Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Η δίκαννη αυτοβιογραφία του Νίκου Παναγιωτόπουλου
Βασίλης Μαθιουδάκης
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Η δίκαννη αυτοβιογραφία του Νίκου Παναγιωτόπουλου

  • A-
  • A+

Μια πόλη απρόσωπη φτιαγμένη από προσωπικές ιστορίες. Ιδιωτικές στιγμές, βιώματα και μνήμες. Πολύχρωμο ψηφιδωτό όπου η ζωή μας φωτίζεται από τον λόγο των άλλων: των ανθρώπων της τέχνης και της γραφής. Συναντήσεις περισσότερο παρά συνεντεύξεις, σε μια συνειδητή προσπάθεια να πάμε πάλι με τον μύθο.

Συνέντευξη

Η ζωή έχει πάντα τις δικές της προτεραιότητες και τον τρόπο να τις επιβάλλει. Ο μυθιστοριογράφος-σεναριογράφος Νίκος Παναγιωτόπουλος διέκοψε το επόμενο κατά σειρά βιβλίο του για να εξερευνήσει τις εκτάσεις της αυτοβιογραφίας με δύο πεζά: ένα βιβλίο με σύντομα κείμενα (Γραφικός Χαρακτήρας) και μία νουβέλα (Ολομόναχος - Μια αυτοβιογραφική προφητεία).

● Νίκο, στα 54 έχεις ήδη μια σοδειά από 7 βιβλία. Αλλα μεταφρασμένα στα γαλλικά κι άλλα στα γερμανικά. Πότε θεωρείται επιτυχημένος ένας συγγραφέας;

Είναι δύσκολη η εξίσωση που μου βάζεις. Εχω την εντύπωση ότι ο επιτυχημένος συγγραφέας είναι θέμα για τους άλλους, όχι για τον ίδιο. Για μένα, κάθε φορά, το στοίχημα είναι το καινούργιο βιβλίο. Νομίζω ότι το έχεις ζήσει κι εσύ. Υπάρχει μια στιγμή που κρατάει πολύ λίγο: μόλις έχεις τελειώσει κάτι και διαπιστώνεις ότι είναι αυτό που ήθελες, έτσι όπως το ήθελες. Αυτό κάνει τον συγγραφέα επιτυχημένο. Υπάρχει κι ένα αίσθημα, μια ελπίδα η οποία φουσκώνει ενώ δουλεύεις. Και νιώθεις για λίγο ότι έκανες αυτό που ήθελες. Εφτά βιβλία, εφτά εβδομάδες έχω υπάρξει πετυχημένος συγγραφέας. Η σούμα θα δείξει.

● Ο Φίλιπ Ροθ έχει πει: «Εγραψα το βιβλίο που ήθελα, με τον τρόπο που μπορούσα, τη συγκεκριμένη στιγμή».

Εχει πει και τη φοβερή ατάκα ενός πυγμάχου: «Εκανα το καλύτερο που μπορούσα με όσα είχα». Κάθε φορά ξεκινάς μ’ ένα σακί και προσπαθείς να χτίσεις κάτι. Αυτή είναι η επιτυχία. Να κάνεις το καλύτερο που μπορείς με όσα έχεις.

● Τι έχει μεγαλύτερο βάρος στην τέχνη: η επιτυχία ή η αποτυχία; Μπορεί η αποτυχία να είναι διδακτική;

Ασφαλώς. Στο μυαλό μου έρχεται το σινεμά, όπου η αποτυχία είναι πιο πιθανή γιατί είναι τόσες οι συνιστώσες. Η αποτυχία, ναι, μπορεί να είναι διδακτική. Ομως απ’ την άλλη, επειδή η λογοτεχνία είναι η χώρα της απόλυτης ελευθερίας όπου δεν παρεμβαίνει κανένας, επειδή είσαι ολομόναχος, είσαι και υπεύθυνος για ό,τι προκύψει. Κάθε φορά το στοίχημα είναι να ολοκληρώσεις αυτό που γεννιέται σαν θολό σχέδιο στο μυαλό σου. Να του δώσεις σάρκα και οστά. Καμιά φορά, μπορεί για τους άλλους να είναι κάτι αποτυχημένο που να έχει αξία για σένα όμως. Γιατί κάθε βιβλίο είναι μια διαδικασία ανακάλυψης του εαυτού σου πρώτα. Να δώσεις ένα σχήμα στον μέσα κόσμο. Οπότε μπορεί να είναι αποτυχία για την ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας αλλά και τι έγινε…

● Το εκδομένο βιβλίο σου το ακολουθείς ή αποστασιοποιείσαι στην πορεία;

Το εγκαταλείπω πλήρως.

● Ξαναγυρνάς στα πρώτα σου βιβλία; Τα ξαναδιαβάζεις;

Ποτέ. Αναγκάστηκα να ξαναδιαβάσω τα δύο βιβλία μου, το «Γονίδιο της αμφιβολίας» και το «Ημερολόγιο του εξωγήινου», επειδή επανεκδόθηκαν μετά από σχεδόν 20 χρόνια. Ηταν πολύ παλιές ιστορίες, ξεχασμένες. Δεν έχει νόημα να επιστρέφω.

● Στα δύο τελευταία βιβλία σου αυτοβιογραφείσαι σε πρώτο πρόσωπο. Εχεις όμως από πριν βιβλία σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση (στο Εγώ). Μόνο που αυτά είναι κομμάτια της μυθοπλασίας. Πού ένιωσες πιο καλά;

Σε όλα. Ειλικρινά. Εξάλλου, ακόμα και εκείνα τα τρία πρώτα βιβλία, που είναι σε πρώτο πρόσωπο επίσης, δεν μπορεί παρά να έχουν να κάνουν με ένα κομμάτι του εαυτού μου. Το παιδί που νιώθει εξωγήινος στο «Ημερολόγιο ενός εξωγήινου», δεν ανήκει σε αυτό τον κόσμο και τον κοιτάζει με ένα μάτι πολύ δύσπιστο: αυτό το παιδί έχω υπάρξει κι εγώ. Από κει και πέρα, μπαίνει στη μέση η μυθοπλασία, αλλά η ψυχή του βιβλίου είναι απολύτως βιωματική.

● Ο συγγραφέας μπορεί να είναι ένας εναντίον όλων;

Πάντα δεν είναι;

● Ναι, αλλά έχει κι έναν αναγνώστη ιδανικό. Εναν Σάντσο Πάντσο, ας πούμε.

Τον έχεις βρει εσύ;

● Τον βρίσκω κατά καιρούς. Παίρνω κάποιον από τους στενούς μου φίλους και τον ανεβάζω στο μυαλό μου.

Ναι, ξέρεις, στο δικό μου μυαλό τους στενούς μου φίλους δεν τους εμπιστεύομαι. Ακριβώς επειδή είναι φίλοι. Και για μένα αυτό το κριτήριο είναι αυτό. Αν είναι να είσαι φίλος, να είσαι φίλος. Οπότε, ο τρίτος που δεν είναι κακοπροαίρετος είναι πιο χρήσιμος. Το δεύτερο είναι, ο ιδανικός αναγνώστης να παραμένει σαν το σπάνιο πουλί. Είναι αυτό που το κυνηγάς κι εύχεσαι να το πιάσεις στα δίχτυα σου. Υπάρχει κι αυτό το αίσθημα της πληρότητας που σου δίνει ένα ανάγνωσμα, ότι έχεις κατακτήσει τον κόσμο και ο κόσμος βγάζει νόημα. Αυτός είναι ο ιδανικός αναγνώστης.

● Στην ηλικία που βρίσκεσαι, με τα δυο σου αυτοβιογραφικά βιβλία, μοιάζει να κάνεις μια στάση στο σταυροδρόμι των λογοτεχνικών δρόμων για να πεις: «Τώρα, εγώ». Ποια ανάγκη υπαγορεύει αυτή τη στροφή;

Επειδή δεν ψυχαναλύομαι, δεν γνωρίζω ακόμα αν υπάρχει βαθύτερο κίνητρο. Ούτε αυτό που λένε «κρίσιμη ηλικία» ή «συγγραφική κρίση». Εκείνο που ξέρω είναι ότι το παιχνίδι ξεκίνησε για πρακτικούς, βιοποριστικούς λόγους, όσο αστείο κι αν ακούγεται αυτό. Το 2016 βγήκε «Ο γραφικός χαρακτήρας», ο οποίος γραφόταν από το 2013. Μεσούσης λοιπόν της κρίσης, απλώς δεν μπορούσα να γράψω το μυθιστόρημα που ήθελα να γράψω. Δεν είχα τον χρόνο, ούτε τη συγκέντρωση. Επρεπε να βιοπορίζομαι πολύ σκληρά κι αυτό δεν μου επέτρεπε να δουλεύω το μυθιστόρημα που είχα τότε στα σκαριά. Αλλά το γράψιμο είναι καθημερινό πάρε-δώσε. Ακόμα κι αν δεν μπορείς να γράψεις το μυθιστόρημα που σκέφτεσαι, ασχολείσαι διαρκώς μαζί του.

● Ενδιαφέρουσα είναι η διαφορά έντασης στα δύο βιβλία. Υπάρχει ένα πλάνο από την ταινία του Χίτσκοκ «Στην σκιά των τεσσάρων γιγάντων» όπου ο Κάρι Γκραντ στέκεται στη διασταύρωση δύο δρόμων, αφύλακτος κι εκτεθειμένος. Αναγνωρίζεις αυτές τις δύο αγωνίες στην αυτοβιογραφία;

Οτι εκτίθεσαι, εκτίθεσαι. Ιδίως όταν αποφασίζεις να πεις αυτές τις ιστορίες, τις απολύτως δικές σου, και μάλιστα με τα ονόματα ανθρώπων, δρόμων… ναι, τότε εκτίθεσαι. Από την άλλη, θα σου πω, δεν έχω και τίποτα τρομερό να κρύψω.

● Η αυτοβιογραφική διάθεσή σου πώς ξύπνησε;

Ηταν σαν να μην έχω πριν ούτε μετά. Η ιστορία του «Ολομόναχου» άρχισε να γίνεται εφικτή ως αφήγηση χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα μου. Οταν έμαθα την πραγματική ιστορία. Από τότε άρχισε για μένα μια διαπραγμάτευση με την εικόνα του πατέρα, παρόλο που δεν ήταν εκεί και δεν μπορούσα να τον έχω απέναντί μου, εννοώ ζωντανό. Αρχισε, λοιπόν, μια διαπραγμάτευση με την εικόνα του, μια διαπραγμάτευση επίσης που είχε να κάνει με τη δική μου στάση απέναντί του. Επρεπε να τα ξανακοιτάξω όλα από την αρχή.

Βασίλης Μαθιουδάκης

● Αν θυμηθείς το πρώτο βιβλίο σου και δούμε και τον πρόσφατο «Ολομόναχο», ποια θεωρείς την πιο σημαντική διαφορά στη γραφή σου;

Εχεις δίκιο όταν διαπιστώνεις την απόσταση ανάμεσα σε αυτά τα δύο χρονικά σημεία. Γιατί τότε, ως πρωτάρης συγγραφέας, πρόσεχα πάρα πολύ τη διατύπωσή μου, την κατασκευή, τα εκφραστικά μέσα εις βάρος εκείνου που εκφράζω. Και νομίζω πως αυτό είναι «οι χειροπέδες» του πρωτάρη.

● Από τις οποίες απελευθερώνεσαι σιγά σιγά;

Ναι. Σαν πατέρας δίνεις μεγαλύτερη ελευθερία στον γιο, τον συγγραφέα. Του επιτρέπεις να ζήσει τη ζωή του. Του έχεις εμπιστοσύνη και του δίνεις μεγαλύτερες ελευθερίες. Αισθάνομαι, μετά από 7 βιβλία και 10 ταινίες, πως είναι λυτρωτικό το να επιτρέπω στα χέρια μου να γράφουν δίχως τις χειροπέδες της καλοχτισμένης φράσης. Οχι πως η φράση θα είναι λιγότερο καλά χτισμένη, αλλά θα φαίνεται λιγότερο ο κόπος της κατασκευής. Το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μου έκαναν για τον «Γραφικό χαρακτήρα» είναι πως δεν φαίνεται να έχω κοπιάσει να τον γράψω.

● Αναφέρεσαι στην απλότητα της σύνθεσης και της γραφής;

Μια και πιάσαμε τον Ροθ, λέει επίσης κάτι υπέροχο για τη δουλειά μας: «Τι κάνω, ξυπνάω το πρωί και γράφω φράσεις και περνάω όλη τη μέρα κάνοντας τες κομμάτια και ξανακολλώντας τες». Μέχρι που φτάνεις στο σημείο που η φράση φαίνεται να βγήκε χωρίς κανένα κόπο.

● Υπάρχει αναγνωστική αθωότητα; Εξακολουθείς να μπαίνεις με τον ίδιο ενθουσιασμό σ’ ένα μυθιστόρημα;

Αυτό το αίσθημα, το να σε πλημμυρίζει αυτό που διαβάζεις, να σε κατακτά, να σε κάνει να αισθάνεσαι πως έχεις έναν σύμμαχο σε κάποιο άλλο σημείο του πλανήτη, ότι μοιράζεσαι τη ματιά του, γίνεται ολοένα και σπανιότερο. Υποθέτω πως είναι φυσιολογικό. Πρέπει να σου ομολογήσω ότι δεν μου αρέσουν πια όλα όσα διαβάζω και πολύ σπάνια παραδίνομαι. Αλλά ευτυχώς, συμβαίνει ακόμα. Το καλοκαίρι διάβασα έναν τρομερό συγγραφέα, τον Ρομπέρτο Μπολάνιο. Διάβασα το «2666» και μου έχει συμβεί κάνα δυο φορές στη ζωή μου. Την πρώτη φορά ήταν «Το πράσινο σπίτι» του Λιόσα. Ο,τι και να άνοιγα μου φαινόταν λίγο. Είναι 1.200 σελίδες, αλλά αυτός ο τύπος έγραφε αβίαστα, σπουδαία. Με μια ελευθερία κι ένα χιούμορ που μου λείπει από τη λογοτεχνία. Το αποζητώ όσο τίποτε. Και σου ομολογώ ότι αν με ρωτήσεις σε ποιο νησί πήγα το καλοκαίρι, θα σου πω στο «Μπολάνιο».

● Ο «Γραφικός χαρακτήρας», με τη σαρκαστική δισημία του τίτλου, μου θυμίζει ένα travelling της κάμερας πάνω σε ένα τραπέζι στρωμένο με ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Κάτι ανάλαφρο και κάτι σοβαρό συμβαίνει στο βάθος και η κάμερα περνάει από πάνω. Η αίσθηση της οικονομίας υπαγόρευσε αυτό το travelling;

Ναι. Αυτό ήταν το συγγραφικό σχέδιο. Οι ακαριαίες ιστορίες.

● Και η διαδοχή της μιας με την άλλη συνδέονται από μόνες τους και το ταξίδι στο παρελθόν μοιάζει να μην τελειώνει. Είναι σαν να το χαϊδεύει το travelling της κάμερας.

Σε ευχαριστώ. Η περιγραφή σου είναι εξαιρετική. Χαίρομαι που το ακούω. Αλλά αυτό ήταν το σχέδιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι χρησιμοποίησα και τις φωτογραφίες. Οι άπειρες φωτογραφίες που έβγαλε ο πατέρας μου ήταν κι ένα είδος συντροφιάς στο γράψιμο.

● Μπορεί να μη γίνεται στη μνήμη σου η Ελλάδα των ασπρόμαυρων ταινιών;

Υπάρχει στο βιβλίο, θες δεν θες. Το σπίτι της μάνας μου, το πατρικό, το πρόλαβα πριν δοθεί αντιπαροχή και γίνει κτίριο με γραφεία. Ηταν ένα σπίτι βγαλμένο από ταινία της Finos Films. «Η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα», είχε χαγιάτι. Υπάρχει στο βιβλίο αναγκαστικά. Υπήρχε αυτή η Ελλάδα. Την έζησα. Η Ελλάδα που για να βάλεις τηλέφωνο έκανες αίτηση και περίμενες δέκα χρόνια γιατί το τηλεφωνικό κέντρο του Χαλανδρίου ήταν φορτωμένο.

● Ο «Ολομόναχος». Μια αυτοβιογραφική προφητεία. Εγώ τη λέξη «προφητεία» την αντιλαμβάνομαι σαν μια ποιότητα του χρόνου. Ερχεται από το παρελθόν, την εκφέρουμε στο παρόν και την εκτοξεύουμε στο μέλλον. Μια λέξη που συμπυκνώνει τρεις χρόνους.

Ναι, περί αυτού πρόκειται. Εκείνο το καλοκαίρι του ’16 που ήρθα να ζήσω στο Παγκράτι σε ένα άδειο διαμέρισμα, όπου όντως υπήρχε μόνο ένα τραπέζι και ένα κρεβάτι, ήταν πολλές οι μέρες που ξυπνούσα και έβλεπα τον πατέρα μου στον καθρέφτη. Ενα καθρέφτισμα που ήταν η ιστορία του και η ζωή του και οι αντανακλάσεις της στην ιστορία μου και στη ζωή του. Αυτές οι ομοιότητες, οι απροσδόκητες, αλλά αναπόφευκτες, μου φάνηκαν, σχεδόν με βεβαιότητα, ότι θα είναι εξίσου αναπόφευκτες και εξίσου απροσδόκητες στην εξέλιξη, στην προβολή της σχέσης μου με τον γιο μου.

● Σαν να μεσολαβεί ένας καθρέφτης;

Είναι λιγάκι εκ του ασφαλούς προφητεία. Υπό την έννοια ότι είναι αναπόφευκτο το ότι ο χαρακτήρας του φυτρώνει στο χώμα τού δικού μου χαρακτήρα. Οπως συνέβη και με μένα, όπως συνέβη και με τον πατέρα του. Οπότε, ό,τι πάρουν οι ρίζες του, από κει θα το πάρουν.

● Πάμε λίγο στο «Μυστικό». Τρελαίνομαι για βιβλία που είναι δομημένα στην έννοια του «μυστικού». Σαν να ξεκινάει ο συγγραφέας μια αφηγηματική εκστρατεία θάβοντας το μυστικό στο κέντρο του βιβλίου για να το αποκαλύψει, την κατάλληλη στιγμή, στα μάτια του αναγνώστη. Υπάρχει ένα χρονόμετρο που αν το βγάλεις λίγο πριν ή μετά, το μυστικό μπορεί να ακυρωθεί. Την είχες αυτή την αίσθηση;

Την είχα πολύ έντονα· και μάλιστα η μεγαλύτερη αμφιβολία μου για το αφηγηματικό σχέδιο ήταν το πού θα γίνει η αποκάλυψη. Αν είναι πολύ νωρίς ή αν είναι πολύ αργά. Αν αντέχει ο αναγνώστης να φτάσει ώς εκεί, αν ό,τι προηγείται έχει νόημα να προηγηθεί και πάει λέγοντας. Εδώ είναι το σημείο όπου η αυτοβιογραφία πρέπει να υποκύψει σε μυθοπλαστικούς κανόνες. Γιατί όντως λες κάτι αληθινό, αλλά ταυτοχρόνως πρέπει να το πεις καλά. Γιατί αν δεν το πεις καλά, δεν θα είναι αποτελεσματικό όσο αληθινό και να είναι.

● Αν το πεις πιο πριν, σου αδειάζει το μισό βιβλίο· αν το πεις πιο μετά, μπορεί να κουράσεις.

Ελεγε ο Ηλίας Καζάν ότι «για να λειτουργήσει ένα έργο τέχνης πρέπει να είναι αληθινό και ενδιαφέρον, ταυτοχρόνως και τα δυο». Δεν αρκεί μόνο το ένα, δεν αρκεί μόνο το άλλο.

● Είχαν μια δίψα οι πατεράδες μας να γίνουν τα παιδιά τους καλύτερα απ’ αυτούς.

Ανάγκη. Νομίζω ότι ήταν ζωτική τους ανάγκη. Νομίζω πως θα πέθαιναν αλλιώς. Να ξεφύγουν από τη δική τους μοίρα.

● Ωστόσο, εδώ υπάρχει μία αντίφαση: να ανοιχτούν τα παιδιά τους στο μέλλον, αλλά πάνω σε ράγες που όμως τις είχαν προβλέψει αυτοί.

Τόσο ήξεραν. Τότε μου φαινόταν αδιανόητο αυτό που ζητούσε ο πατέρας μου. Σήμερα, μου φαίνεται τόσο αυτονόητο, τόσο λογικό και τρυφερό, ενώ τότε ήταν δεσμευτικό, ασφυκτικό και καταπιεστικό. Τώρα σκέφτομαι τι τρυφερό ήταν εκ μέρους του να ελπίζει σε μια καλύτερη μοίρα.

● Και οι αναλογίες του χθες με το σήμερα;

Τα παιδιά κάνουν ταινίες με τα κινητά τους και τα λάπτοπ και τελειώνουν την ταινία. Λέω λοιπόν, ότι ο πατέρας μου είχε δίκιο να φοβάται και να προσπαθεί να με καθοδηγήσει. Η καθοδήγηση, πάντως, ξεκίνησε με το να αγοράζει εξωσχολικά βιβλία. Είναι το μεγαλύτερο δώρο που μου έκανε ποτέ. Ο πρώτος θετός μου πατέρας-συγγραφέας ήταν ο Ιούλιος Βερν και μαζί του ο Καρκαβίτσας και ο Παπαδιαμάντης. Ο πατέρας μου δεν ήξερε να διαλέξει, ο δοσάς τού έδινε τα βιβλία. Εκείνος ο δοσάς, για να το εκμεταλλευτεί, του έδινε τα Απαντα του Καρκαβίτσα και τα Απαντα του Παπαδιαμάντη. Αυτός μου έκανε το δεύτερο μεγαλύτερο δώρο. Με μύησαν στην πεζογραφία.

● Μίλησέ μου και για τα ενήλικα αναγνώσματά σου.

Ο Σάλιντζερ, ο Κάφκα, ο Λιόσα, ο Ροθ για μένα είναι οι προσωπικοί μου άγιοι στα γράμματα. Από κει και πέρα βιβλία δεξιά κι αριστερά, σκόρπια, ο Μακ Γιούαν. Υπήρξε μια περίοδος που περνούσα τέτοιους έρωτες με συγγραφείς. Ο Φόκνερ ήταν μια τέτοια περίπτωση. Τώρα με ρωτάς ποιον πατέρα θα ήθελα να είχα… Ο Ντίλαν, ας πούμε. έχει παίξει έναν ρόλο τέτοιο για μένα... Ο τρόπος που έχει να κατακτά τη γλώσσα με έχει συναρπάσει, με συναρπάζει ακόμα. Θεωρώ ότι είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους γράφω.

● Βιοπορίζεσαι ως σεναριογράφος. Στο μυαλό σου βρίσκονται σε συνάφεια οι δύο τέχνες; Υπάρχει καθοριστική διαφορά ανάμεσά τους;

Υπάρχουν τεράστιες διαφορές. Μια διαφορά είναι ότι στη λογοτεχνία είσαι ολομόναχος ενώ στον κινηματογράφο είσαι με παρέα. Μια άλλη διαφορά είναι ότι η λογοτεχνία έχει απεριόριστες δυνατότητες, με μόνο κόστος τον χρόνο σου, ενώ ο κινηματογράφος έχει ασφυκτικούς περιορισμούς. Τους προφανείς, οικονομικούς, αλλά και δημιουργικούς. Αν στη λογοτεχνία στις 500 σελίδες του βιβλίου έχουμε τη δυνατότητα να βρισκόμαστε στο μυαλό του Χρήστου Αγγελάκου, στον κινηματογράφο το μόνο που μπορούμε να δούμε είναι τι κάνει, πού τον οδηγεί αυτό που συμβαίνει μέσα στο κεφάλι του…

● Μπορείς να διαλέξεις ανάμεσα στις δυο δουλειές;

Οχι. Αισθάνομαι δίγαμος ανάμεσα στη δουλειά μου σαν σεναριογράφος και στη δουλειά μου σαν συγγραφέας.

ΝΗΣΙΔΕΣ
«Καιρός για νέες ουτοπίες ή για νέες συντριβές!»
Τον Γιάννη Αγγελάκα τον ξέρουμε ως τραγουδιστή, μουσικό και ποιητή. Αυτή τη φορά γράφει ένα «ανατρεπτικό» βιβλίο, πρόζα θα έλεγα, με δύο παράξενους τύπους. Το «Ο Μεγάλος Μαθητής και ο Μικρός Δάσκαλος»...
«Καιρός για νέες ουτοπίες ή για νέες συντριβές!»
ΝΗΣΙΔΕΣ
«Στην Ευρώπη δεν είμαστε πλέον επαρκώς σύγχρονοι»
Στο βιβλίο του «Οι αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι», ο σπουδαίος ιστορικός και κοινωνιολόγος Πέρι Αντερσον επιχειρεί να συστηματικοποιήσει, να ταξινομήσει και να ομαδοποιήσει τις ασάφειες, αντιφάσεις,...
«Στην Ευρώπη δεν είμαστε πλέον επαρκώς σύγχρονοι»
ΝΗΣΙΔΕΣ
Μια ανοιξιάτικη βραδιά στο σπίτι του Γιούργκεν Χάμπερμας
Ηταν ένα ζεστό απόγευμα του Απριλίου του έτους 2018 και το σπίτι των Habermas πάνω σ' έναν λόφο στο προάστιο του Μονάχου που ονομάζεται Starnberg φάνταζε στα μάτια μου ως το φιλοσοφικό ανάκτορο της οικουμένης.
Μια ανοιξιάτικη βραδιά στο σπίτι του Γιούργκεν Χάμπερμας
ΝΗΣΙΔΕΣ
Μικρές ιστορίες ενηλικίωσης
Είκοσι έξι γλυκόπικρα διηγήματα με γενναίες δόσεις μπλακ χιούμορ γραμμένα από τη Μελίνα Σιδηροπούλου και εικονογραφημένα από την Πέρσα Ζαχαριά συνθέτουν το μοντέρνο μυθιστόρημα «Ηλιος με μουστάκια», που μόλις...
Μικρές ιστορίες ενηλικίωσης
ΝΗΣΙΔΕΣ
Ο θλιμμένος Σεπτέμβρης της Μαρίας Τσακίρη
1η Σεπτεμβρίου 2004. Τρομοκράτες καταλαμβάνουν το Δημοτικό σχολείο στο Μπεσλάν: 385 άνθρωποι νεκροί, ανάμεσά τους 186 παιδιά. Η Μαρία Τσακίρη ακολούθησε τους ήρωες του βιβλίου της «Θλιμμένος Σεπτέμβρης» και...
Ο θλιμμένος Σεπτέμβρης της Μαρίας Τσακίρη
ΝΗΣΙΔΕΣ
Πέρα από τη «Μανταλένα» η πραγματική Αντίπαρος
Στο τελευταίο βιβλίο του Αγγελου Σινάνη «Τα μεταλλεία της Αντιπάρου - 19ος, 20ός αιώνας», μέσα από τη μη καταγεγραμμένη έως τώρα ιστορία των μεταλλείων του μικρού αυτού νησιού της Μανταλένας, ανασύρεται μια...
Πέρα από τη «Μανταλένα» η πραγματική Αντίπαρος

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας