Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Τα βότσαλα της μνήμης
Dreamstime
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Τα βότσαλα της μνήμης

  • A-
  • A+

«Μπήκαν οι Τσέτες, οι μαυροκαβαλάρηδες....» Είναι δυο μέρες τώρα που ξυπνάω απ' το όνειρό μου με τα λόγια της γιαγιάς Βασιλείας. Αυτής απ' όπου έλκω όχι μόνο το όνομα αλλά και πολλά χαρακτηριστικά που καταχωρούνται στις μικρασιάτικες ρίζες μας. Η αγάπη για την τέχνη, την καλλιτεχνία, το όμορφο, η αναζήτηση της γνώσης αλλά και το αίσθημα δικαίου, συμπόνιας για κάθε κατατρεγμένο. Εχουν καταγραφεί στα γονίδια όλων των εγγονών που τη ζήσαμε από κοντά και μεγαλώσαμε με τις αφηγήσεις της για τη ζωή στο όμορφο χωριό της, τον Κιρκιντζέ.

Σηκώθηκα από το κρεβάτι και προτού καν πιω την πρώτη γουλιά καφέ ξεκίνησα να γράφω ό,τι θυμόμουν από το όνειρο, που άλλωστε είχε τις πηγές του στα χρόνια που οι παιδικές ψυχές καταγράφουν τα ερεθίσματα του μικρόκοσμού τους.

Περίμενα να περάσει η ώρα να πάρω την ξαδέρφη μου, τη Βάσω, στο δυνατό θυμητικό της οποίας όλες απευθυνόμαστε για την πιστοποίηση γεγονότων, αναμνήσεων, συζητήσεων. Πήγε η ώρα εννιάμισι και πήρα.

Ενα γρήγορο «καλημέρα, πού είστε;» και μπήκα κατευθείαν στο θέμα μου.

- Βάσω μου, θυμάσαι τι έλεγε η γιαγιά; «Μπήκαν οι Τσέτες»;

- Βάση μου, κι εγώ τα ίδια σκεφτόμουν! Θυμάμαι πολύ καλά τον τρόπο που το έλεγε. Τον τρόμο που έντυνε τη φωνή της. «Μπήκαν οι Τσέτες...» Νομίζω τους έλεγε και μαυροπουκαμισάδες.

- Την είδα στον ύπνο μου, είχα την ανάμνηση των παιδικών μας χρόνων, που καθόμασταν το βράδυ όλη η οικογένεια μαζεμένη γύρω από το τραπέζι της κουζίνας και η γιαγιά έλεγε ιστορίες για το πώς ήρθαν στην Ελλάδα.

Αρχισα να της διαβάζω ό,τι είχα σημειώσει, αναμένοντας να συμπληρώσει ή να διορθώσει τις θύμησές μου.

«Φύγαμε από τα χωράφια μας άρον των άρον μόλις πήραμε τα κακά μαντάτα -μαζεύαμε τότες τα σύκα-, η μαμά, εγώ κι η αδερφή μου η Φωτεινή, και γυρίσαμε στο σπίτι στον Κιρκιντζέ. Η μαμά πέρασε στα στριφώματα απ' τις φούστες μας λίγες λίρες και κοσμήματα, φόρεσε και μερικά ακόμη πάνω στον μικρό τον Γιωργάκη, τον γιο της Φωτεινής, μας έβαψε με κάρβουνο τα πρόσωπα για να φαινόμαστε γριές, να μη φαίνονται τα νιάτα και η ομορφιά μας. Εβαλε σ' ένα πιθάρι τις υπόλοιπες λίρες και τα χρυσαφικά που είχαμε και το έθαψε κάτω στο κελάρι. Φύγαμε».

- Βάσω, δεν θυμάμαι, γιατί βρέθηκαν τρεις γυναίκες μόνες με δυο μωρά; Πού ήταν ο αδερφός τους;

- Με τη βοήθεια του Μανώλη, του αδερφού τους, που ήξερε κάνα δυο γλώσσες και δούλευε σαν διερμηνέας με τους Ιταλούς, φτάσανε στη Σμύρνη και με αυτόν τον τρόπο, λίγο από 'δώ λίγο από 'κεί, σπρωχτήκανε προς τα καράβια και κατάφεραν να μπουν.

Θυμάμαι όμως πόσο εντύπωση μου είχε κάνει η περιγραφή της για το πώς ετοιμάστηκαν. Ελεγε ότι πήρε το μαυρισμένο λάδι από το τηγάνι και μ' αυτό πέρασε όλο της το πρόσωπο. Και όταν φτάσανε στην ουρά για να ανέβουν στο καράβι, δυο Τούρκοι την κοίταξαν καλά καλά και είπαν: «Μωρέ, αυτή νέα δείχνει, αλλά πώς είναι έτσι το πρόσωπό της σα γριά; Αϊντε, πέρνα» της χαρίστηκαν κι έτσι πέρασαν.

«...Φτάσαμε στον Πειραιά αφού περάσαμε πρώτα από τη Μονεμβασιά -αλλά δεν ήταν εύκολα εκεί για τρεις γυναίκες μόνες-, κάτσαμε μερικές μέρες μόνο και συνεχίσαμε για το λιμάνι του Πειραιά.

- Και ο παππούς γιαγιά;

- Ο παππούς πιάστηκε αιχμάλωτος, όπως μάθαμε αργότερα. Συναντηθήκαμε μετά από δυο χρόνια. Είδα το όνομά του στους καταλόγους με τα ονόματα αυτών που έφταναν στο λιμάνι, τους τοιχοκολλούσαν καθημερινά οι αρχές, και έτσι συναντηθήκαμε».

- Αυτά δεν τα θυμάμαι καλά γιατί ο παππούς όπως ξέρεις δεν μιλούσε -συνέχισε η ξαδέρφη μου. Για εκείνο που είμαι σίγουρη είναι ότι έμεινε δυο χρόνους αιχμάλωτος και μέσα στην αιχμαλωσία έκανε ό,τι μπορούσε για να επιβιώσει και βοηθούσε και τους άλλους. Ελεγαν, για παράδειγμα, οι Τούρκοι: «Ποιος ξέρει να σβήσει ασβέστη;» Ελεγε ο παππούς «εγώ», ενώ δεν είχε ιδέα. Αλλά πήγαινε και το προσπαθούσε από 'δώ από 'κεί, τα κατάφερνε. Είχανε πιάσει ψείρες και ασβέστωναν όλο το στρατόπεδο. Μετά έκανε ότι ήξερε να κουρεύει και μετά κάτι άλλο, κάτι άλλο. Με αυτά και μ' αυτά κατάφερε να επιβιώσει. Αλλά αυτά θα τα θυμάται καλύτερα ο Ακης, γιατί δεν τον ρωτάς;

Ρώτησα τον αδερφό μου.

- Ο παππούς ήταν αιχμάλωτος στα τάγματα εργασίας, αυτά που πήγαιναν βαθιά μέσα στην Ανατολία. Οχι, δεν το έσκασε· είχε προσπαθήσει, μα δεν τα κατάφερε. Ηρθε στην Ελλάδα με τις ανταλλαγές των αιχμαλώτων. Εψαχνε ο παππούς τη γιαγιά και η γιαγιά τον παππού και κατάφεραν να βρεθούν μέσα από τις λίστες με τα ονόματα των επαναπατρισθέντων του Ερυθρού Σταυρού. Ο θείος Μανώλης γύρισε κι αυτός πιο μετά.

Αλλά θυμάμαι ότι οι γυναίκες δεν βγήκαν κατ' ευθείαν στον Πειραιά. Πρώτα έζησαν στη Μυτιλήνη, κατόπιν οδηγήθηκαν στη Μονεμβασιά, πέρασαν ακόμη σ' ένα μέρος που δεν το θυμάμαι και μετά ενώθηκε η οικογένεια όλη στην Κοκκινιά. Μέχρι που ο παππούς και η γιαγιά έφυγαν για τη Θήβα, για να βάλουν καπνά.

- Ναι, εκεί ήρθε η δεύτερη καταστροφή -αντιγύρισα. Θυμάμαι που έλεγε ότι έπεσε ακρίδα στα καπνά και καταστραφήκανε ακόμη μια φορά. Ο ένας αδερφός του παππού που είχε σωθεί, ο Δημητράκης -οι άλλοι δυο χάθηκαν στην καταστροφή, μαζί με τον άντρα της Φωτεινής-, τους έπεισε να το επιχειρήσουν.

Στήσαν τις καλλιέργειες με τις λίρες που κατάφεραν να περάσουν στα ρούχα του Γιωργάκη, γιατί αυτές που είχαν βάλει στα φουστάνια τούς τις βρήκανε και τις πήρανε. Αλλά δυστυχώς δεν τους ευνόησε η τύχη και πάλι τα έχασαν όλα. Δυο φορές κατεστραμμένοι.

Και τότες η Βασιλεία, που το νυφιάτικο μεταξωτό της σεντόνι χώραγε -όπως έλεγε- σε μια δαχτυλήθρα, βρέθηκε να ζει «πρόσφυγια» σ' ένα σπίτι χωρίς ταβάνι· αυτή που ήταν όμορφη σαν Παναγιά και γι' αυτό τη σταμάτησε ο αδερφός της από το σχολείο -γιατί περνούσε μπροστά από τον καφενέ και τη βλέπανε οι άντρες· αυτή που δίψαγε για γνώση και ήθελε να γίνει καλλιτέχνιδα και ξέσπαγε το ταλέντο της κάθε Πάσχα, όταν έψελνε το «Ασπιλε, Αμόλυντε, Αφθορε, Αχραντε», βρέθηκε ξένη, να ζει φτωχικά.

Φτωχικά όχι γιατί τους έλειψε το φαγητό -μετρημένο ήταν, αλλά δεν άφησε ο παππούς να λείψει ακόμα κι όταν οι ψυχές γινήκαν επτά στην οικογένεια, ούτε στην κατοχή-, αλλά γιατί της έλειπε αυτό που ζούσε στην πατρίδα, ο εκεί πολιτισμός, που μέσα του άνθισε 22 χρόνια. Ας ήταν κι ορφανή από πατέρα.

Τα κλάματά της για τη ζωή που χάθηκε τα σταμάταγε ο πόνος της αδερφής της, που βρέθηκε χήρα σχεδόν εικοσιτεσσάρων χρόνων, με δυο παιδιά -παράβλεψα να αναφέρω την Ευδοξούλα-, ξεριζωμένη, κι αργότερα στον πόλεμο του '40 έχασε και τον γιο, που της έλεγε: «Βασιλεία, μη μιλάς, εσένα το πάπλωμά σου τους σκεπάζει όλους».

Εμείς, όμως, τα δέκα εγγόνια της Βασιλείας Βασιλειάδου και του Γιώργου Αποστόλογλου ή Φράνσαλη -παρατσούκλι που το είχε από τους συντοπίτες του, γιατί πριν από την καταστροφή έφυγε να γλιτώσει τον τούρκικο στρατό και πήγε στη Γαλλία- μεγαλώσαμε αγκαλιά με τον θρήνο και της αδερφής της γιαγιάς που έμενε ξάγρυπνη ολοβραδίς και μοιρολογούσε το χαμένο της σπλάχνο: «Α, τζιγέρι μου, τζουτζουγούμ». Και μερικές φορές, εξασθενημένη από το πένθος -ορφανή από πατέρα, χήρα, έχασε και παιδί-, την έπιανε τρέλα, έλεγε η θεία μου η Μαριώ, κι έφευγε τρέχοντας προς τα χωράφια και ούρλιαζε.

Εκτός από τη γυναικεία θρηνωδία, μεγαλώσαμε δίπλα σε έναν παππού που δεν μίλησε ποτέ, παρά μόνο για χαρές. Κι σ' αυτές λιγομίλητος. Ομως στα μάτια του, στο πρόσωπό του ολάκερο άστραφτε ο ήλιος μιας βουβής ευχαρίστησης. Γιατί είχε επιβιώσει, είχε κάνει οικογένεια, μεγάλωσε τα παιδιά του και ευχαριστιόταν κι εγγόνια. Είχε εκπληρώσει αγόγγυστα το αρχέτυπο του άντρα, του πατέρα, του συντρόφου, του συνοδοιπόρου, του προστάτη.

Με τις χαρές τού σήμερα ξόρκιζε τα πάθη του παρελθόντος. Κι εκτιμούσε όλα όσα είχε καταφέρει. Δεν μας μίλησε ποτέ για το τι έζησε, κι όταν η γιαγιά το παράκανε στον θρήνο, της έβαζε πόστα: «Ντε κι ντι, Βασιλεία, ντε κι ντι. Σώπαινε πια».

Εμεινε στα παιδικά μου μάτια το ευθυτενές παράστημά του, περήφανο, μα δίχως αέρα αλαζονείας. Σε κάθε του βουβό βλέμμα, σε κάθε του στιγμή σιγής, σε κάθε ατένισμά του στον ορίζοντα, έβλεπα έναν καμαρωτό αετό που πέταγε πέρα από το συννεφιασμένο παρελθόν. Εβλεπα την αγάπη για τη ζωή που έχουν οι άνθρωποι που έχουν καταφέρει να επιβιώσουν, ψυχικά, μιας καταστροφής. Κι αυτός είχε ζήσει δυο πολέμους, αιχμαλωσία, ξεριζωμό, απώλεια των ανθρώπων του.

Και το φως στα μάτια του... Στάλες λαμπύριζε η χαρά στο βλέμμα του όταν ήμασταν όλοι μαζί ή όταν στριμωχνόμασταν τα εγγόνια στον ίσκιο του. Κρεμόμασταν από εκείνο το χαμόγελο που ξεγλίστραγε με πονηράδα -σαν μικρό παιδί που έκανε αταξία και την απολάμβανε πιότερο κι από ένα απαγορευμένο γλυκό-, αψηφώντας τον ψαρό όγκο απ' το πάντα καλοπεριποιημένο μουστάκι του. Και στην προσφώνησή του «Βασιλεία, ε, Βασιλεία, ήρθαν τα πουλάκια!», απολαμβάναμε όλες τις εκφάνσεις της αγάπης που θα μπορούσε να ζητήσει παιδική ψυχή.

Καμάρι και ευχαρίστηση ξεχείλιζε το βουβό του παρών. Ηταν τα μόνα που δεν θέλησε ποτέ να κρύψει, κι αυτά αποτυπώθηκαν, καταγράφηκαν στο μέσα μου. Τότε, απλά τα μάτια μας κατέγραφαν και ρουφούσαν σαν σφουγγάρι τις πληροφορίες. Τώρα, είναι καταπληκτικό που μπορούμε να αναγνώνουμε στη ζωή μας, στις αντιδράσεις, στις προτιμήσεις μας, στην παραμικρή μας κίνηση, το πώς κατέγραψε ο ψυχισμός μας αυτή τη στάση του κορμιού, που ήταν στάση ζωής. Βουβός δάσκαλος. Κουρασμένος, αλλά νικητής.

Μαγευτικός ο μηχανισμός του... ενδοβάλλειν και στα κληρονομήματα της γιαγιάς. Ο θρήνος, τα «θέλω», τα «είμαι», οι αναμνήσεις της. Γιατί κάθε άνθρωπος διαφορετικά διαχειρίζεται τον ξεριζωμό, την καταστροφή, τον θάνατο, την απώλεια.

Παρ' όλο που δεν έζησα τη ζωή της παρά μόνο μέσα από τα μάτια, τη χροιά της φωνής της, την αύρα της, δεν ακολούθησα σε κανένα ταξίδι την οικογένειά μου στα χνάρια της ρίζας μας, δεν πάτησα ποτέ τα χώματα της «πατρίδας», που έλεγε η γιαγιά, φοβάμαι την ανάκληση της μνήμης.

- Βάση μου, είναι πολύ σωστό αυτό που λες, είναι πλέον επιστημονικά αποδεδειγμένο. Θεωρείται δεδομένο πια ότι όσα ζουν οι πρόγονοί μας καταγράφονται στο κύτταρο και μας κληροδοτούνται. Κι εγώ, ξανά και ξανά, επιστρέφω σ' αυτό. Βρίσκω μπροστά μου, διάφορες φορές, ένα φόβο, αυτόν της διάλυσης και της καταστροφής.

Σε καταλαβαίνω. Τ' ακούγαμε όταν ήμασταν παιδιά, δεν καταλαβαίναμε· τ' ακούγαμε σαν παραμύθι. Αργότερα, πολύ αργότερα, μπόρεσα κι εγώ να καταλάβω τι έλεγε αυτή η γυναίκα. Να νιώσω τον πόνο, τον χαλασμό που ένιωσε μέσα της.

Μακάρι να πάμε πάλι στον Κιρκιντζέ όταν θα είσαι έτοιμη. Σε βεβαιώνω ότι θα γλυκάνει κάπως η ψυχή σου. Πρέπει να το δεις με τα μάτια σου γιατί είναι καταπληκτικό. Το χωριό είναι αχάλαστο, είναι ακριβώς όπως το περιέγραφε η γιαγιά. Σαν να έχει σταματήσει ο χρόνος. Η πλατεία, η κρήνη του χωριού, το σχολειό που πήγαινε, μπήκαμε μέσα... το καταλαβαίνεις; Ηταν μια εικόνα που έβγαινε από την αφήγηση της γιαγιάς κι ήταν συγκλονιστικό να τη βλέπεις μπροστά σου.

Ηταν σαν να αγκαλιαστήκαμε μετά από ακόμη μια καταστροφή αυτή η ανταλλαγή, παρότι μας χώριζαν χιλιόμετρα γης και θάλασσα. Ανάμεσα σε κλάματα και γέλια κάναμε ακόμη έναν απολογισμό της μέχρι τώρα ζωής μας.

- Αϊντε, Βάσω μου, το κάναμε πάλι το μνημόσυνο της γιαγιάς.

- Είναι που πλησιάζει η επέτειος της καταστροφής ή πιάσαμε τα πενήντα και πήραν κεφάλι οι αναμνήσεις; Μήπως μεγαλώσαμε και γινόμαστε σαν τις μανάδες μας; είπε ψάχνοντας τη σωστή απάντηση στο αναρώτημά της.

- Ο,τι και να 'ναι, για καλό είναι. Χαράζουμε πορεία -είπα, βάζοντας ένα τέλος στην αναπόληση.

Σηκώθηκα, σκούπισα τα δάκρυα και τράβηξα προς τον ήλιο. Θυμήθηκα τον παππού πώς αυτοσαρκαζόταν για να μένει σε ισορροπία: «Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά και θα λυγίσει ο κλώνος και θα σου φύγει το πουλί και θα σου μείνει ο πόνος».

ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΠΟΛΗ
Ανταπόκριση από τα Τίρανα
Ο ουρανός στα Τίρανα μένει στριμωγμένος ανάμεσα στους βιαστικά σηκωμένους ουρανοξύστες και τα βουνά που τα περιβάλλουν. Βαρύς ουρανός σαν γλώσσα γεμάτη σύμφωνα, σχεδόν μεταλλική στον ήχο της. Κάθε τι σε αυτήν...
Ανταπόκριση από τα Τίρανα
ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΠΟΛΗ
Αγαπητό 2016…
Και ενώ οι μέρες περνούν και πλησιάζουμε σταθερά προς την Πρωτοχρονιά τα πλήθη φαντασιακά συνάζονται ήδη για να γιορτάσουν ένα χαρμόσυνο γεγονός. Οχι τον ερχομό του νέου έτους αλλά τον θάνατο του παλαιού. Το...
Αγαπητό 2016…
ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΠΟΛΗ
Η επαφή
Λογοτεχνική κριτική για ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε ποτέ από έναν συγγραφέα που ποτέ δεν υπήρξε.
Η επαφή
ΑΠΟΨΕΙΣ
Οτιδήποτε καλό είναι να μας έρθει θα μας το φέρουν οι Γλέζοι του μέλλοντος
«Πηγαίνετε, βγείτε έξω. Τα τελευταία λόγια είναι για τους ανόητους που δεν έχουν πει αρκετά» (Καρλ Μαρξ) Nα που έσπασε η δικτατορία της...
Οτιδήποτε καλό είναι να μας έρθει θα μας το φέρουν οι Γλέζοι του μέλλοντος
ΝΗΣΙΔΕΣ
Γραβάτες και κουκούλες
Από τη μια έχουμε το κύρος και την επισημότητα, την «εξουσία», ας πούμε, του λαιμοδέτη, κι από την άλλη, στο αντίθετο άκρο του διαλεκτικού φάσματος, ας βάλουμε την κουκούλα, που συμβολίζει τη ρήξη, ακόμα και...
Γραβάτες και κουκούλες

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας