Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Η ομορφιά της λαϊκής τέχνης
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Η ομορφιά της λαϊκής τέχνης

  • A-
  • A+

Τον φώναζαν «Καλλιτέχνη» γιατί πράγματι ήταν καλλιτέχνης. Από αυτούς που πέρασαν κι έφυγαν από αυτή τη γη χωρίς να εκτιμηθεί το ταλέντο τους από κανέναν άλλο παρά μόνο από τους συγχωριανούς και την οικογένειά του. Ο Κωνσταντίνος Τσαρδούνης, που έζησε όλη του τη ζωή στον Παλαιόπυργο Αρκαδίας, εκτός από αγρότης -είχε και ένα μικρό μποστάνι μαζί με λίγα ζωντανά για να εξασφαλίζει τα απαραίτητα, λαχανικά, γάλα και τυρί για την οικογένεια-, ήταν κουρέας για όλο το χωριό, τσαγκάρης, πετράς και χτίστης, αλλά και από τους καλύτερους κεντρωτές αμπελιών. Και κάποιες στιγμές, σκάλιζε το ξύλο και ζωγράφιζε σε επιφάνειες πρόσφορες σκηνές της ζωής στο χωριό. Αυτές είχα την τύχη να δω. Εργα-στολίδια, γύρω γύρω στους τοίχους του σπιτιού του. Πολυτεχνίτης από την ανάγκη της ζωής, καλλιτέχνης με ό,τι κι αν καταπιανόταν, όπως καταθέτει η κόρη του, Κωστούλα Τσαρδούνη


«Ελα, θα δεις, θα σου αρέσει» μου έλεγε η Βούλα, από κοντά κι ο Μίμης που χαμογελούσε, γνωρίζοντας αυτό που εγώ δεν ήξερα όταν αποδέχτηκα την πρόσκληση από τα ξαδέλφια μου για από κοινού επίσκεψη στο σπίτι φίλης τους, της Κωστούλας Τσαρδούνη στον Παλαιόπυργο Αρκαδίας.

Γνώριζαν ότι θα ερχόμουν αντιμέτωπη με εικόνες που στα μάτια μου θα φάνταζαν θησαυρός. Οχι μόνο γιατί μόλις περάσαμε την πόρτα του αυλόγυρου είδα μια εικόνα αγαπημένη, που είχε ρίζες στα παιδικά μου χρόνια και μου 'φερε γλύκα στο στόμα από βιώματα που σαν βοτσαλάκι βοτσαλάκι μού χρησίμεψαν για να χαράξω το μονοπάτι μου.

Ενα μικρό σπιτάκι του χωριού, που άστραφτε το λευκό του στον απογευματιάτικο ήλιο από τα ασβεστώματα, στεφανωνόταν από μια κατάφορτη κρεβατίνα με άγουρα ακόμη τα σταφύλια της κι η πόρτα του, ορθάνοιχτη, λαμπερή, βαμμένη καθώς ήταν στο μπλε του κοβαλτίου, στωικά περίμενε την είσοδό μας.

Μας προϋπάντησαν τα υφαντά στρωσίδια που είχε υφάνει στον αργαλειό η μάνα της Κωστούλας, η Αθηνά, στα νιάτα της. Ενας ποταμός χρωμάτων σε σχέδια που χαρακτήριζαν την τότε υφαντουργική τέχνη του χωριού. Η έκπληξη όμως ήρθε όταν σήκωσα τα μάτια μου στο ταβάνι, μετά από παρότρυνση της Βούλας: «Βάση, είδες τις ζωγραφιές στους τοίχους;»

Γύρω τριγύρω, σε όλες τις κάμαρες -εμπατή, σάλα και παραγώνι-, περίπου πενήντα πόντους από το ταβάνι, σαν μπορντούρα στους τοίχους, υπήρχαν ζωγραφιές με θέματα από τη ζωή στο χωριό. Κυριαρχούσαν οι αποχρώσεις του μπλε που συντροφεύονταν από πινελιές σε ροδί αχνό και στο χρώμα που έχουν τα τσάγαλα (χλωρό κέλυφος από αμύγδαλα).

Στην εμπατή (χολ), ένας τσολιάς με πλούσια λευκή φουστανέλα έπαιζε φλογέρα και ολόγυρά του χόρευαν τσολιαδάκια, με κόκκινα τσαρούχια και φεσάκια. Μπροστά στα πόδια του, έβοσκαν πρόβατα και το τσοπανόσκυλό του φανερά ανταποκρινόταν στη χαρά της σύναξης. Παραδίπλα ένα ψάθινο καλάθι με φρούτα -σαν μήλα μου φάνηκαν-, με μαργαρίτες να το χωρίζουν από ένα πεπόνι από τη μια και μια κολοκύθα από την άλλη. Να κι ένας γάιδαρος φορτωμένος με το σαμάρι του. Κι άλλος ένας ξοπίσω του. Τώρα παραπάτησε, τα μπίστιξε που λένε στην ντοπιολαλιά, άδειασε χαμέ το κοφίνι που 'ταν γεμάτο σταφύλια και το αφεντικό του έτρεχε να προλάβει το κακό. Πιο κει, ένας κόκορας περιπατεί καμαρωτός καμαρωτός κι απέναντί του ένα χελιδόνι στον ουρανό αγναντεύει μια γυναίκα του χωριού καθώς κάνει να σηκώσει τη στάμνα της που ήταν αφημένη κάτω από ένα φουντωτό δέντρο.

«Πρέπει να το ‘χεις μέσα σου. Είναι τέχνη, δεν είναι κάτι που διδάσκεται τόσο εύκολα. Είναι έμπνευση. Αμα το ‘χεις, θα το κάνεις».

Οπου κι αν κοίταζα, μόνο ομορφιά αντίκριζα. Δεν ήταν τόσο η τεχνική που σφάνταξε στα μάτια μου, ήταν το συναίσθημα που χαρακτήριζε κάθε ζωγραφιά, που λειτουργούσε σαν δίαυλος επικοινωνίας με το σήμερα. Δεν ήταν ξερές, νεκρές ζωγραφιές, ήταν ζωντανές, εξέπεμπαν ζωή κι αγάπη.

Οπότε, προτού καν προλάβουμε να γνωριστούμε με την Κωστούλα, της ζήτησα την άδεια να φωτογραφίσω το εσωτερικό του σπιτιού, είπε ναι κι αυτή άναυδη από το γεγονός, όπως είπε, αφού ήμουν η πρώτη που έδινα σημασία στις ζωγραφιές του πατέρα της από όλους όσους γνωρίζουν την ύπαρξή τους. Κι έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μας.

«Μετά από πολλά χρόνια που επέστρεψα στο χωριό, μια από τις πολλές φορές που επισκεπτόμουν τους γονείς, είδα στον τοίχο κάποιες ζωγραφιές με λαδομπογιά. Προβληματίστηκα και ρώτησα τη μάνα μου ποιος έκανε αυτά τα έργα. Και μου είπε: “Ο πατέρας σου”! Δεν την πίστεψα, διότι ο πατέρας μου, όσο ήμαστε παιδάκια, ποτέ δεν μας είχε δείξει πώς ζωγραφίζουν, ούτε καν με μολύβι. Το μόνο που είχα σαν ανάμνηση ήταν ένα σκάλισμα που είχε κάνει σε δυο βαγένια που είχαμε στο κελάρι, με δύο βαρελόφρονες, ο ένας απέναντι στον άλλο, να πίνουνε κρασί. Ενα πολύ ελαφρό σκάλισμα γιατί δεν έπρεπε να πάρει αέρα το βαγένι, θα χάλαγε το κρασί, όπως καταλαβαίνεις».

● Δεν είχες δηλαδή ως παιδί την εικόνα του πατέρα σου να ζωγραφίζει;

Οχι, δεν ζωγράφιζε ποτέ. Πέρα από το σκάλισμα του βαγενιού και μια ζωγραφιά ενός Κολοκοτρώνη που είχε κάνει, θυμάμαι, πάνω σε έναν μαυροπίνακα με κιμωλία και μας έλεγε να μην το σβήσουμε, όχι, δεν έχω καμία άλλη εικόνα. Α, και τα γράμματά του που ήταν πανέμορφα, καλλιγραφικά, πλαγιαστά. Μέχρι τα χρόνια του 1980-82 που γύρισα και βρήκα τους τοίχους ζωγραφισμένους.

● Τον ρώτησες ποτέ για τις ζωγραφιές του;

Ο πατέρας δεν περηφανευόταν ποτέ. Δεν έλεγε τίποτα, γέλαγε. Δεν παινευότανε ότι τα είχε κάνει αυτός. Αλλά ούτε κι εξηγούσε. Ποτέ δεν μας έδειξε, παρά μόνο μας έλεγε: «Αν το έχετε, θα το κάνετε». Για να καταλάβεις, θα σου πω ότι εκτός από όλα όσα έκανε, πετράς, κουρέας, τσαγκάρης, ήταν και μπολιαστής αμπελιών. Και είχε «πολύ καλό χέρι» όπως έλεγαν οι συγχωριανοί αλλά κι όλοι όσοι από τα γύρω χωριά τον φώναζαν να τους μπολιάσει τα αμπέλια τους. Μέχρι που πέθανε, τον καλούσαν ακόμη. Γιατί από τις εκατό ρίζες που μπόλιαζε, του πιάνανε αν όχι οι ενενήντα εννιά, σίγουρα οι ενενήντα ρίζες. Με ό,τι κι αν καταπιανόταν, το έκανε καλά. Γι' αυτό τον φώναζαν και «Καλλιτέχνη». Υπήρχαν βέβαια και κανα-δυο ακόμη κεντρωτές, αλλά κανείς δεν είχε το «χέρι του».

● Για να γυρίσουμε στα έργα του.

Το λοιπόν, αυτές τις ζωγραφιές τις έκανε έναν χειμώνα, μέσα σε πέντε μήνες, όταν γυρνούσε από τα οργώματα στα χωράφια, όπως μου είπε η μάνα μου. Με λαδομπογιά είναι όλα φτιαγμένα. Παρατηρούσε τη ζωή στο χωριό, αυτά ήταν τα θέματά του, και τα αποτύπωνε.

Στο παραγώνι, εκεί που είχαμε τη σόμπα, έχει φτιάξει έναν τσοπάνη που φόραγε τη μάλλινη κάπα (τράγια ή κόζινες τις λέγαν τότες, ήταν από τρίχα γίδας κι ήταν αδιάβροχες, δεν περνούσε καθόλου νερό) παρέα με μια βοσκοπούλα, μεγάλη τότε σε ηλικία, συγχωριανή μας πράγματι. Και οι δυο τους κρατούν την γκλίτσα του τσοπάνη καθώς συνομιλούν.

Τα θέματά του πάντα τα πλαισίωνε με λουλούδια. Να, όπως εκεί, που οι εικόνες χωρίζονται με πεταλούδες και λουλούδια - λέει δείχνοντάς μου δυο κριάρια που κουτουλιούνται και προς το μέρος τους τρέχει ένας λαγός.

Μα η ζωγραφιά που μου αρέσει περισσότερο είναι αυτή του κυνηγού που κυνηγά δυο αλεπούδες. Μία μάλιστα έχει γυρίσει το κεφάλι της και τον κοιτά έκπληκτη - πράγματι, έτσι κοιτάζει τον κυνηγό η αλεπού, άναυδη, ανήμπορη να καταλάβει γιατί την πυροβολεί.

● Να πάμε και στη σάλα;

Η σάλα ανοίγει με τον ήλιο να ανατέλλει από τα βουνά. Στη γωνία. Και δίπλα είναι το σχολείο. Το 'χει στολίσει με δύο κυπαρισσάκια που τα χτυπάει ο άνεμος. Βλέπεις στο κίτρινο μονοπάτι αυτές τις σκούρες πιτσιλιές; Τον είχα ρωτήσει τότε «πατέρα, τι είναι αυτές οι πιτσιλίτσες;» και μου είχε απαντήσει: «Βρε κουτή, δεν βλέπεις; Τα παιδάκια είναι που πάνε σχολείο»! Τότε δεν το κατάλαβα, τώρα τα βλέπω πεντακάθαρα σαν ανθρωπάκια, λέει και γελά.

Κι από το σχολείο πάμε στις λιμνούλες με τη γέφυρα και τα παπάκια, μ’ έναν πελαργό να πετά αντάμα με χελιδόνια.

Η σάλα κλείνει με το αγαπημένο του θέμα, τα αμπέλια και τα σταφύλια. Τα αγαπούσε τα αμπέλια ο πατέρας. Καμιά φορά, θυμάμαι, πήγαινα κοντά του στα κεντρώματα για βοήθεια και του 'λεγα: «Πατεράκο, μάθε με να κεντρώνω κι εγώ». Και μου 'λεγε: «Δεν βλέπεις τι κάνω;» ή «Κωστούλα, πρέπει να το ‘χεις μέσα σου. Είναι τέχνη, δεν είναι κάτι που διδάσκεται τόσο εύκολα. Είναι έμπνευση. Αμα το ‘χεις, θα το κάνεις».

Ε, ο Κωνσταντίνος Τσαρδούνης το είχε. Εκαμε την τέχνη του σεμνά και ταπεινά και ξεφλόγιζε την ψυχή του. Οι ζωγραφιές του μείναν να δίνουν χρώμα και ζωή στο σπίτι, χαρά σε όσους έχουν την τύχη να τις αντικρίζουν. Είναι πινελιές ενός πολιτισμού που σβήνει λίγο λίγο, μιας ζωής που έβρισκε χαρά στη φύση, παρότι τόσο τους παίδευε για να βγάλουν το βιος τους.

ΝΗΣΙΔΕΣ
Αγριες μέλισσες εναντίον παρασιτοκτόνων: 1-0
Η Ευρωπαϊκή Ενωση αποφάσισε να μην ανανεώσει την άδεια κυκλοφορίας και χρήσης παρασιτοκτόνου το οποίο έχει ενοχοποιηθεί για βλαβερές επιπτώσεις στις μέλισσες και ανήκει στην Βayer.
Αγριες μέλισσες εναντίον παρασιτοκτόνων: 1-0
ΝΗΣΙΔΕΣ
Τα σύννεφα φωτιάς όλο και πυκνώνουν!
Τα σύννεφα φωτιάς δεν είναι πρωτόγνωρο καιρικό φαινόμενο. Πρωτοφανής είναι η συχνότητα με την οποία πλέον εμφανίζονται ● Εχουν την ικανότητα να δημιουργούν καταιγίδες που εκδηλώνονται με αστραπές, ισχυρές...
Τα σύννεφα φωτιάς όλο και πυκνώνουν!
ΝΗΣΙΔΕΣ
Η βιώσιμη διαχείριση
Το τοπίο της Ευρώπης αλλάζει. Οι πόλεις και οι υποδομές τους επεκτείνονται σε παραγωγικές γεωργικές εκτάσεις, κατακερματίζοντας το τοπίο σε μικρότερα τμήματα και επηρεάζοντας την άγρια πανίδα και τα...
Η βιώσιμη διαχείριση
ΝΗΣΙΔΕΣ
Χάνεται η γη κάτω από τα πόδια μας
Το έδαφος, ένα από τα βασικά συστατικά της γης, είναι ένα πολυσύνθετο και συχνά υποτιμημένο στοιχείο που σφύζει από ζωή. Δυστυχώς, ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη γη και το έδαφος στην Ευρώπη και...
Χάνεται η γη κάτω από τα πόδια μας
ΝΗΣΙΔΕΣ
Αντέχουμε άλλες απώλειες;
«Είμαστε σε αχαρτογράφητα νερά», δήλωσε η Γκλάντις Μπερετζικλιάν, πρωθυπουργός της Νέας Νότιας Ουαλίας, για την τραγική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Αυστραλία. Είναι όμως αχαρτογράφητα νερά μόνο για...
Αντέχουμε άλλες απώλειες;
ΝΗΣΙΔΕΣ
Με αρμονία και σεβασμό της φύσης
Μέλισσες όπως μέλι, μουσική όπως Μπετόβεν. Ή μάλλον όχι, μέλι όπως μουσική, μέλισσες όπως Μπετόβεν. Ο λόγος για τον Δημήτρη Νικολάου που έκανε τα δύο χόμπι του επάγγελμα
Με αρμονία και σεβασμό της φύσης

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας