Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Η γενναία παρέλασις

Γκος Νικολά-Λουί-Φρανσουά «Η μάχη της Ακρόπολης», 1827. Εθνική Πινακοθήκη

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Η γενναία παρέλασις

  • A-
  • A+

Μάρτης του 1973. Η μάνα μου ξεφόρτωνε τα ξύλα από τη γριά μας γαϊδούρα, επιβεβαιώνοντας το «Μάρτης γδάρτης». Πλησίασα με χαρά και της είπα: «Μάνα, θέλω ρούχα για την παρέλαση μεθαύριο».

«Τι ρούχα;» μου απάντησε η μάνα μου.

«Ασπρο πουκάμισο, μπλε πουλόβερ, μπλε σακάκι, μαύρο ή μπλε παντελόνι, μαύρα παπούτσια και κάλτσες».

«Ναι, παιδάκι μου, τώρα τα κουβάλησα με τα ξύλα. Να μην πας».

«Πρέπει, μάνα, είναι υποχρεωτικό και λέω και ποίημα», είπα.

Το βράδυ κι άλλες εντάσεις με τη μάνα μου περί της στολής μου. Τελικά ελήφθη η απόφαση, δηλαδή η μία και μόνη εφικτή λύσις: «Θα πάω στην κουμπάρα τη θεία Βασίλω», είπε η μάνα μου.

Η θεία Βασίλω είχε βαφτίσει την αδελφή μου τη Γιαννούλα και ήταν γυναίκα του προέδρου στην κοινότητά μας, τις Μηλιές της Ηλείας. Ηταν και ταχυδρόμος στο επάγγελμα, συνταξιούχος πια. Η μάνα μου παραδούλευε εκεί, χρόνια τώρα, για να μας μεγαλώσει, γιατί μεγάλες ανάγκες είχαμε και η φτώχεια ήταν μόνιμη κάτοικος στη μικρή μας πλίθινη χαμοκέλα. Εγώ το 1973 πήγαινα στη Β' γυμνασίου στο χωριό Δούκα της Ορεινής Ηλείας. Οι Δουκαίοι κρατούσαν με τα δόντια το γυμνάσιο, γιατί το χωριό είχε σχεδόν ερημοποιηθεί. Εγώ, λοιπόν, τότε ήμουν ένα κοντό λιπόσαρκο παιδί ζυγίζοντας μόνο 35 κιλά. Καλός μαθητής ήμουν, αλλά ολίγον τεμπέλης. Το γυμνάσιο απείχε από το χωριό μου 3 χιλιόμετρα, που καλύπταμε με τα πόδια κάθε μέρα, πρωί και μεσημέρι.

Το ίδιο βράδυ, λοιπόν, στο σπίτι η μάνα μου έφερε ένα μπογαλάκι με ρούχα. Τα ρούχα, δηλαδή, της στολής μου για την παρέλαση. Μόνο που υπήρχε ένα προβληματάκι. Οχι γιατί δεν είχαμε συνηθίσει στα αποφόρια, κάθε άλλο μάλιστα, όλη η ζωή μας ένα αποφόρι ήταν. Τα ρούχα ήταν του μπαρμπα-Γιώργη του ταχυδρόμου, υψηλοτάτου ανδρός και ευσώμου. Το πουκάμισο το λευκό ήταν της μεγάλης φίρμας των Αθηνών «Lentzos», με καταγωγή των ιδρυτών της από το χωριό μας, και αισθανόμουνα μια περηφάνια. Μου έφθανε ώς τις φτέρνες μου. Το σώμα μου ήταν όλο κι όλο δυο κουμπιά, ο γιακάς του έφτανε μέχρι τον αφαλό μου. Το ίδιο με το σακάκι και το παντελόνι. Δυο φορές και πλέον με χωρούσε. Η μάνα μου τα μεταποίησε προχείρως και προσωρινώς με παραμάνες και άλλα, και αφού τα πρόβαρα καμάρωνα σαν γύφτικο σκεπάρνι.

«Φτου σου, γέρο μου, κορμοστασιά μου, φτου σου μη σε ματιάσω», μου είπε η γιαγιά μου ρουφώντας βαθιά το σέρτικο σκέτο τσιγάρο της.

Βάψαμε και τις ελβιέλες μαύρες, μπαλώσαμε και τις κάλτσες και το ζιλέ του πατέρα μου και όλα εντάξει.

Με αυτά και μ’ αυτά το πρωί να 'μαι ολοκαίνουργιος με τους συμμαθητές μου στον δρόμο για το γυμνάσιο. Ολοι ήμαστε μέσα στην καλή χαρά, ντυμένοι στα γαλανόλευκα και το εθνικόν ηθικό ήτο ημίψηλον ως καπέλον. Σε λίγο παραταχθήκαμε σε δυο παρατάξεις, μία τα αγόρια και μία τα κορίτσια, και με βήμα στρατιωτικό κάτω απ’ τους ήχους της τρομπέτας και των δύο τυμπάνων, και τραγουδώντας παιάνες και ένδοξα εθνικά τραγούδια, χούντα γαρ, εφθάσαμε στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου για τη δοξολογία. Εγώ απ’ όλη αυτή τη διαδικασία είχα ήδη πρόβλημα. Η πανοπλία μου είχε σχεδόν διαλυθεί. Με το ζόρι κρατούσα το παντελόνι μου στη θέση του. Η ζώνη του πατέρα μου ήταν διπλή στη μέση μου, αλλά ως σουβλί που ήμουν δεν μπορούσε να κρατήσει το διπλογυρισμένο βαρύ μου παντελόνι. Μάλιστα, επειδή ήμουν και ο κοντύτερος και η τελευταία σειρά –ανά τρεις ήταν η κάθε σειρά– έπρεπε να κλείνει αξιοπρεπώς την παράταξη με είχαν βάλει στην προτελευταία μόνο μου, λόγω ελλείψεως άλλων παρελαυνόντων μαθητών.

Τα τιμώμενα πρόσωπα ήταν στο υπερυψωμένο τσιμέντο του καφενείου, στη δεξιά μεριά του δρόμου στην είσοδο της πλατείας στην επιστροφή μας από την εκκλησία: ο πρόεδρος και ο γραμματέας της κοινότητας, ο δικολάβος, κρατώντας στα χέρια του τη μαύρη του ρεπούμπλικα, και ο μονοπώλης. Πιο δίπλα κάθονταν, σε δεύτερο πλάνο, οι δυο καλατζήδες, η συμπαθεστάτη επιστάτρια του γυμνασίου και ο μπαρμπα-Μήτσος ο καφετζής με την άσπρη ποδιά και τον δίσκο παραμάσχαλα. Εγώ αυτούς κοιτούσα γυρίζοντας την κεφαλή δεξιά. Αυτούς εκτιμούσα, δηλαδή, εκείνους τους δεύτερους. Οταν περάσαμε μπροστά τους με βήμα καμαρωτό και παντελόνι κρατούμενο, με πατάει στη φτέρνα ο πισινός μου παρελαύνων και μου βγαίνει το έτσι κι αλλιώς ασταθές παπούτσι μου και φάνηκε η σκισμένη μου κάλτσα. Τι ντροπή, μπήκα στη γης, όπως έλεγε η γιαγιά μου. Λες και όλοι εμένα κοιτούσαν και την τρύπα στην κάλτσα μου.

Οταν τελειώσαμε την παρέλαση παραταχθήκαμε μπροστά από το ηρώο για να γίνουν οι ομιλίες, οι καταθέσεις στεφάνων και οι απαγγελίες των ποιημάτων. Ηρθε, λοιπόν, και η σειρά μου. Ανέβηκα στο ξύλινο βάθρο και με σιγουριά και θεατρικότητα άρχισα να απαγγέλλω το ποίημα για τον Αθανάσιο Διάκο: «Τρία πουλάκια κάθονταν στου Διάκου το ταμπούρι» και για να τονίσω την αξιοπιστία των λεγομένων μου έκανα και τις αντίστοιχες κινήσεις με το δεξί μου χέρι. Με το αριστερό κρατούσα πάντα μέσα από την τσέπη το παντελόνι μου. Στον τελευταίο στίχο που έλεγε: «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε ν’ αποθάνω», ξεχάστηκα και συνεπαρμένος από τα λόγια του ποιήματος σήκωσα και το αριστερό μου χέρι ψηλά. Και τότε κατέρρευσαν τα πάντα, κυρίως το παντελόνι μου, και φάνηκε το άσπρο μου πουκάμισο που έφθανε ώς τις φτέρνες μου.

Κατέβηκα κατακόκκινος, κατηφής και μόνος από το εξαίσιον βάθρο και δεν ξαναέκανα ποτέ άλλην γενναίαν παρέλασιν.

 

ΝΗΣΙΔΕΣ
Καραμανλής κατέφθασε
Μάρτιος 1978. Τριγυρνάμε στους δρόμους της Καλαμάτας μαζί με το συνεργείο και τον Γιώργο Κοζομπόλη, τον πρωταγωνιστή και κεντρικό χαρακτήρα της ταινίας «Ο Γιώργος από τα Σωτηριάνικα», συναντάμε γνωστούς και...
Καραμανλής κατέφθασε
ΝΗΣΙΔΕΣ
Νικολιό, Νικολή, Νικόλα!
Νικολιό, Νικολή, Νικόλα! Με όλα τα ονόματα τον φωνάζαμε στη γειτονιά, σε όλα άκουγε· κι απότομα γύριζε το κεφάλι, και το ξανθό, αχτένιστο τσουλούφι, στην ξαφνική αλλαγή κατεύθυνσης, ακολουθώντας τους νόμους...
Νικολιό, Νικολή, Νικόλα!
ΑΠΟΨΕΙΣ
Η σημαία ως έπαθλο βαθμολογικής αξιολόγησης
Μέχρι τώρα, σημαιοφόρος στο Δημοτικό σχολείο οριζόταν ο καλύτερος μαθητής/τρια. Αν δεχτούμε όμως ότι η σημαία συμβολίζει την αγάπη για την πατρίδα οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι καμία σχέση δεν μπορεί να έχει...
Η σημαία ως έπαθλο βαθμολογικής αξιολόγησης
ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Το σχολείο των επωνύμων
Το ιστορικό κτίριο στα Κάτω Πατήσια δεν διαθέτει εντυπωσιακά αρχιτεκτονικά στοιχεία, έχει όμως ενδιαφέρουσα ιστορία που γίνεται επίκαιρη με αφορμή την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς.
Το σχολείο των επωνύμων
ΕΛΛΑΔΑ
Εμπρός η «αριστεία» και ο εθνικισμός
Κάθε μέρα που περνάει η υπουργός Παιδείας προσθέτει στη λίστα νέες αποσύρσεις ρυθμίσεων επί ΣΥΡΙΖΑ, με στόχο φυσικά να τις εξαφανίσει όλες και να επανέλθει η παιδεία στην προτέρα κατάσταση.
Εμπρός η «αριστεία» και ο εθνικισμός
ΝΗΣΙΔΕΣ
Επεισοδιακές εκλογές και αλαλούμ με 40 έδρες
Το πρώτο... πείραμα κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα «βούλιαξε» στη βία και τη νοθεία. Στις εθνικές εκλογές, που έγιναν 23 χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821 η έκφραση της λαϊκής βούλησης έμεινε μόνο στα......
Επεισοδιακές εκλογές και αλαλούμ με 40 έδρες

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας