Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Νικολιό, Νικολή, Νικόλα!

Αϊβαζόφσκυ Ιβάν «Η ανατίναξη της μονής του Αρκαδίου», 1867. Εθνική Πινακοθήκη

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Νικολιό, Νικολή, Νικόλα!

  • A-
  • A+

Νικολιό, Νικολή, Νικόλα! Με όλα τα ονόματα τον φωνάζαμε στη γειτονιά, σε όλα άκουγε· κι απότομα γύριζε το κεφάλι, και το ξανθό, αχτένιστο τσουλούφι, στην ξαφνική αλλαγή κατεύθυνσης, ακολουθώντας τους νόμους της φυσικής, σκέπαζε το αριστερό μάτι, εμποδίζοντας την αναγνώριση του καλούντος...

Κι έτσι, συνήθως, το μικροσκοπικό αντράκι, με το κοντό παντελονάκι και τις μόνιμα πεσμένες κάλτσες, φύσαγε ανέμελα με την άκρη των χειλιών, για να σηκώσει την πεσμένη φράντζα.

Νευρώδες, μικροκαμωμένο, αεικίνητο, «σαμιαμίδι», θύμιζε μπουρλοτιέρη, που θα ταίριαζε σαν πλήρωμα σε ένα από εκείνα τα καϊκάκια γεμάτα πίσσα και μπαρούτι, που ο Κανάρης έστελνε δώρο στις φουνταρισμένες έξω απ' τα λιμάνια τούρκικες κορβέτες.

Ο Νικολής της γειτονιάς μας... Το τι ξύλο είχα φάει, δεν περιγράφεται. Το αγορίστικο «τσούρμο» της γειτονιάς μου δεν σήκωνε αμφισβητήσεις κι έτσι, σε πρώτη ευκαιρία, έπρεπε να αποδεικνύουμε ότι ανήκαμε στους σκληρούς της ιεραρχίας, και όχι με λόγια...

«Παλεύουμε;»

Δεν σ' έπαιρνε να κάνεις πίσω. Πιανόμασταν απ' τα μάλλινα πουλοβεράκια κι αρχίζαμε τις λαβές, τις μπουνιές και τις κλοτσιές.

«Παραδίνεσαι;»

Οποτε πάλευα μαζί του, τις περισσότερες φορές, βρισκόμουν με την πλάτη στο χώμα και το γόνατό του στο στήθος να μου κόβει την ανάσα.

«Παραδίνεσαι;»

Δεν είπα ποτέ «ναι». Με λυπόταν ο Νικολής, ξέσφιγγε τη λαβή και μου 'δινε το χέρι να σηκωθώ. Στεκόμουν όρθιος, μόνος, χωρίς τη βοήθειά του, με τα γόνατα ματωμένα, μ' ένα μανίκι σκισμένο και γδαρμένους αγκώνες.

Δαγκωνόμουν, σαν να μην είχε γίνει τίποτα, και ξεσκόνιζα, δήθεν αδιάφορα, τα χώματα απ' το παντελονάκι, ενώ το αίμα έτρεχε απ' το πληγωμένο γόνατο και το δάκρυ απ' την πληγωμένη περηφάνια.

«Την άλλη φορά, δε στη χαρίζω», του δήλωνα, λες κι εγώ ήμουν ο νικητής.

Εκανε να με μουντάρει, μα είχα ήδη απομακρυνθεί και φτάνοντας σε απόσταση ασφαλείας, του πέταγα:

«Την άλλη φορά, θα στο ανοίξω το κεφάλι, Τούρκε, ε Τούρκε».

Ηξερα πως αυτό πόναγε πιο πολύ κι από γροθιά...

Τότε έσπαγε ο Νικολής, ο πυρπολητής, κι ένα δάκρυ έτρεχε απ' το μάτι που του είχα με τη σειρά μου γδάρει κατά τη διάρκεια της παιδικής μας πάλης.

Δεν ήταν κρυφό. Είχε γίνει προσωνύμιο. Φανερό. «Ο Τούρκος»... Και δεν ήταν ο μόνος που είχε πάρει αυτόν τον υποτιμητικό, για την αγοροπαρέα, τίτλο, μόλις πριν από μερικούς μήνες, εκείνο το μακρινό φθινόπωρο του '64.

Ηταν όλα εκείνα τα παιδάκια που μπερδεμένα, ξαφνιασμένα, εμφανίστηκαν ένα πρωί στη γειτονιά, με τις βαλίτσες στα χέρια, και το επόμενο πρωί στο σχολείο μας.

«Καρατζάς Νικόλαος».

«Παρών!»

«Διομήδης Δημήτριος».

«Παρών!»

«Αβραμίδου Βασιλική».

«Παρούσα!»

«Ψαλτόγλου Παντελής».

«Παρών!»

«Μελά Ειρήνη».

«Παρούσα!»

«Πεντζέρογλου Παναγιώτης».

«Παρών!»

Μπερδεμένα... Είχαν αφήσει μια πατρίδα για να βρουν μιαν άλλη, τη «Μητέρα», και από την πρώτη κιόλας μέρα τα αδέλφια τους τούς υποδέχονταν με κάζο και πλάκα...

«Τούρκε! Τούρκε!»

«Δεν είμαι Τούρκος, Ελληνας είμαι!»

Δεν ήταν η πρώτη φορά...

Τα ίδια είχαν γίνει 1.100 χιλιόμετρα μακρύτερα, σε κάποια παρόμοια σοκάκια, ένα πρωινό ή ένα σούρουπο. Μόνο τα ονόματα των παιδιών άλλαζαν.

Χαλίλ, Σαλί, Αρντά... «Ελληνα, Ελληνα... Γιουνανί».

Εδώ όμως δεν έκλαιγε. Ηταν περήφανος που ήταν «Ρωμιός». Στο Ζωγράφειο πρόλαβε τρεις τάξεις, πριν τους βάλουν στο τρένο για Αθήνα. Ρωμιούς δασκάλους είχε, Ελληνικά μιλούσαν στο σπίτι, αλλά εδώ από την πρώτη μέρα που πάτησε το πόδι του στη γειτονιά έπρεπε να λέει και να ξαναλέει τα ίδια:

«Ελληνας είμαι».

Πλησίαζε η 25η Μαρτίου, και μετά την πρωινή προσευχή στο προαύλιο του σχολείου ακουγόταν ο διευθυντής από τα μεγάφωνα.

«Ολες οι τάξεις, πλην της Πρώτης, αύριο στις δέκα στην αίθουσα εκδηλώσεων, με τους δασκάλους τους, διά την προετοιμασίαν της Εθνικής μας Εορτής, και, παρακαλώ, κόσμια εμφάνιση».

Ξέραμε τη μετάφραση του «κόσμια εμφάνιση», την έμαθε κι ο Νικολής καθώς και όλοι οι νεοαφιχθέντες επισκεπτόμενοι το κουρείο της γειτονιάς.

Ο Τάκης, ο κουρέας, κόντυνε ό,τι άταχτο περίσσευε στο κεφάλι μας και, μεταξύ των άλλων, και την ατίθαση φράντζα που σκέπαζε το αριστερό μάτι του Νικολή.

Το άλλο πρωί, η αίθουσα εκδηλώσεων του σχολείου γέμισε φρεσκοκουρεμένα κρανία και παιδικές φωνές.

«Ησυχία!»

Με κατάλογο στο χέρι, έδινε ο διευθυντής τις οδηγίες.

«Εκτη τάξη, πρώτο τμήμα: “Ο χορός του Ζαλόγγου” και “Μεσολογγίτισσες”. Δεύτερο τμήμα: “Το κρυφό σχολειό”. Πέμπτη τάξη: το “Κυπαρίσσι του Μιστρά”. Τετάρτη τάξη: τον “Ευαγγελισμό της Θεοτόκου”. Δευτέρα τάξη: “Η Δέσπω κάνει πόλεμο” και, τέλος, Τρίτη τάξη: η “Καταστροφή του Δράμαλη”. Να πείτε στους γονείς σας να φροντίσουν για τις στολές, για ό,τι δεν βρεθεί στο βεστιάριο του σχολείου. Τους ζυγούς λύσατε. Στις τάξεις σας».

Και πού μυαλό για μάθημα τις επόμενες μέρες... Τα αγοράκια του σχολείου ονειρεύονταν γιουρούσια, μπαρουτοκαπνισμένα καριοφίλια, ποτισμένες απ' τον ιδρώτα και τον κάματο φουστανέλες και κλέφτικα τραγούδια.

Ολα ονειρεύονταν να παίξουν έναν από τους ήρωες που κρέμονταν στους τοίχους του σχολείου, κι όταν ήρθε η ώρα που ο δάσκαλος θα μοίραζε τους ρόλους, έπεσε σιγή τάφου.

Στο άκουσμα του ονόματος του Κολοκοτρώνη, του Νικηταρά, του Τζαβέλλα, του Μπότσαρη, ακόμα και του Πλαπούτα και του Παπαφλέσσα, τα παιδικά χεράκια υψώθηκαν ώς το ταβάνι και οι άγουρες φωνούλες τους ακούγονταν σα μελίσσι.

«Εγώ, κύριε· εγώ, κύριε· εγώ, κύριε!»

Μα πάλι έπεσε σιγή τάφου όταν ακούστηκε

«Δράμαλης; Μαχμούτ Πασάς; Να σηκώσουν τα χέρια όσοι θέλουν να τους υποδυθούν».

Ολα έμειναν ζαρωμένα, με το κεφάλι σκυμμένο, μη και κάνει το λάθος ο δάσκαλος και τα δείξει...

Επανέλαβε την ερώτηση, σιωπή ήταν η απάντηση...

«Εσύ, Καρατζά, που προέρχεσαι κι απ' την Πόλη, δεν θέλεις να παίξεις τον Δράμαλη; Μαθαίνω πως μιλάς και άριστα την Τουρκικην...»

Το αναφιλητό σταμάτησε σαν κόμπος στον λαιμό, κι ο Νικολής δαγκώθηκε και την ίδια στιγμή ένιωσα να χτυπά το αίμα στους κροτάφους, και χωρίς να το πολυσκεφτώ πετάχτηκα όρθιος: «Εγώ, κύριε! Εγώ θέλω να παίξω τον Δράμαλη, εγώ, σας παρακαλώ!»

Με κοίταξε πάνω απ' τα πρεσβυωπικά του γυαλιά, που είχαν κατέβει στην άκρη της μύτης του: «Καλώς. Κι ο Καρατζάς θα ερμηνεύσει τον Μαχμούτ Πασά. Θα συνεργαστείτε εσείς οι δύο».

Ετσι, από άσπονδοι εχθροί, γίναμε οι καλύτεροι φίλοι, εγώ κι ο Νικολής. Μαζί νικηθήκαμε στο πάλκο του σχολείου μας, μαζί θρηνήσαμε για την ήττα μας, μαζί περάσαμε τα υπόλοιπα σχολικά μας χρόνια...

Χαθήκαμε. Μετακόμισε κάπου στο Φάληρο, ήρθαν τα φοιτητικά χρόνια, μας παρέσυραν... Κι οι παιδικοί φίλοι έγιναν ασπρόμαυρες φωτογραφίες στο οικογενειακό άλμπουμ.

Πολλά χρόνια μετά, σε κάποιο ταξίδι μου στην Πόλη, βρέθηκα σε κάποια εκδήλωση του προξενείου.

Τον είδα από μακριά και, παρά τα κιλά που είχε πάρει και τον χρόνο που μεταμορφώνει, τον αναγνώρισα από την κίνηση, τη σπιρτάδα, το νεύρο, ίδιο με εκείνο που είχε στη σκηνή του σχολείου μας...

«Μαχμούτ Πασάς;!»

«Δράμαλης;!»

Αγκαλιαστήκαμε.

Μας πρόλαβε ένας υπάλληλος.

«Γνωρίζεστε με τον κύριο Πρόξενο; Χτίζει γέφυρες...»

«Είμαι σίγουρος... Από παιδί»

 

ΝΗΣΙΔΕΣ
Καραμανλής κατέφθασε
Μάρτιος 1978. Τριγυρνάμε στους δρόμους της Καλαμάτας μαζί με το συνεργείο και τον Γιώργο Κοζομπόλη, τον πρωταγωνιστή και κεντρικό χαρακτήρα της ταινίας «Ο Γιώργος από τα Σωτηριάνικα», συναντάμε γνωστούς και...
Καραμανλής κατέφθασε
ΝΗΣΙΔΕΣ
Αστραφτεροί ήρωες
Ετούτο το χωριό του Ασπροπόταμου, σβήστηκε εντελώς από τον χάρτη. «Πού πήγαν οι άνθρωποι», ζήτησα να μάθω από τον πατέρα μου, όταν είχαμε βρεθεί για δικούς μου, θεραπευτικούς λόγους σ' εκείνα τα μέρη, στα...
Αστραφτεροί ήρωες
ΝΗΣΙΔΕΣ
Η γενναία παρέλασις
Μάρτης του 1973. Η μάνα μου ξεφόρτωνε τα ξύλα από τη γριά μας γαϊδούρα, επιβεβαιώνοντας το «Μάρτης γδάρτης». Πλησίασα με χαρά και της είπα: «Μάνα, θέλω ρούχα για την παρέλαση μεθαύριο».
Η γενναία παρέλασις
ΝΗΣΙΔΕΣ
Δικαιοσύνη στο χθες για τη φιλία τού αύριο
​Με την ονομασία «Σεπτεμβριανά» έμεινε στην ιστορία το οργανωμένο πογκρόμ τη νύχτα της 6ης Σεπτεμβρίου του 1955 στην Κωνσταντινούπολη. Η «νύχτα των κρυστάλλων» για τους Ελληνες της Πόλης. Συναντηθήκαμε με...
Δικαιοσύνη στο χθες για τη φιλία τού αύριο
ΝΗΣΙΔΕΣ
Τα ξύλινα τείχη έσωσαν τον αγώνα
Καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία του πρώτου χρόνου της Επανάστασης του 1821 είχε η άμεση επέκτασή της στη θάλασσα. Βέβαια, και τα επόμενα χρόνια οι επαναστατημένοι Ελληνες πέτυχαν σημαντικές νίκες στη θάλασσα...
Τα ξύλινα τείχη έσωσαν τον αγώνα
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Τούρκος στα Πομακοχώρια
Επτάμισι ολόκληρα χρόνια μετά την άτυπη χρεοκοπία του Ελληνικού Δημοσίου και την κατάδυσή μας στην κόλαση των αλλεπάλληλων μνημονίων, κάποιοι εξακολουθούν να θεωρούν την Τουρκία το βολικότερο φόβητρο για τον...
Τούρκος στα Πομακοχώρια

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας