Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
«Στο θέατρο εν αρχή ην... ο ηθοποιός»

Ο Αντώνης Βουγιούκας με τη σπουδαία Γαλλίδα ηθοποιό και σύζυγό του, Φρανσουάζ Σατό

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

«Στο θέατρο εν αρχή ην... ο ηθοποιός»

  • A-
  • A+

Σχεδόν πενήντα χρόνια στο ποιοτικό Θέατρο της Μασσαλίας, αλλά στην Ελλάδα λίγοι γνωρίζουν τη δουλειά και το μεγάλο έργο του σκηνοθέτη Αντώνη Βουγιούκα. Τον συνάντησα ένα από τα τελευταία καλοκαιρινά πρωινά και ειλικρινά λυπάμαι που δεν μπορώ να χωρέσω όλα όσα είπαμε για το θέατρο, την πολιτική και τη ζωή. «Μα γιατί δεν σας ξέρουμε στην Ελλάδα;» ήταν το πρώτο που τον ρώτησα.

«Νομίζω λόγω των media. Οταν παλιά ήταν διαφορετική η Ελλάδα, έστελναν ανταποκριτές, θυμάμαι κάποτε ο Πηλιχός έγραφε στα “Νέα” άρθρα τεράστια για μένα. Αλλαξαν όμως οι εποχές, άλλαξαν οι δημοσιογράφοι και φυσικά άλλαξαν και οι οικονομικές συνθήκες. Δεν στέλναν πια ανταποκριτές», μου απάντησε, και συνέχισε:

«Στην Ελλάδα μόνο πόλεμο μας κάνανε. Πόλεμο μας έκαναν θυμάμαι, γιατί ανέβασα δύο φορές το “Αξιον Εστι”, μια τεράστια δουλειά με 130 συντελεστές· με κατηγόρησαν ότι ευνοώ τον Θεοδωράκη. Να φανταστείτε το κοινό σε αυτή την παράσταση έμενε μέχρι τις 4 το πρωί. Και ήταν Γάλλοι, όχι Ελληνες! Ακόμα και όταν ήρθε ο ίδιος ο Θεοδωράκης δεν έγραψε κανείς τίποτα στην Ελλάδα. Ούτε όταν ανέβασα αρχαίες τραγωδίες. Μόνο το 1997 ο τότε διευθυντής του Φεστιβάλ της Αθηνών με κάλεσε να φέρουμε στην Επίδαυρο τον Οιδίποδα και την Αντιγόνη. Θυμάμαι ότι, αντί να γράψουν επί της ουσίας, γράψανε ότι στο τέλος της παράστασης ο κόσμος φώναζε “μπραβό” (γαλλικά) και όχι “μπράβο”. Οταν γύρισα λοιπόν στην Ελλάδα πριν από λίγα χρόνια, και παρέδωσα τη δουλειά μου στη Γαλλία, δεν είπα τίποτα. Δεν ήθελα να πω ποιος είμαι και τι έκανα. Δεν είχε καμία σημασία. Υποφέρω συναισθηματικά όταν σκέφτομαι τη στάση τους εδώ».

● Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Πώς ξεκίνησαν όλα;

Γεννήθηκα στην Αθήνα. Στα Σεπόλια. Ημουν κι εγώ απόφοιτος του ιστορικού 2ου Γυμνασίου Αρρένων, αυτό που σήμερα λέγεται «Θεόδωρος Αγγελόπουλος». Ηταν ένα καλό σχολείο, ακόμα συναντιόμαστε οι παλιοί συμμαθητές, ογδοντάρηδες όλοι. Ηταν μια εποχή αντίστασης, κυρίως ψυχικής αντίστασης· μετά τον εμφύλιο πόλεμο έπρεπε να αντέξουμε. Βρεθήκαμε σε ένα περιβάλλον φοβερά καταπιεστικό. Θέλαμε να αντιδράσουμε με κάθε τρόπο. Κι ο καθένας από εμάς διάλεξε τον τρόπο του. Αλλοι, οι περισσότεροι, δεν κάνανε τίποτα, άραζαν στα σπίτια τους. Εγώ μάλλον δεν ήμουν και τόσο φυσιολογικός άνθρωπος.

Δεκαεφτά χρονών ήμουν όταν με πλησίασε μέσα στο λεωφορείο ένας καθοδηγητής του ΚΚΕ, αρχίσαμε να συζητάμε και μου λέει: «Θέλεις να γίνεις κομμουνιστής;» Το ΚΚΕ για μένα ήταν το όνειρο. Είπα «ναι», θα το πάρω το ρίσκο. Και άρχισε τότε ένας πολύ ρομαντικός αγώνας για μένα.

Αλλά παράλληλα δεν μου έφτανε μόνο αυτό. Μαζευτήκαμε έξι άνθρωποι και ιδρύσαμε στον κήπο της μάνας μου, στο μαρμάρινο τραπέζι, την «Πανσπουδαστική» πριν ακόμα μπω στη Νομική. Κερδίσαμε τις εκλογές που έγιναν πρώτη φορά, το 1957, στο πανεπιστήμιο μετά το 1936. Μετά το πρώτο έτος αρνήθηκα τη δικηγορία. Αρχισα και να δουλεύω σε ένα κινηματογραφικό γραφείο.

Ενας από τους ιδιοκτήτες ήταν οπερατέρ. Ο Νίκος Μήλας. Μου λέει μια μέρα: «Ελα δω, ρε γυαλάκια». Με πήγε στο παράθυρο, άνοιξε τη μηχανή και άρχισε να μου εξηγεί διάφορα πράγματα. Κράτησε μισή ώρα αυτό. Και μετά μου λέει: «Εντάξει, τώρα φεύγουμε για την επαρχία, είσαι βοηθός μου».

● Με το θέατρο πώς έγινε και μπήκατε στον κόσμο του;

Το 1960 διάβασα ότι ο Διαμαντόπουλος κάνει σχολή. Ηταν ο μεγάλος μου θεατρικός έρωτας ο Διαμαντόπουλος. Λέω «θα πάω να δώσω εξετάσεις». Ηταν και η Μαρία Αλκαίου φυσικά, η σύντροφός του. Πήγαινα στον Εθνικό Κήπο, στο θέατρο του Διονύσου και μελετούσα. Εδωσα εξετάσεις. Πήγα να δω τα αποτελέσματα. Πουθενά το όνομά μου. Φεύγω με θλίψη και κλάματα να πάω στην Ακρόπολη να ηρεμήσω –εκεί κατέφευγα πάντα– μετά γύρισα για να δω ποιοι πέτυχαν και διαβάζοντας τη λίστα βλέπω «Αντώνης Βουγιούκας», εγώ κοίταγα πριν να με βρω στο επώνυμο, στο Β· η χαρά μου ήταν απερίγραπτη.

Ξαναδώσαμε δεύτερες εξετάσεις και τρίτες, και πέτυχα. Για μένα αυτή η σχολή ήταν ζωή ή θάνατος. Τίποτα άλλο δεν ήθελα. Βγήκα πρώτος όπως μου είπε τότε ο Κώστας Πίτσιος.

Θυμάμαι ότι σε ένα έργο που ανέβασα τότε έπαιξε κι ένας δικός σας, ο Περικλής Κοροβέσης. Κάποτε δώσαμε εξετάσεις στο πρώτο έτος και ο Διαμαντόπουλος ρωτάει κάτι κοπέλες: «Αυτή τη σκηνή από τις “Τρεις αδερφές” ποιος σας είπε να την παίξετε έτσι;» Λένε αυτές «μας βοήθησε ο Βουγιούκας», μετά ρώτησε κι άλλες ομάδες, του λέγανε «ο Βουγιούκας». Μου ζητούσαν να βοηθήσω, τι να έκανα; Μου λέει λοιπόν αυτός: «Και εγώ τι είμαι εδώ, μαλάκας;» Λέω «πάει χάθηκα»· άρχισε να τρέχει ο ιδρώτας ποτάμι ώς τα πόδια· με φωνάζει τελικά στο καμαρίνι του. Λέω στα παιδιά: «Τελείωσε θα με διώξει». Μπαίνω και μου λέει: «Από σήμερα θα είσαι βοηθός σκηνοθέτη και διευθυντής της σκηνής, άντε τσακίσου, φύγε!» Και αυτό ήταν.

● Και το Παρίσι πώς προέκυψε;

Το 1966 του είπα: «Ο,τι είχα να πάρω από εσένα και από τον Κουν το πήρα, θέλω να δω και παραέξω». Και πήγα στο Παρίσι με 100 γαλλικά φράγκα, που νόμιζα πως ήταν ένα τεράστιο ποσό και τελικά δεν έφταναν παρά μόνο για μερικά γεύματα.

Με βρήκε η δικτατορία στο Παρίσι. Το πρώτο βράδυ της δικτατορίας, όπως μου διηγήθηκε αργότερα ο πατέρας μου γεμάτος ενοχές, ήρθαν και χτύπησαν την πόρτα του σπιτιού μας και με ψάχνανε και ο πατέρας μου μου είπε κλαίγοντας: «Σε πρόδωσα, γιε μου, είπα ότι είσαι στο Παρισι!» Του λέω: «Βρε μπαμπά, μη στενοχωριέσαι. Δεν μπορούν να μου κάνουν τίποτα».

● Πώς γνωρίσατε τη σπουδαία Γαλλίδα ηθοποιό Φρανσουαζ Σατό, που αργότερα έγινε γυναίκα σας;

Εγώ τότε στη Γαλλία –ήμουν 3 μήνες εκεί– δεν είχα βρει κανέναν δικό μου ακόμα, μίλαγα στους τοίχους. Ωσπου μια μέρα, στον σταθμό του μετρό, στην απέναντι πλατφόρμα βλέπω τον Αγγελο Ελεφάντη, του φωνάζω, μου φωνάζει, τρελαθήκαμε από τη χαρά μας. Συναντιόμαστε πάνω στη γέφυρα, αγκαλιές, φιλιά – ήμασταν φίλοι από το πανεπιστήμιο. Μου λέει «έλα πάμε σε μια πλατεία να βρούμε κι άλλους».

Πάμε σε μια πλατεία, στις 14 Ιουλίου, ημέρα εορτασμού της κατάληψης της Βαστίλης, όπου η Σχολή Καλών Τεχνών είχε εκδηλώσεις. Παίζανε μουσική και χόρευαν οι Γάλλοι πιασμένοι χέρι χέρι όπως εμείς. Μου λέει κάποια στιγμή ο Νίκος Πολίτης, γιος του Λίνου Πολίτη: «Κοίταξε αυτήν την κοκκινομάλλα. Γιατί δεν πας να την πάρεις να χορέψετε;» – και πήγα. Ε, μετά χορέψαμε, ξανά χορέψαμε, πήγαμε στον Σικουάνα βόλτα· 47 χρόνια ζήσαμε από τότε μαζί, δεν χωρίσαμε στιγμή.

Τρελός έρωτας με μεγάλες δυσκολίες. Πεινάγαμε, δούλευα στη λαχαναγορά για να ζήσουμε. Μετά κατόρθωσα να δίνω μαθήματα υποκριτικής και κέρδιζα αρκετά χρήματα. Δεν με ενδιέφερε. Ηθελα να της προσφέρω. Σπουδαία ηθοποιός και σκηνοθέτιδα, πανέξυπνη γυναίκα. Τότε ήταν μεγάλο γεγονός ότι παντρευτήκαμε: «Ο Ελληνας που παντρεύτηκε τη Φρανσουαζ Σατό».

● Οταν έγινε η χούντα, πώς αντιδράσατε οι Ελληνες στο Παρίσι;

Οργανώθηκε η ΕΔΑ στο Παρίσι, όταν έγινε η χούντα. Ερχονταν άνθρωποι από τη Γερμανία, από τη Ολλανδία, όχι μόνο από τη Γαλλία, για να μας βοηθήσουν. Ετσι, όταν έρχονταν οι Ελληνες εξόριστοι, τους βοηθούσαμε, όπως ο Μπιτσάκης, ο Βότσης και πολλοί άλλοι. Υπήρχε τεράστια γενναιοδωρία των ανθρώπων τότε, φύσαγε κάτι, μια τέτοια διάθεση μέσα μας. Αλλά τελικά το σύστημα ήταν πιο ισχυρό και οι περισσότεροι από τους ανθρώπους τότε που ήθελαν να αλλάξουν τα πράγματα γίνανε μικροαστοί και βολευτήκανε.

● Γνωστά ονόματα της πολιτικής, όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, βρισκόταν σε επαφή μαζί σας;

Οχι. Κοίτα να δεις, γιατί οι Ελληνες είμαστε αφελείς: ο Καραμανλής «έφερε» τη χούντα με τη «βία και νοθεία» στις εκλογές και έφυγε με ψεύτικο διαβατήριο για να γλιτώσει. Ο Καραμανλής θα ξαναγυρίσει πάλι όμως μετά τη χούντα. Επομένως αυτοί οι άνθρωποι περίμεναν μόνο την ώρα τους. Και η ώρα τους ξαναήρθε.

● Νιώθετε πως διαψεύστηκαν οι προσδοκίες σας και τα όνειρα σας;

Το δικό μου όνειρο ήταν να κάνω θέατρο. Τότε είχα ανεβάσει τον «Ομηρο» του Μπίαν με προοπτική τα κέρδη να πηγαίνουν στις οικογένειες των πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα. Βέβαια το 1968 έγινε ο γαλλικός Μάης και χάθηκαν όλα. Τι κάναμε; Πηγαίναμε στα εργοστάσια και παίζαμε πάνω στα τραπέζια. Θέλαμε να συμμετάσχουμε οπωσδήποτε. Φυσικά το κίνημα το αρνήθηκαν δυο παρατάξεις: η Δεξιά και το Κομμουνιστικό Κόμμα. Μεγάλη απογοήτευση.

Στο Παρίσι είχαμε κάνει με τη Φρανσουάζ –που τότε δούλευε με τον μεγάλο Πολωνό σκηνοθέτη Γκροτόφσκι– το πρώτο γκρουπ θεατρικής έρευνας. Με τον Γκροτόφσκι γίναμε αργότερα, σιγά σιγά, πάρα πολύ φίλοι. Το 1969 η Φρανσουάζ πήγε για έναν χρόνο και δούλεψε μαζί του στην Πολωνία. Οταν γύρισε, μου είπε: «Ο Γκροτόφσκι θα κάνει κάποια σεμινάρια σε μια πόλη κοντά στη Μασσαλία, γιατί δεν πας κι εσύ μήπως σε πάρει;». Ανεβάσαμε τότε την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, η θεατρική έρευνα πήγαινε στην ψυχοσωματική έκφραση. Ημουν ο εκφραστής αυτού του κινήματος στη Γαλλία. Υπήρχαν φανταστικά πράγματα τότε όπως το Living Theatre στην Αμερική.

● Και πήγατε φαντάζομαι;

Πήγαμε, και πήραμε μαζί και έναν ηθοποιό από τον θίασο. Είδαμε ότι περίμεναν 400 άτομα. Παρουσιάσαμε τη δουλειά μας. Πρώτα όμως ο Γκροτόφσκι έκανε με όλους μια προσωπική συζήτηση. Τελικά πήρε 12 και ήμασταν μέσα ο Ντομινίκ κι εγώ. Ενα πρωί μού λέει ο Γκροτόφσκι: «Τι ανέβασες;» Του λέω την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Μου λέει «θέλω να τη δω». «Μα», λέω εγώ, «εδώ είναι οι δύο βασικοί ηθοποιοί, ο Ντομινίκ-Κρέοντας και η Φρανσουάζ-Αντιγόνη». «Θα τους πάρω και θα πάμε στο θέατρό σου», μου λέει, «αλλά εσύ θα μείνεις εδώ». Οντως πήγαν 850 χλμ. πίσω. Εγώ ανησυχούσα μήπως δεν έχει κόσμο. Αλλά ο θίασός μου φρόντισε να είναι γεμάτο το θέατρο κι ας ήταν 12 τα μεσάνυχτα. Ημουν «ο Αντώνης τους». Γύρισαν πίσω. Δεν μου είπε τίποτα. Μόνο μια βδομάδα αργότερα με κάλεσε ο διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου και μου λέει «θέλετε να έρθετε να διευθύνετε του χρόνου ένα σεμινάριο, όπως ο Γκροτόφσκι;». Λέω «ναι, με τη Φρανσουάζ και τον Ντομινίκ».

Γυρίσαμε το επόμενο καλοκαίρι και ξαναβρεθήκαμε με τον Γκροντόφσκι. Λατρέψαμε τη Μεσόγειο, τη θάλασσα, τον ήλιο· ήταν σαν παραμύθι, ήμασταν ευτυχισμένοι. Ξαναήρθε η γραμματέας. Μου λέει: «Ο διευθυντής θέλει να σας δει πάλι». Πάω και μου λέει ότι οι μαθητές μου ήταν γεμάτοι υγεία και γελαστοί, «αν θέλετε θα έρθετε με όλο τον θίασό σας εδώ και θα κάνετε τον μόνιμο θίασο του Εθνικού Θεάτρου;».

Μετά έμαθα ότι ο Γκροτόφσκι τού είχε πει ότι είμαι ο καλύτερος και να με πάρει. Βέβαια εννιά μήνες μετά μας ακύρωσε τα συμβόλαια, αλλά εμείς μείναμε εκεί. Βρήκαμε το πρώτο θέατρό μας και αργότερα μας κάλεσε η περιφέρεια για να μας δώσει το θέατρο «Gyptis», όπου έγινε η μόνιμη στέγη μας. Από τότε ανεβάσαμε πολλές μεγάλες παραστάσεις. Το 2013, που πέθανε η γυναίκα μου, παρέδωσα τα κλειδιά.

● Η Μασσαλία είναι μια πόλη με πολλούς μετανάστες. Πλησίαζαν το θέατρο;

Α, όταν πρωτοπήγαμε έβλεπα το κοινό, τους περαστικούς: αντί να κοιτούν μέσα στην τζαμαρία το θέατρο, κοίταγαν το φαρμακείο απέναντι! Λέω «αυτό δεν γίνεται!». Πήγα, βρήκα τον διευθυντή του ταχυδρομείου και συμφωνήσαμε σε κάθε πρεμιέρα να στέλνει και μια δωρεάν ονομαστική πρόσκληση στους 3.000 κατοίκους της περιοχής. Εγινε χαμός, σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται όλοι, και μετά το αγάπησαν.

Να φανταστείτε ότι, όταν πέθανε η γυναίκα μου το 2013 (ήμουν πολύ άσχημα για τρία χρόνια), κάποια στιγμή περπατούσα στον δρόμο και με σταμάτησε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων ανθρώπων, με αγκάλιαζαν και με φιλούσαν, λέγοντάς μου πως είχαν δει όλες τις παραστάσεις μου και… «τώρα είμαστε ορφανά». Ενιωσα μεγάλη συγκίνηση.

● Ποιον θεωρείτε κορυφαίο ρόλο στο θέατρο;

Την «Εκάβη». Εκεί η Φρανσουάζ ξεπέρασε τον εαυτό της. Πάντως τώρα τελευταία μού έρχονται ολόκληρα αποσπάσματα από τον «Αμλετ», που τα δίδασκα στη σχολή.

● Νοσταλγείτε τη Μασσαλία;

Ναι, μερικές φορές…, τη δουλειά μου…, τη δουλειά που κάναμε…

● Τι θα λέγατε σε έναν νέο άνθρωπο που θέλει να πλησιάσει το θέατρο;

Να πλησιάσει με σεμνότητα. Και να καταλάβει τι λέει το κείμενο που αποδίδει.

● Εν αρχή... εστί ο σκηνοθέτης ή ο ηθοποιός στο θέατρο;

Ο ηθοποιός βέβαια! Ο σκηνοθέτης είναι μόνο ένας διαμεσολαβητής ανάμεσα στο κείμενο και τον ηθοποιό…

ΝΗΣΙΔΕΣ
Με δύναμη και τόλμη από τη Θεσσαλονίκη
Υπήρξε το πρώτο θέατρο στην Ελλάδα που καθιέρωσε εναλλασσόμενο δραματολόγιο. Παράλληλα οργάνωσε σειρά λογοτεχνικών πρωινών με διακεκριμένους ομιλητές Το ΚΘΒΕ άντεξε μέσα στην κρίση και σήμερα βγαίνει...
Με δύναμη και τόλμη από τη Θεσσαλονίκη
ΝΗΣΙΔΕΣ
«Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια»
Είμαι στο «Θέατρο 104», η παράσταση «Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια» του Θωμά Τσαλαπάτη αρχίζει. Παρακολουθώ τις αγωνιώδεις προσπάθειες μιας γυναίκας να ανοίξει τις πόρτες των αναμνήσεών της, προσπαθώντας να...
«Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια»
ΝΗΣΙΔΕΣ
Η μία Σοφία για την άλλη... Σοφία
Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά το πρώτο του ανέβασμα στο Εθνικό Θέατρο, «O ουρανός κατακόκκινος», ο δυνατός μονόλογος της Λούλας Αναγνωστάκη, επανέρχεται στο θεατρικό σανίδι υπό τη σκηνοθετική ματιά της Σοφίας...
Η μία Σοφία για την άλλη... Σοφία
ΝΗΣΙΔΕΣ
Γράμματα στη Νόρα
Η Πηνελόπη Φλουρή και η ομάδα της, Abnormal, κατόρθωσαν κάτι πραγματικά θαυμάσιο. Το ανέβασμα ενός ιδιαίτερου κειμένου, που δεν είναι καν κείμενο: Πρόκειται για το «Γράμματα στη Νόρα», το εμβληματικό έργο του...
Γράμματα στη Νόρα
ΝΗΣΙΔΕΣ
Η Ιστορία «γράφεται» με τις αισθήσεις
Το μουσικό έργο «Ανάμνηση Σμύρνης», θα παιχτεί για μία και μόνη φορά, αύριο Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου, στο Ηρώδειο. Δεκάδες τραγουδιστές, μουσικοί, χορευτές και ηθοποιοί θα προσπαθήσουν να «αναδημιουργήσουν», όλη...
Η Ιστορία «γράφεται» με τις αισθήσεις
ΝΗΣΙΔΕΣ
«Δεν υπάρχουν ήρωες πια στην πολιτική»
Συνάντηση με ένα μυθικό πρόσωπο για τον ελληνικό κινηματογράφο και την ελληνική Αριστερά, τον σκηνοθέτη, ποιητή, συγγραφέα Ροβήρο Μανθούλη.
«Δεν υπάρχουν ήρωες πια στην πολιτική»

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας