Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Γδάρτης και παλουκοκαύτης

Αγνωστος, «Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη». Εθνική Πινακοθήκη

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γδάρτης και παλουκοκαύτης

  • A-
  • A+

Κάθε εποχή έχει τη μυρωδιά της. Το καλοκαίρι μυρίζει λίπος. Το φθινόπωρο βροχή. Ο χειμώνας στην παγωνιά του σούρουπου έχει μια μυρωδιά μεταξύ κάρβουνου και μετάλλου: δίχως άνεμο μα και δίχως άπνοια, το δέρμα τανυσμένο, η όραση διαυγής, ο λάρυγγας διεσταλμένος μ’ ένα αίσθημα σαν κάποιος κάπου κάτι να καίει χωρίς καπνιά, μ’ εκείνη τη φωτιά που λέγεται ότι καθαρίζει τον λοιμό.

Η άνοιξη ζέχνει αίμα. Ομως όχι εκείνο το άγλυκο αίμα που μοιάζει κι εκείνο με μέταλλο και η γεύση του στέκει σε κάποια ακρούλα, στο κατά λάθος δαγκωμένο ακρόχειλο ή στο κατά λάθος τρυπημένο από μια βελόνα ακροδάχτυλο που βάζουμε ενστικτωδώς στο στόμα. Θυμάμαι κάποτε, λίγες μέρες πριν απ’ την Κυριακή του Πάσχα, είδα τις ταράτσες πλημμυρισμένες από αραιωμένα αίματα και φρόκαλα να τα σπρώχνουνε στα σιφόνια, ποτάμια έτρεχαν αφρίζοντας ίσαμε κάτω στις κατηφόρες κι όλος ο τόπος ζωοκοπούσε. Κρέατα, έντερα, αίματα. Και νοτιάδες. Σκόνη και λάσπη. Πάλι Πάσχα ήταν όταν άκουσα ξαφνικά ένα βέλασμα –στην πόλη!– και βγαίνοντας είδα σε μια ταράτσα μια προβατίνα. Την κοιτούσα με το κοτσιμπιδιασμένο μαλλί κι αυτά της τα φοβερά δόντια των προβάτων, δόντια προτεταμένα, αραιά, δόντια ανθρώπου, δόντια ανθρώπου στην αρχή των γηρατειών. Μία μέρα μετά, είδα έναν γέρο να παίρνει το ζώο πίσω απ’ το δώμα. Δεν το ξανάδα. Είδα μόνο τον γέρο να βγαίνει λίγο μετά κρατώντας μια σπλήνα.

Τέλος πάντων, τα πρόβατα μου θυμίζουν πάντοτε μια σκηνή που είχα δει παιδί σε μια ταινία για το 1821. Ενας Ελληνας κι ένας Τούρκος μονομαχούσαν, δεν ήξερα ποιος είναι ποιος, και οι δυο προβιές φορούσαν. Θυμάμαι πώς το σπαθί του ενός διαπέρασε το σώμα του άλλου και βγήκε απ’ την πλάτη. Υστερα θυμάμαι τον χορό των συμπολεμιστών πλάι στο πτώμα, γιόρταζαν τον θάνατο (μάλλον θα ήταν ο Ελληνας ο ηττημένος, εκτός αν θυμάμαι άλλη σκηνή, από άλλη ταινία, κι όλα έχουν γίνει μες στο κεφάλι μου εικόνες δεμένες τρελά σαν όνειρα). Θυμάμαι μια μαυροντυμένη γριά, τη μητέρα του, να ρωτάει πού λαβώθηκε ο γιος της –τότε πρωτοάκουσα το ρήμα «λαβώνω»–, να της απαντούν πως λαβώθηκε στο στήθος κι εκείνη να βροντοφωνάζει στους συντρόφους να χορέψουν, να συνεχίσουν τη γιορτή. Ο γιος της πέθανε σαν ήρωας, εάν είχε λαβωθεί στην πλάτη θα πέθαινε σαν δειλός. Εδώ πάντοτε συλλογιζόμουν: η λεπίδα διαπέρασε το σώμα, ήσαστε εκεί και είδατε, έστω κι αν μπήκε από μπροστά· αν ήταν κρυφή η πάλη, πώς θα ξέρατε από πού μπήκε; Κι αν τον γενναίο τον χτυπούσε κάποιος πισώπλατα στη μάχη, δεν θα ’ταν άδικο να τον αποκαλέσουν δειλό; Κι ο θάνατος θέλει κάποια τύχη. Θυμάμαι τη στεντόρεια φωνή της γριάς που πάλευε να πνίξει στο σάλιο το ρίγος της, την περίσσια σάρκα στα λαιμά να ταλαντεύεται καθώς σήκωνε το κεφάλι ν’ ακουστεί μέχρι πέρα. Υστερα –το θυμάμαι ή το φαντάζομαι;– οι μουσικές, οι χοροί και η κάπνα από ζώα σε σούβλες (η μαύρη μάνα μες σε μουσικές και φαγοπότια, θανατερή ευωχία, ολόιδια μ’ εκείνη των σολωμικών σημειώσεων: «Εκαθισε εκιλαιδισε γλικοφονο πουλακι/ η μαβρη μανα το φθονι πος ιβρε ’να σπιρακι»). Λοιπόν. Σούβλες. Σούβλισμα. Παλούκωμα. Ανασκολοπισμός. Σκέφτομαι τον Διάκο, δυστυχώς. Ασχημος, ζωώδης, ανέμπνευστος θάνατος, απρεπής και γι’ αυτό αναίτιος.

Η απρέπεια είναι πάντα αναίτια, ακόμη και στον θάνατο, ίσως στον θάνατο περισσότερο. Εκείνη η λεπίδα έφερε έναν θάνατο ευπρεπή διότι τον έφερε στη μάχη. Αλλιώς, ο άνθρωπος διαθέτει τόση φαντασία για τον θρασύδειλο σκοτωμό όση για τις τέχνες και τις επιστήμες του, κι αυτός ο θρασύδειλος σκοτωμός, βασανισμοί και εκτελέσεις δηλαδή, δεν γιορτάζεται από κανέναν ποτέ, ούτε ακόμη από κείνους που βλέπουν τον θάνατο σαν μήτρα αγίων. Ακόμη και τότε υπάρχει ένα πένθος. Σκέφτομαι βέλη, φωτιές, πέτρες, λιοντάρια. Τη σταύρωση. Και την εκδορά. Τον Χριστό και τον Απόλλωνα. Ολο αυτό το αίμα. Μία στιγμή δεν αφήνεται ο άνθρωπος ήσυχος απ’ το αίμα, είναι βουτηγμένος στο αίμα των θεών του, των γυναικών του, των πολέμων του, των βρωμάτων του, βουτηγμένος σε μια λίμνη αίματος σαν εκείνη στην Κόλαση των Ινδών, που στον μυχό της κατακάθονται σαν ζαρωμένα φασόλια οι ταλανισμένοι. Και είναι αυτό το αίμα που κάνει τις μανάδες του κόσμου –άγρια μαθημένες σε δαύτο από τα μικράτα τους– έστω μία φορά μέσα τους να λυγίσουν γι’ αυτό που βλέπουν να έρχεται, ακόμη και ξέροντας: Το αίμα των παιδιών μας θα σώσει τον κόσμο. Δεν πονούν λιγότερο συνειδητοποιώντας τι γέννησαν (ήρωες, θεούς), βλέπουν μόνο θάνατο, αναθεματίζοντας τη μητρότητά τους. Γι’ αυτό η φωνή της μάνας του ηττημένου παράγγελνε σπασμένη χορούς, γι’ αυτό η πόρνη σ’ εκείνο το ποίημα του Αγγουλέ είπε το τρομερό: «Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ που δεν γέννησα», γι’ αυτό η Μαρία είναι πάντα φοβισμένη, χαμένη στους Ευαγγελισμούς, σαν το κοριτσάκι στο Ecce Ancilla Domini του Ροσέτι, που η απελπισία στα μάτια του το κάνει να μοιάζει με Δεσποινίδα της Αβινιόν. Δεν θα πει ποτέ «αφείλεν ο Θεός μου το όνειδος», μόνο θα συλλογίζεται στη σιωπή το καθήκον, σαν εκείνο το κορίτσι του Ρίλκε που ντροπιάζεται απ’ την εγκυμοσύνη του και σφίγγει την κοιλιά του τόσο που το παιδί κινδυνεύει να βρει θάνατο από πνιγμό. Εθνικοί ή Εβραίοι στοιβαγμένοι εδώ, πού αλλού ο ερχομός της άνοιξης γιορτάζεται με πένθος, πού αλλού στέκεσαι και δεν ξέρεις ποιανού είναι το κλάμα που ακούγεται, της Ραχήλ ή της Περσεφόνης, πού αλλού μπερδεύονται οι χαροκαμένες που κλαίνε από πόνο με τις στείρες που κλαίνε από χαρά, κανείς δεν τις ρώτησε εξάλλου αν θ’ άντεχαν ή πώς άντεξαν να βγάλουν απ’ τα σπλάχνα τους το ανθρώπινο γένος, γένος ηρώων που όταν πεθαίνουν είναι ελεύθεροι, γένος θεών που είναι ελεύθεροι να πεθάνουν.

ΝΗΣΙΔΕΣ
Ο ιός της γρίπης
Σ’ ολόκληρη τη ζωή μου μία φορά μόνο έφαγα μπακαλιάρο. Εκτός από τις μέρες (και τις νύχτες) που ήμουν πράγματι άρρωστος, υπήρχαν και μέρες που υποκρινόμουν τον άρρωστο από γρίπη και μάλιστα με πολύ μεγάλη...
Ο ιός της γρίπης
ΝΗΣΙΔΕΣ
Εξήντα εννέα στροφές
– Δυνατά και καθαρά. – Από κρότον οργάνων βοΐζει της Γραβιάς το βουνό αντικρύ… – Οχι, όχι έτσι, θα μιμηθείς εμένα, όπως το απαγγέλλω εγώ, καθαρά...
Εξήντα εννέα στροφές
ΝΗΣΙΔΕΣ
Κροκέτες μπακαλιάρου
Κάθε χρόνο τα ίδια. Από τότε που παντρεύτηκε, από το ’66 δηλαδή. Εστελνε τον άντρα της στην αγορά τέσσερις μέρες πριν από του Ευαγγελισμού. Επρεπε να διαλέξει τον σωστό μπακαλιάρο.
Κροκέτες μπακαλιάρου
ΝΗΣΙΔΕΣ
25η Μαρτίου 1967
Ενώνουν πάλι τις δυο μεγάλες τάξεις. Τα κορίτσια φροντίζουν τις στολές και τις φουστανέλες. Εγώ φέτος σαν πιο μεγάλος θα κουβαλήσω τα μεγάλα χαρτιά. Εκεί μέσα βλέπεις πολλές σημαιούλες και χάρτινες λωρίδες...
25η Μαρτίου 1967
ΝΗΣΙΔΕΣ
Τα τύμπανα της παρέλασης
Παραμονές 25ης Μαρτίου ο ρυθμός των τυμπάνων φτάνει στ’ αυτιά μου αρχικά ασθενής, σαν αδιευκρίνιστος θόρυβος ενός μακρινού πολέμου, του οποίου τεκμήρια κι αναμνηστικά έχουν εκπέσει.
Τα τύμπανα της παρέλασης
ΝΗΣΙΔΕΣ
Φιλέλληνες, ένας βασικός κρίκος στην απελευθέρωση
Το Ολοκαύτωμα του Μεσολογγίου, που συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα γεγονότα της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας, ήταν ο καταλύτης για να γιγαντωθεί...
Φιλέλληνες, ένας βασικός κρίκος στην απελευθέρωση

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας