότητα του Μαγιακόφσκι δίνοντας, μέσα από την αμοιβαία επαφή και ανάδραση αυτών των στοιχείων, ένα πρωτότυπο προσωπικό στίγμα. Το εκτενές αυτοβιογραφικό του ποίημα «Το τσίτι του Χριστολιούμποφ» (1935-1936) συγκρίνεται ευνοϊκά με τους «Δώδεκα» του Αλεξάντερ Μπλοκ, αποτελώντας μια ηχώ τους στις συνθήκες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ κατά τη δεκαετία του 1930.

Ο Ιγνάτιος Χριστολιούμποφ, μια ενσάρκωση του ίδιου του ποιητή, συνοψίζει την επίπονη αλλά αναπόφευκτη διαδικασία σχηματισμού του ανθρώπου του μέλλοντος, του καλλιτέχνη και δημιουργού, που συνδυάζει τα ιδανικά του Χριστού και το πρακτικό πνεύμα του Λένιν. Το ποίημα φανερώνει την ωρίμανση της οπτικής του Βασίλιεφ και την αποδοχή του της σοσιαλιστικής προοπτικής, που όμως δεν συγχέεται με τις εκτροπές της. Το «τσίτι του Χριστολιούμποβ» είναι τελικά η ίδια η ποίηση, η οποία υφαίνει έναν συνεκτικό δεσμό ανάμεσα στο όραμα και την καθημερινή πρακτική της επανάστασης.

Στους καταληκτικούς στίχους εκφράζεται η απόφαση της εργασίας για το σοσιαλιστικό μέλλον:

…Για το ένδοξο,
Μεγάλο, καθαρό μεσημέρι μας
Εσένα, τραγούδι
Χαίρομαι να ζω και να εγκωμιάζω
Και ξέρω σταθερά, αν είναι απαραίτητο,
Και τη ζωή μου
Στη μάχη
Να δίνω

Ο «Πρίγκηπας Φόμα» (1935-36), ένα άλλο έξοχο ποίημά του αφιερωμένο στον ρωσικό εμφύλιο, κάνει ορατό τον διχασμό του Βασίλιεφ, την έλξη από τις παραδόσεις του παλιού και την αναγνώριση και κατανόηση της αναγκαιότητας του νέου, η οποία τελικά υπερισχύει. Ο Φόμα, ένας τοπικός φεουδαρχικός ηγέτης των Λευκών, επιστρατεύει με τη βία τους αγρότες και τους αναγκάζει να πολεμήσουν εναντίον των Μπολσεβίκων. Ομως, παρά την αφειδή υποστήριξη των επεμβατιστών, που του προσφέρει απλόχερα η γαλλική στρατιωτική δύναμη, η ανταρσία του καταρρέει.

Ο Βασίλιεφ παρουσιάζει ωραιοποιημένα τον Φόμα και τον Γάλλο επιτετραμμένο Ντε Βιλ, μέσα από τη ρομαντική, εξιδανικευμένη εικόνα που έχουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους. Οι εντυπωσιακές στολές τους, οι πανηγυρικοί τους για τη δημοκρατία και την ανάγκη να καταπνιγεί η αναρχία, αναπαριστάνονται έξοχα από τον ποιητή. Ομως, μέσα από την αφήγηση των πραγματικών τους έργων, που περιλαμβάνουν εκτελέσεις αγροτών, πλιάτσικα και αρπαγές, η απατηλή εικόνα τους διαλύεται.

Ο Βασίλιεφ δεν αφήνει αμφιβολία για την ενεργό τοποθέτησή του στο πλευρό των Μπολσεβίκων, στο πλευρό της επανάστασης. Εξαίρει τα στρατεύματα των Κόκκινων που κατανίκησαν τους Λευκούς στασιαστές, υπηρετώντας την υπόθεση του λαού:

Οι επόμενες χιλιετίες θα μετακινούν βουνά
και ολάκερες θάλασσες θα γεννηθούν και θα χαθούν ξανά,
αλλά οι λαοί πάντα θα τους έχουν στην καρδιά τους,
πάνω από όλα τα άλλα στον κόσμο,
όπως τη σημαία πάνω στο Κρεμλίνο και τον άνεμο
όπως τα σπαθιά των δικών τους στρατηγών.

Ομως στο ποίημα αποτυπώνεται και η λησμονιά της επανάστασης, η μετατροπή της σε έναν πανηγυρικό της ημέρας, μια σημαία για αλλότριους σκοπούς, από εκείνους που απατηλά την επικαλούνται. Η κόκκινη σημαία δεν απηχεί μια άμεση, ήδη πραγματωμένη πραγματικότητα, όπως θα το ήθελε η επίσημη προπαγάνδα, αλλά μια λανθάνουσα τάση, που παραμένει υπόκωφη και ζωντανή πίσω από την επαναστατικά διακοσμημένη μικροαστική πρόσοψη της εποχής:

Ανάμεσα στους ανηφορικούς κορμούς των δέντρων,
οι ήχοι των κανονιών που σιώπησαν
ακόμα παραμονεύουν σε βαθιές πυκνές λόχμες.
Μόνο ο άνεμος θυμάται τους λησμονημένους,
και πάνω στα κόκαλα χαμένων συνταγμάτων
τα αγριόροδα καίνε σαν φωτιά...

Η πηγαία εχθρότητα του Βασίλιεφ σε κάθε λογής επιτήδευση και η σύνδεσή του με τις παραδόσεις του Οκτώβρη αποτυπώνεται και στο ποίημά του για τον Ντέμιαν Μπέντνι (1936), έναν λαϊκό βάρδο της επανάστασης και του εμφυλίου.

Οχι υγρά τιποτένια επιχρυσώματα,
όχι περιποιητικά περιτυλίγματα εξυπνάδας.
Ο οικοδόμος είναι μια τεράστια δουλειά
και παρατάσσει ιστορίες μπρος μου.

Ο Βασίλιεφ διακρινόταν από πλούσιο συναισθηματισμό και υμνεί συχνά, όπως στη «Νατάλια», την ομορφιά και τον αυθεντικό έρωτα, που δεν νοθεύεται από ασχήμιες και στενούς υπολογισμούς. Τα τελευταία ποιήματά του, όπως το «Κοκκινολαίμηδες σπίνοι πετούν» (1937), αποπνέουν μελαγχολία, την αίσθηση του επερχόμενου τέλους του:

Κοκκινολαίμηδες σπίνοι πετούν
σύντομα, σύντομα κακοτυχιά μου
θα δω λυκίσια διαμάντια
στο ακοινώνητο βόρειο άκρο
Θα είμαστε λυπημένοι, μοναχικοί
και εύοσμοι σαν άγριο μέλι.

Επίλογος

Μετά τον θάνατο του Στάλιν, η σύζυγος του Βασίλιεφ, Ελενα Βιάλοβα, η κόρη του, Ναταλία Πάβλοβνα, και άλλοι, αγωνίστηκαν για την αποκατάσταση της μνήμης του, και για τη διάσωση και αναγνώριση του έργου του. Η Βιάλοβα, που είχε και αυτή εξοριστεί, έκανε εκκλήσεις στους επίσημους προβεβλημένους λογοτέχνες όπως ο Φαντέγιεφ και ο Σιμόνοφ. Η απάντησή τους ήταν: «Ο εχθρός του λαού δεν θα αποκατασταθεί».

Αργότερα η κόρη του Βασίλιεφ συνόψισε το ποιητικό και ανθρώπινο «πιστεύω» του: «Στη διάρκεια των διώξεων, ο Παστερνάκ και ο Βασίλιεφ δεν υπέγραψαν το γράμμα [των Σοβιετικών λογοτεχνών] ενάντια στον Μπουχάριν… ο χαρακτήρας του ήταν τέτοιος. Δεν μπορούσε να φύγει ή να κρυφτεί κάπου. Δεν θα ήταν πλέον ο Πάβελ Βασίλιεφ. “Δεν θα τραγουδώ κατά παραγγελία, καλύτερα να είσαι σιωπηλός για πάντα” – αυτές οι γραμμές ήταν το ποιητικό “πιστεύω” του και το “πιστεύω” της ζωής του, στο οποίο έμεινε πιστός ώς το τέλος».

Ο Φαντέγιεφ, κατήγορος του Βασίλιεφ και πολλών άλλων λογοτεχνών, κυνηγημένος από τις τύψεις, αυτοκτόνησε το 1956, ομολογώντας στο σημείωμα της αυτοκτονίας του τη σταλινική καταστροφή της τέχνης. Εκείνο που δεν εξήγησε όμως ήταν το γιατί αυτός και αρκετοί άλλοι, συχνά ταλαντούχοι δημιουργοί, είχαν υπηρετήσει τον σταλινισμό. Αν το έκανε, θα έπρεπε να παραδεχτεί ότι είχαν απαρνηθεί την καλλιτεχνική τους ακεραιότητα, έχοντας γίνει συγγραφείς κατά παραγγελία.

Απέναντί τους ο Βασίλιεφ ενσαρκώνει την ακεραιότητα του αυθεντικού καλλιτέχνη, που βρίσκει τον δρόμο προς την επανάσταση και παραμένει ώς το τέλος άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτή. Με το έργο και τη στάση του παρέχει ένα θετικό πρότυπο για τους νέους προοδευτικούς δημιουργούς. Απαγγέλει δε ταυτόχρονα την καταδίκη για τους παλιούς και σύγχρονους υμνωδούς της σταλινικής βαρβαρότητας που από μικροψυχία και έπαρση νομίζουν ότι μπορούν να περιφρονούν τα διδάγματα της ιστορίας.

Το 1963, ο Ρούρικ Ιβνεφ, τιμώντας τη μνήμη του Βασίλιεφ και θρηνώντας τον πρόωρο χαμό του, του αφιέρωσε τους στίχους:

Βλέπω τον Πάβελ Βασίλιεφ
με το εκθαμβωτικό χαμόγελό του
με τον καταστροφικό χαμό
του ταλέντου του νεαρού αφηγητή.

* Μέλος της Σ.Ε. της «Μαρξιστικής Σκέψης». Το παρόν άρθρο βασίζεται σε υλικά από το αφιέρωμα της «Μαρξιστικής Σκέψης» στον Πάβελ Βασίλιεφ, τόμος 29, σσ. 154-177, επιμελημένο από τη Λάνα Ματσαρασβίλι και τον Χρήστο Κεφαλή.

ΝΗΣΙΔΕΣ
Ενα ρεπερτόριο υπόγειων παιχνιδιών
Είτε ως «αυτοβιογραφία» είτε σαν συναξάρι εμπειριών τα ποιήματα του Κώστα Υφαντή εμπεριέχουν στοιχεία αποφθεγματικά αυτογνωσίας, ετεροβιωματικά.
Ενα ρεπερτόριο υπόγειων παιχνιδιών
ΝΗΣΙΔΕΣ
Η θαλερότητα της γραφής της Γενιάς του ’30
Ενα άγνωστο ποίημα με τίτλο «Ραχέλα / Καράβια δίχως θάλασσα που πλέμε στα σβυστά» βλέπει σήμερα το φως της δημοσιότητας, με την ευκαιρία της επετείου γέννησης του Γιάννη Σκαρίμπα.
Η θαλερότητα της γραφής της Γενιάς του ’30
ΝΗΣΙΔΕΣ
Από ποιητής και λογοτεχνικός κριτικός, συνιδρυτής του μαρξισμού
Σε αντίθεση με τον Μαρξ, η νεανική περίοδος του Ενγκελς δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Λίγοι γνωρίζουν ότι πριν γίνει ένας από τους συνιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού ο Ενγκελς έγραφε ποιήματα, χρονικά και...
Από ποιητής και λογοτεχνικός κριτικός, συνιδρυτής του μαρξισμού
ΝΗΣΙΔΕΣ
Η ζωή είναι όμορφη πολύ
Ενα μικρό σπαρακτικό βιβλίο μάς χάρισε πρόσφατα η ποιήτρια Μαρία Λαϊνά. Το «Τι όμορφη που είναι η ζωή» Η ηρωίδα της σ’ έναν μονόλογο, μια εκ βαθέων εξομολόγηση, μας μιλάει για τις αναμνήσεις της.
Η ζωή είναι όμορφη πολύ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας