Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Μια βύθιση στον ζοφερό κόσμο των απόκληρων
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Μια βύθιση στον ζοφερό κόσμο των απόκληρων

  • A-
  • A+

Το μυθιστόρημα του Νίκου Χρυσού «Καινούργια μέρα», που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, είναι μια καθηλωτική κατάβαση στην κόλαση του περιθωρίου, μια περιπλάνηση στον παράδεισο της εξιστόρησης, ένας λαβύρινθος όπου ίσως κρύβεται το νόημα της ζωής.

Ενα χειμωνιάτικο βράδυ στο αμαξοστάσιο παροπλισμένων λεωφορείων του Λιμανιού –λιμάνι του ευρωπαϊκού Νότου–, στο οποίο δεκάδες άστεγοι βρίσκουν καταφύγιο, τρεις άντρες πυρπολούν ζωντανό τον Σεβαστιανό, έναν κλοσάρ ο οποίος έχει τη φήμη δεινού παραμυθά μεταξύ των άπορων και των ζητιάνων της πόλης. Ο Παύλος, ο νεότερος από τους τρεις θύτες, σοκαρισμένος από την αγριότητα του εγκλήματος αναζητά στοιχεία για το θύμα. Ελπίζει, πως έτσι θα εξιλεωθεί από τις ενοχές και τις τύψεις, ενώ πιστεύει, μέσα στη σύγχυσή του, πως αν ζωντανέψει την ιστορία του νεκρού θα τον επαναφέρει στη ζωή.

Ερευνώντας στα στέκια των αστέγων, καταφέρνει να εντοπίσει τους τέσσερις συντρόφους του Σεβαστιανού, τον Τέως, έναν κατεστραμμένο μεγαλέμπορο υφασμάτων, τον Μαρκόνη, έναν πρώην ασυρματιστή ο οποίος κατέληξε άφραγκος κι ανέστιος στο Λιμάνι, τον Λάκυ, έναν άπορο μετανάστη, αγαθό και καλόπιστο, και τον Γιάννη, τον μικρότερο από τους τέσσερις. Χωρίς να ομολογήσει ποτέ τη συμμετοχή του στον φόνο του φίλου τους, τους ζητά να του διηγηθούν την ιστορία τους και την ιστορία του Σεβαστιανού.

Δίνοντας ο ένας τη σκυτάλη στον άλλον προσπαθούν να εξηγήσουν τον ρόλο που έπαιξε ο Σεβαστιανός στη ζωή τους, συνειδητοποιώντας εν τέλει ότι ελάχιστα πράγματα γνώριζαν για εκείνον. Μυημένοι ωστόσο στη δύναμη των αφηγήσεων, ελπίζουν πως διηγούμενοι τις αναμνήσεις τους, τις περιπέτειές τους στον δρόμο, τις προσδοκίες και τις διαψεύσεις τους, δίνουν στη ζωή τους ένα ύστατο νόημα. Κάθε διήγηση είναι και μια συγκλονιστική βύθιση στον ζοφερό κόσμο των περιφερόμενων απόκληρων και μονάχα οι ιστορίες του Σεβαστιανού λειτουργούν σαν φωτεινοί φάροι για τους τέσσερις άντρες που αδυνατούν να χωνέψουν τον θάνατο του συντρόφου τους.

Και ενώ όλα μοιάζουν, στην αρχή, γεγονότα πραγματικά, οι αφηγήσεις περιπλέκονται...

Η «Εφημερίδα των Συντακτών» δημοσιεύει δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο.

[…] Μετά τα ασθενοφόρα και την Πυροσβεστική, έπειτα από τους νταγλαράδες της υπηρεσίας Προστασίας του Πολίτη και τα τσουτσέκια της Δημοτικής Αστυνομίας, ήρθε η σειρά της υδροφόρας και των υπαλλήλων καθαριότητας, οι οποίοι βάλθηκαν να καταβρέχουν και να τρίβουν τις στάχτες, τα καμένα λίπη και τα αίματα που είχαν αναμιχθεί σε μια πηχτή κηλίδα λάσπης στο πλάτωμα του παλιού αμαξοστασίου. Τρεις σκουπιδιάρες είχαν αράξει στο μπάσιμο της αλάνας και οι οδηγοί κάπνιζαν μπαϊλντισμένοι δίπλα στις καμπίνες, ενώ έξι άντρες με πορτοκαλί φόρμες τάιζαν τους περιστρεφόμενους κάδους με χαρτόκουτες, ξεβαμμένους μουσαμάδες, κουρελόπανα και ξύλινα κασόνια που κατά τη γνώμη μας δεν ήταν καθόλου για πέταμα. Δυο άλλοι, ντυμένοι στα πράσινα κι οπλισμένοι με βαριές συρμάτινες σκούπες, έτριβαν τον λεκέ, κουρασμένοι ήδη από το μάταιο της προσπάθειας, αφού κατά βάθος γνώριζαν πως θα χρειαζόταν καιρός, κάμποσες βροχές κι αρκετός ήλιος για να σβηστούν τα ίχνη που άφησε ο φίλος μας. Το μόνο που κατάφερναν με το τρίψιμο ήταν να ζωντανεύει η μυρουδιά που είχε καθίσει στο τσιμέντο, μια οσμή άγρια και βαριά που ’κανε τα μάτια μας να θολώνουν και υποχρέωνε τους καθαριστές να στέκουν κάθε τόσο και να φτύνουν πικρές ροχάλες. Εν τω μεταξύ η υδροφόρα έστελνε κατά διαστήματα πίδακες νερού προς κάθε κατεύθυνση ραντίζοντας τις σκουριασμένες λαμαρίνες σαν να ήταν ποτιστική βεντάλια και οι ελάχιστοι κουρελήδες που είχαν ξεμείνει μέσα στα παρατημένα τροχοφόρα κούρνιαζαν κάτω απ’ τα σκεπάσματα, ελπίζοντας να τελειώσει το πανηγύρι πριν γίνουν μουσκίδι ώς το κόκαλο. Πριν ολοκληρωθούν οι εργασίες καθαριότητας, άρχισαν να πέφτουν πυκνές νιφάδες και μέχρι το βράδυ ολόκληρο το Λιμάνι είχε καλυφθεί από ένα στρώμα χιονιού που έφτανε έως τη θάλασσα κι όταν αποχώρησαν τα οχήματα και οι άντρες του δήμου, οι άστεγοι ξεμύτισαν από τα μεταλλικά καταλύματά τους γυρεύοντας ζεστές γωνιές για να ξεχειμωνιάσουν και το αμαξοστάσιο έμεινε έρημο για σαράντα μέρες, όσο κράτησε δηλαδή εκείνο το πρωτόγνωρο κύμα ψύχους που παρέλυσε μια πόλη μαθημένη σε ήπιους μεσογειακούς χειμώνες, μαλακούς γραίγους, ντροπαλά μαϊστράλια και σύντομες τραμουντάνες […].

[…] Κι ενώ όλα τα προηγούμενα χρόνια διαβάζαμε τα προμηνύματα της άνοιξης ένα ένα, τη μυρωδιά των λεμονανθών, τα αραιά φτεροκοπήματα των πελαργών, τις παπαρούνες που έσκαγαν σαν αμυχές στα παρτέρια, μια μέρα πριν μπει καλά καλά ο Φλεβάρης ξημέρωσε ένας απριλιάτικος ήλιος και σε δυο ώρες έλιωσαν τα χιόνια, έλαμψαν τα καλώδια και τα λούκια, κυμάτισαν οι κουρτίνες απ’ τα ανοιχτά παράθυρα σαν σημαίες, γυναίκες κι άντρες πρόβαλαν στους δρόμους διστακτικοί και σαστισμένοι, ώσπου ξανανιωμένοι από τις καυτές αχτίνες κι από τις νεραντζιές που άνθιζαν η μια μετά την άλλη με δροσερούς κρότους, ξέχασαν τις επιφυλάξεις τους και το ’ριξαν στα τρεχαλητά και στα γέλια με τέτοια απερισκεψία, οπότε δεν άργησαν να εκδηλωθούν τριβές και γκρίνιες, συχνά καβγάδες δυσεπίλυτοι κι ασυνεννοησία, αφού η παρατεταμένη απομόνωση είχε σαν συνέπεια να λησμονήσει ο ένας τη γλώσσα του άλλου και μόνο εμείς, μαθημένοι στους δρόμους, καταλαβαίναμε όλες τις γλώσσες κι όλες τις διαλέκτους και ενθουσιασμένοι από την αναπάντεχη ζέστη σπεύδαμε σε ρόλους διερμηνέα ή μεσολαβητή ανάμεσα σε Ευρωπαίους, Ασιάτες κι Αφρικανούς, ανάμεσα σε Ιταλούς, Ισπανούς, Νιγηριανούς, Κινέζους και Σύριους, σε καλοβαλμένους μεσήλικες κι ατίθασους έφηβους, ευπρεπείς κυρίες και κορίτσια του Λιμανιού, ανάμεσα σε καπεταναίους και εργάτες, τρυφηλούς εισοδηματίες και γεροδεμένους χειρώνακτες, γηγενείς κι εμιγκρέδες, ελπίζοντας να αβαντάρουμε την άνοιξη, να διασκεδάσουμε την ώρα μας, να παραμένουμε απασχολημένοι μακριά από τη μάντρα του αίματος. Και μόνο ο Λάκυ συνέχιζε να βολτάρει τα βράδια, βέβαιος πως θα ανταμώσει τον Σεβαστιανό στο Λιμάνι, στο πάρκο ή στον λόφο του Αγίου. Τον βλέπαμε να τριγυρνά ζωηρός και κεφάτος κι ας ήταν κουρελής και πεινασμένος, να περπατά σφυρίζοντας άγνωστες μελωδίες ή επαναλαμβάνοντας ρυθμικά «κακακατρέ, κακακατρέ», κι άλλες φορές να χώνεται στα καφενεία και να εκνευρίζει τους μπαρμπάδες με ακατάληπτες διηγήσεις ώσπου τον έστελναν «στα τσακίδια», μα αυτός απτόητος την επόμενη μέρα επέστρεφε. Κανείς μας δεν τον ακολουθούσε μα όλο και κάποιος τον συναντούσε στη βόλτα του και μας εξιστορούσε έπειτα επεισόδια με πρωταγωνιστή τον σπανό, περιστατικά που τον μεταμόρφωναν σε ήρωα ευτράπελων ιστοριών τις οποίες απολαμβάναμε λες και δεν αφορούσαν τον φίλο μας (ή ίσως ακριβώς επειδή τον αφορούσαν). […]

ΝΗΣΙΔΕΣ
Οι αόρατοι και περαστικοί στις μεγαλουπόλεις μας
Η Τζένι Ερπενμπεκ αφηγείται με τον ιδιαίτερα φιλοσοφικό τρόπο της μια ιστορία για την αποστροφή και την εστίαση του βλέμματος, τον θάνατο και τον πόλεμο, για την αιώνια αναμονή και για ό,τι κρύβεται κάτω από...
Οι αόρατοι και περαστικοί στις μεγαλουπόλεις μας
ΝΗΣΙΔΕΣ
Βιβλία-έργα τέχνης
Στα Εξάρχεια, σε μια «δύσκολη» γειτονιά για τα τηλεοπτικά κανάλια, οι μόνιμοι κάτοικοι προσπαθούν να κάνουν θετικές σκέψεις κι ακόμη θετικότερες πράξεις. Γι' αυτό στηρίζουν τους χειρώνακτες της βιβλιοδεσίας,...
Βιβλία-έργα τέχνης
ΝΗΣΙΔΕΣ
«Ζούμε με τους άλλους και για τους άλλους»
Ο Διονύσης Χαριτόπουλος είναι ένας από τους πιο καθοριστικούς συγγραφείς της γενιάς του, είτε σε πάει στα βουνά όπου έζησε ο Αρης είτε σε πάει μια βόλτα στα στενοσόκακα του Πειραιά είτε… σου θυμίζει με γλαφυρό...
«Ζούμε με τους άλλους και για τους άλλους»
ΝΗΣΙΔΕΣ
Τα «Καπνισμένα ερείπια» ενός αντι-ήρωα…
​Το ευαίσθητο θέμα της τρομοκρατίας ακόμα και ως μυθιστορία αντιμετωπίζεται συχνά με έναν ιδιαίτερο σκεπτικισμό. Διαβάζοντας τα «Καπνισμένα ερείπια» του Βασίλη Κουνέλη, σκέφτομαι πως δεν πρόκειται μόνο για ένα...
Τα «Καπνισμένα ερείπια» ενός αντι-ήρωα…
ΝΗΣΙΔΕΣ
Στα σκαριά μια νέα κοινωνία πολιτών
Δυο ολοκαίνουργια παιδικά βιβλία δίνουν το στίγμα της νέας κοινωνίας που οικοδομείται, παρέχοντας στα παιδιά όλα όσα χρειάζονται για να ζήσουν μια όμορφη ζωή. Φαντασία, καλοσύνη, ομαδικότητα, συνεργασία και...
Στα σκαριά μια νέα κοινωνία πολιτών
ΝΗΣΙΔΕΣ
Χορεύοντας τανγκό με τον Λάζλο Κρασναχορκάι
Κρατώντας στα χέρια μου το βιβλίο του Ούγγρου συγγραφέα Λάζλο Κρασναχορκάι «Το τανγκό του σατανά» (Πόλις) που πρόσφατα εκδόθηκε, σκέφτομαι: «τι παραπάνω έχει να μου πει το κείμενο όταν έχω δει το επταμισάωρο...
Χορεύοντας τανγκό με τον Λάζλο Κρασναχορκάι

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας