• Αθήνα
    Αίθριος καιρός
    15°C 12.2°C / 16.2°C
    0 BF
    58%
  • Θεσσαλονίκη
    Αίθριος καιρός
    14°C 9.6°C / 16.0°C
    0 BF
    55%
  • Πάτρα
    Αίθριος καιρός
    15°C 13.0°C / 15.5°C
    3 BF
    58%
  • Ιωάννινα
    Αίθριος καιρός
    5°C 4.9°C / 8.6°C
    1 BF
    81%
  • Αλεξανδρούπολη
    Ελαφρές νεφώσεις
    9°C 8.9°C / 8.9°C
    0 BF
    87%
  • Βέροια
    Σποραδικές νεφώσεις
    12°C 9.0°C / 15.4°C
    2 BF
    56%
  • Κοζάνη
    Αίθριος καιρός
    6°C 5.4°C / 9.4°C
    2 BF
    56%
  • Αγρίνιο
    Αίθριος καιρός
    14°C 13.6°C / 17.6°C
    2 BF
    50%
  • Ηράκλειο
    Σποραδικές νεφώσεις
    19°C 15.4°C / 19.8°C
    4 BF
    65%
  • Μυτιλήνη
    Αίθριος καιρός
    17°C 9.9°C / 16.9°C
    2 BF
    59%
  • Ερμούπολη
    Αίθριος καιρός
    18°C 17.3°C / 19.6°C
    5 BF
    59%
  • Σκόπελος
    Αίθριος καιρός
    12°C 11.6°C / 11.6°C
    1 BF
    43%
  • Κεφαλονιά
    Αίθριος καιρός
    15°C 14.9°C / 14.9°C
    1 BF
    65%
  • Λάρισα
    Αίθριος καιρός
    6°C 5.9°C / 10.5°C
    0 BF
    93%
  • Λαμία
    Αίθριος καιρός
    10°C 10.5°C / 10.5°C
    1 BF
    58%
  • Ρόδος
    Ελαφρές νεφώσεις
    20°C 17.8°C / 20.4°C
    3 BF
    35%
  • Χαλκίδα
    Αίθριος καιρός
    15°C 12.4°C / 16.4°C
    0 BF
    64%
  • Καβάλα
    Σποραδικές νεφώσεις
    14°C 10.3°C / 15.5°C
    2 BF
    70%
  • Κατερίνη
    Αίθριος καιρός
    13°C 9.7°C / 16.1°C
    2 BF
    59%
  • Καστοριά
    Αίθριος καιρός
    6°C 5.8°C / 5.8°C
    1 BF
    51%

O Μπέρτολτ Μπρεχτ

Ενας μανιώδης αναγνώστης της αστυνομικής λογοτεχνίας

  • A-
  • A+
Ακολουθήστε μας στο Google news

Μια από τις λιγότερο γνωστές πλευρές του Μπέρτολτ Μπρεχτ είναι η πολυσήμαντη σχέση του με το αστυνομικό μυθιστόρημα, και μάλιστα από τα νεανικά του χρόνια, όταν ως πρωτοετής φοιτητής της Ιατρικής στο Μόναχο παρακολούθησε διαλέξεις για την αστυνομική λογοτεχνία.

Η βάση πάνω στην οποία εδραζόταν ο ομολογημένος από τον ίδιο αναγνωστικός εθισμός του σ’ αυτό το περιφρονημένο λογοτεχνικό είδος ήταν η πεποίθησή του ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα υπάρχει και ανθεί στο έλος αυτού που ειρωνικά αποκαλούσε Κακό Καθεστώς.

Οπου «η κτηνωδία, η εκμετάλλευση της άγνοιας (και) η αντικοινωνικότητα αποδίδει πολύ περισσότερο παρά μια ανθρώπινη συμπεριφορά»· όπου «οι έμποροι δημιουργούν την πείνα για να την εμπορευτούν, οι υπάλληλοι περιφρονούν το Σύνταγμα, οι δικαστές εφαρμόζοντας τους νόμους δικαιώνουν το άδικο, οι δημοσιογράφοι αγοράζονται για να διαστρεβλώνουν, οι πολιτικοί προδίδουν τους οπαδούς τους, οι μηχανικοί πληρώνονται και αποσιωπούν τις εφευρέσεις τους, οι γιατροί δίνουν στον άρρωστο ψευτοφάρμακα αντί για τα ακριβά, ο ένας κοιτάει να αρπάξει τη δουλειά του αλλουνού (ακόμα και όταν αυτή δεν τρέφει το δουλευτή της)».

Η ενασχόληση του Μπρεχτ με το αστυνομικό μυθιστόρημα κατείχε πάντα μια ξεχωριστή θέση στην κατανομή του παραγωγικού χρόνου του.

Τις σκέψεις και τις παρατηρήσεις του για το είδος τις διατύπωνε σε σύντομα κριτικά κείμενα αλλά και σε ημερολογιακές και αυτοβιογραφικές σημειώσεις σε όλη τη διάρκεια του δημιουργικού βίου του.

Φυσικά, όλα τους φέρουν τη συνεπίδραση της προβληματικής της εποχής, της επικαιρότητας, των εκάστοτε δραματουργικών προτεραιοτήτων του, της προσωπικής και οικογενειακής κατάστασής του, αλλά και της παράλληλης πορείας της στράτευσής του στον μαρξισμό.

Οι απόψεις του διαφοροποιούνται σε δύο περιόδους. Στη νεότητά του μέχρι το 1928, του αρέσουν τα μυθιστορήματα του Γκίλμπερτ Κιθ Τσέστερτον, του Αρθουρ Κόναν Ντόιλ και των άλλων συγχρόνων τους της σχολής του «αγγλικού ορθολογισμού».

Μετά το 1928 (χρονιά που έκανε πρεμιέρα η «Οπερα της πεντάρας», ακολούθησε η «Ανοδος και πτώση της πόλης Μαχαγκόνυ») η συλλογιστική του αλλάζει.

Απομακρύνεται από τον «εσωτερισμό» των ιστοριών με ντετέκτιβ, όπου κυριαρχεί η επικέντρωση στον ψυχισμό του εγκληματία και στις ικανότητες των διωκτών του, και υιοθετεί την αρχή της διερεύνησης των αιτιών του εγκλήματος με βάση τις κοινωνικές αιτίες που διαπλάθουν την ψυχοσύσταση και τα κίνητρα του εγκληματία και φέρνουν συχνά τους διεφθαρμένους διώκτες του να συνεργάζονται μαζί του.

Με βάση αυτή την περιοδολόγηση, επιχειρούμε μια ενδεικτική χαρτογράφηση της εξέλιξης των απόψεών του:

Το αστυνομικό μυθιστόρημα ως καταφύγιο απομόνωσης και διαφυγής:

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1921, γράφει στο Ημερολόγιό του: «Οργώνω με τις σόλες μου τη δενδροστοιχία με τις καστανιές, σφυρίζω στο άγιο πνεύμα, διαβάζω αστυνομικά μυθιστορήματα πίνοντας καφέ και δεν μπορώ να ξεκολλήσω από αυτά».

Στα «Αυτοβιογραφικά σχεδιάσματα 1920-1954», γύρω στο 1952, σημειώνει: «Κάπου κάπου -κι αυτό γινόταν πάντα έτσι- κυριεύομαι από μια ορισμένη πνευματική ανησυχία και απομονώνομαι. Κλείνομαι σε ένα είδος σπηλιάς και διαβάζω αστυνομικά μυθιστορήματα».

Ως πρώτη ύλη για τη μελέτη του ψυχισμού, των κινήτρων και της στάσης του εγκληματία απέναντι στο έγκλημα που διέπραξε:

Για παράδειγμα, στις 28 Σεπτεμβρίου 1921 στο Ημερολόγιό του ο Μπρεχτ έγραψε για τον δύστυχο πρωταγωνιστή ενός ενδοοικογενειακού εγκλήματος, ο οποίος διέθετε «λιγοστές σκέψεις στο κρανίο του», δεν είχε «καμία άποψη για τη μοίρα του» και έτσι η αφελής υπόστασή του ήταν μοιραίο να τον οδηγήσει στο αναπόφευκτο: «Η ανάκριση ασχολήθηκε με αποστροφή μαζί του, δεν διαπραγματεύτηκαν μ’ αυτόν, τον πουλήσανε. Τον ξεγέλασε η σκέψη ότι ήταν δύσκολο να κάνουν αδικία κι έτσι τον μπλέξανε! Του φορτώσανε ένα φόνο και μετά απ’ αυτό συμπεριφέρεται σαν φονιάς: κάπως σιωπηλός, κάπως χαμένος, κάπως αλαζονικός∙ και πολύ απελπισμένος. Αλλά, προπαντός, σαν κάποιος που δεν μπορεί να συλλάβει την πραγματικότητα. Αν έκανε τον φόνο (το ότι δεν τον έκανε) είναι αδιάφορο».

Ως κριτικό αντίβαρο στη λόγια λογοτεχνία:

Στο «Ας επιστρέψουμε στο αστυνομικό μυθιστόρημα» (1926) επιτίθεται με σφοδρότητα κατά της γερμανικής λογοτεχνικής σκηνής του καιρού του και αντιπαρατάσσει το αστυνομικό μυθιστόρημα ως αντιστάθμισμα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν άλλο δρόμο τη «βόρεια» πρόζα.

Αναφερόμενος σε συγγραφείς και μυθιστορήματα -ανάμεσά τους στον Τόμας Μαν και στα έργα του «Μπουντενμπρόοκς, Η παρακμή μιας οικογένειας» (1901) και «Το μαγικό βουνό» (1924)- θεωρεί ότι έχουν παραδοθεί άνευ όρων στον ανούσιο συναισθηματισμό, στη σχολαστική υφολογική σχηματοποίηση που πνίγει τη σκέψη, στην πολυλογία και στη χρήση μιας γλώσσας ακατανόητης στους πολλούς.

Οι έξι κριτικές αναφορές του έχουν ως κατακλείδα παραλλαγές της φράσης «Ας επιστρέψουμε στα αστυνομικά μυθιστορήματα!», για να καταλήξει στο συμπέρασμα: «τα αστυνομικά μυθιστορήματα είναι η μοναδική ευκαιρία μέσω της οποίας γίνομαι υβριστικός έναντι της λογοτεχνίας. Ας επιστρέψουμε σ’ αυτά!»

Στα «Σχόλια για το αστυνομικό μυθιστόρημα» χαρακτηρίζει την ίδια την ιστορία της λογοτεχνίας ως αστυνομικό αφήγημα, το οποίο θα πρέπει «να το χρησιμοποιούν ως περιστασιακό ανάγνωσμα», ακόμη και οι συγγραφείς που δεν έχουν καμία σχέση μ’ αυτό.

Συνεχίζοντας, επισημαίνει ότι πίσω από τους δύο εντελώς διαφορετικούς λογοτεχνικούς κλάδους, το δράμα και την επική ποίηση, υπάρχει αθέατο και λειτουργεί ένα άγραφο λογοτεχνικό συμβόλαιο: «Το γλωσσικό ιδίωμα του υποκόσμου».

Πρόκειται για παράγοντα που για τον Μπρεχτ παίζει καθοριστικό ρόλο στη ρεαλιστικότητα της λογοτεχνικής αφήγησης επειδή: «Ολα τα συμβάντα της ανθρώπινης ζωής −συναισθήματα, χειρονομίες, θεωρητικές απόψεις, περιπλοκές, καταστάσεις− λαμβάνονται υπόψη (δηλαδή παράγονται μαζικά και πωλούνται εξαντλητικά) μόνο στον βαθμό που το γλωσσικό ιδίωμα του υποκόσμου διαθέτει γι’ αυτά τις αντίστοιχες εκφράσεις».

Και καταλήγει: «Εν όψει μιας συγκεκριμένης κατάστασης στον λογοτεχνικό χώρο, η οποία δεν βελτιώνεται με δημόσια κριτική, είμαι κατά συνέπεια, σε ό,τι με αφορά, εξαιρετικά υπέρμαχος των αστυνομικών μυθιστορημάτων».

Στο ίδιο κείμενο διαπιστώνει ότι ως λογοτεχνικό είδος έχει μια μοναδικότητα: το «υγιές σχήμα» που παρέχει στον συγγραφέα τη δυνατότητα ανάπτυξης μιας «εσωτερικής αντίστασης», προκειμένου να τιθασεύει και να εξισορροπεί την εξέλιξη της πλοκής εντός των ορίων του. «Στην εποχή μας», γράφει, «αν εξαιρέσουμε την οπερέτα και την επιθεώρηση, ίσως μόνο τα αστυνομικά μυθιστορήματα μεταξύ των προϊόντων ανώτερου καλλιτεχνικού επιπέδου έχουν τέτοιο υγιές σχήμα».

Ως μέσο για τη διάδοση της αλήθειας σε πολλούς:

Στην περίφημη ομιλία του «Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια» (1935), σε ένα φασιστικό καθεστώς, γράφει: «Πραγματικά, το υψηλό λογοτεχνικό επίπεδο χρησιμεύει σαν ασπίδα για ένα κείμενο. Συχνά όμως ξυπνά τις υποψίες. Τότε μπορεί κανείς να το χαμηλώσει επίτηδες. Αυτό γίνεται, για παράδειγμα, όταν κανείς με την περιφρονημένη μορφή του αστυνομικού μυθιστορήματος μπάζει λαθραία, σε ανύποπτα μέρη, περιγραφές κοινωνικών συνθηκών. Τέτοιες περιγραφές θα δικαίωναν δίχως άλλο ένα αστυνομικό μυθιστόρημα».

Ως πεδίο κριτικής της αγγλοσαξονικής σχολής αλλά και ως αντικείμενο επίμονης διερεύνησης της διανοητικής και ψυχαγωγικής απόλαυσης που προσφέρει:

Τον Σεπτέμβριο του 1933, οκτώ μήνες μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ο Μπρεχτ συναντήθηκε στο Παρίσι με τον επίσης εξόριστο Βάλτερ Μπένγιαμιν.

Για μια βδομάδα σχεδόν, οι δυο φίλοι συζητούσαν για τον σχεδιασμό και για την από κοινού συγγραφή μιας σειράς αστυνομικών μυθιστορημάτων.

Δυστυχώς, μέσα στις συνθήκες της εξορίας και των συνεχών μετακινήσεών τους, το σχέδιο παρέμεινε ανεκπλήρωτο.

Από κάποιες σημειώσεις εργασίας που έχουν διασωθεί, επιβεβαιώνεται ότι επρόκειτο για μυθιστορήματα που θα κινούνταν στον αντίποδα των ιστοριών με ντετέκτιβ.

Οι αλλαγές που σκόπευαν να κάνουν αφορούσαν: το πότε θα γινόταν γνωστός ο ένοχος (μόνο ο ντετέκτιβ και ο αναγνώστης θα τον ανακάλυπταν στο τέλος)· την περιορισμένη πίστη του εκπροσώπου του νόμου στην έννομη τάξη, ο οποίος θα είχε παράλληλα και ένα ιδιαίτερο πάθος (π.χ. ερασιτέχνης φωτογράφος)∙ την υπονόμευση της ορθολογιστικής βεβαιότητας του αναγνώστη, θολώνοντας τα όρια μεταξύ ενοχής και αθωότητας· τους πρωταγωνιστές, που θα ήταν οι εγκληματίες και οι κοινωνικές συνθήκες που τους δημιούργησαν και όχι ο ντετέκτιβ∙ τον άνθρωπο του νόμου (αστυνόμο, ντετέκτιβ, δικαστή) και τον εγκληματία, που δεν θα ήταν πάντα αντίπαλοι, αλλά, όπως συνήθως συμβαίνει, θα βρίσκονταν στην ίδια όχθη.

Στον επόμενο χρόνο (έξι χρόνια μετά την «Οπερα της πεντάρας» και τέσσερα από την ομώνυμη ταινία το 1931), κυκλοφορεί στο Αμστερνταμ «Το μυθιστόρημα της πεντάρας» (1934).

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν το χαρακτηρίζει «σατιρικό μυθιστόρημα μεγάλης κλάσης», αλλά και «οριακή περίπτωση αστυνομικού μυθιστορήματος», στο οποίο ο Μπρεχτ εφάρμοσε την αρχή των κοινωνικοοικονομικών κινήτρων του φόνου.

Στο Σβέντμποργκ ο Μπρεχτ γράφει το σημαντικό δοκίμιο «Για το αστυνομικό μυθιστόρημα - Μικρή έρευνα για τη λαϊκότητά του» (1938).

Επισημαίνει ότι πρόκειται για είδος που «εμφανίζει χωρίς αμφιβολία όλα τα χαρακτηριστικά λογοτεχνικού κλάδου σε άνθιση», το διαχωρίζει από το «ψυχολογικό μυθιστόρημα» και εκτιμά ότι από όλα τα άλλα είδη του λόγου είναι το πιο πρόσφορο για να αναδειχθεί το πως «οι κοινωνικές συνθήκες είναι, τελικά, που κάνουν δυνατό ή αναγκαίο το έγκλημα», αφού αυτές είναι που «εξαγριώνουν τον χαρακτήρα, αυτές είναι που τον διαμορφώνουν» και όχι η «κακή συμπεριφορά των ανθρώπων», τα δήθεν «φριχτά κι αγιάτρευτα ανθρώπινα ελαττώματα».

Ωστόσο, η ψυχαγωγική απόλαυση που προσφέρουν οι ιστορίες με ντετέκτιβ προκαλείται από την παρακίνηση του αναγνώστη να εμπλακεί σε μια αγωνιώδη διαδικασία παρατήρησης, όπου καθοριστικό ρόλο παίζουν: «το απροσδόκητο», τα «πράγματα που δεν κολλάνε», η «κριτική διερεύνηση» του τι είναι αλήθεια, τι ψέμα και τι πλάνη, η υποψία ότι πίσω από τα γεγονότα κρύβονται άλλα γεγονότα, η παραπειστική περιγραφή των χαρακτήρων και, τέλος, η «συναγωγή συμπερασμάτων και η λήψη αποφάσεων» όπου ο αναγνώστης θα καταλήξει όταν θα έχει πια σκορπίσει το σκοτάδι.

Ο αναγνώστης γοητεύεται από τις υπεράνθρωπες ικανότητες του ντετέκτιβ ο οποίος, χωρίς να πολυσκοτίζεται για τον «προσδιορισμό της αιτιότητας των ανθρώπινων ενεργειών», καταφέρνει πάντα να συλλαμβάνει την αιτιώδη αλυσίδα των πραγματικών περιστατικών και των ενδείξεων, να τις καθαρίζει από παραπλανητικές προσμίξεις (σκόπιμες ή τυχαίες) και, στο τέλος, με έναν μαγικό τρόπο να βάζει τους κρίκους της αλυσίδας στη σειρά: από τη μία άκρη της (το έγκλημα) μέχρι την άλλη (την ανακάλυψη του εγκληματία).

Ζώντας σε συνθήκες αλλοτρίωσης, ανασφάλειας και κοινωνικής απομόνωσης, η ψυχαγωγική ευχαρίστηση που αντλούν οι αναγνώστες οφείλεται στο ότι «η καθημερινότητα σπάνια μάς επιτρέπει μια τόσο αποτελεσματική διαδικασία συλλογισμών», αλλά και στο ότι «ο άνθρωπος στην πραγματική ζωή σπάνια αντιλαμβάνεται πως αφήνει ίχνη, όσο τουλάχιστον δεν φτάνει στο έγκλημα για να ανακαλύψει (τελικά) η αστυνομία αυτά τα ίχνη».

Τι μένει στο τέλος; Υποκύπτοντας στη γοητεία του επινοημένου ορθολογισμού, ο οποίος δεν υπάρχει σε καθαρή μορφή στην πραγματική ζωή, ο αναγνώστης εγκλωβίζεται στον ίδιο του τον θαυμασμό για το «άπιαστο» και στην ικανοποίηση της εκδικητικής ανάγκης του, ταυτίζοντας τον εγκληματία που συλλαμβάνεται με όποιον και ό,τι νομίζει ότι φταίει για την κατάστασή του.

Ο Μπρεχτ, χωρίς να έχει αυταπάτες για τα όριά του, ουδέποτε σταμάτησε να αναζητά το πώς θα μπορούσαν, στο μέτρο του δυνατού, να αξιοποιηθούν τα αφηγηματικά εργαλεία του αστυνομικού μυθιστορήματος, η λαϊκότητα και η μαζικότητά του, ώστε να καταδειχθεί στους πολλούς πώς γεννιέται και αναπαράγεται αυτό που, συμβατικά, αποκαλούμε «έγκλημα», ενώ δεν είναι παρά το εγγενές γονιδιακό αποτύπωμα του καπιταλισμού, χωρίς την επικυριαρχία του οποίου του είναι αδύνατο να λειτουργήσει.

*Ο Ιερώνυμος Λύκαρης είναι συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Το τελευταίο του μυθιστόρημα «Ακου, πτώμα, να μαθαίνεις», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Βιβλιογραφικές αναφορές:
1) Μπέρτολτ Μπρεχτ «Διόρθωση παλιών μύθων και άλλες ιστορίες», μτφρ., πρόλογος και σχόλια Νάντια Βαλαβάνη, Καστανιώτης, 1993.
2) Μπέρτολτ Μπρεχτ «Για τη φιλοσοφία και τον μαρξισμό» (συλλογή κειμένων), μτφρ. Βασίλης Βεργωτής, Στοχαστής, 1987, σελ. 63.
3) Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Ημερολόγιο και Αυτοβιογραφικά σχεδιάσματά του 1920-1954», Επιλογή από το περιοδικό «Πολιτιστική», αρ. τεύχους 39-41, Ιανουάριος – Μάρτιος 1987, μτφρ. Μαρία Χατζηγιάννη.
4) «Ας επιστρέψουμε στο αστυνομικό μυθιστόρημα (1926), Σχόλια για το αστυνομικό μυθιστόρημα», από τον τόμο «Ανατομία του αστυνομικού μυθιστορήματος», επιμέλεια Uri Eisenzweig, μτφρ. Βαγγέλης Μπιτσώρης, Αγρα, Αθήνα 1986, σελ. 123 -141.
5) Μπρεχτ, «Για το Ρεαλισμό – Για το Αστυνομικό Μυθιστόρημα», μτφρ. Κ. Παλαιολόγος, Πλανήτης, Αθήνα 1974.
6) Μπέρτολτ Μπρεχτ «Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια», Πολιτικά κείμενα, μτφρ. Βασίλης Βεργωτής, Στοχαστής, Αθήνα 1971, σελ. 28.
7) Μαριάνε Κέστιγκ, «Μπρεχτ», μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, Πλέθρον, Αθήνα 1985, σελ. 48.
8) Βάλτερ Μπένγιαμιν, «Δοκίμια για τον Μπρεχτ - Το μυθιστόρημα της πεντάρας», μτφρ. Νίκος Κολοβός, σελ. 107 – 117, Πύλη 1977.
9) Μπέρτολτ Μπρεχτ «Το μυθιστόρημα της πεντάρας», μτφρ. Δ. Διβάρης, Πάπυρος, 1971.
10) Todd Herzog, Crime stories. Criminalistic fantasy and the culture of crisis in Weimar Germany. Berghahn Books, New York, Oxford, 2009.
ΝΗΣΙΔΕΣ
Ελπίδες της νιότης που έμειναν στη μέση του δρόμου
Στο νέο του μυθιστόρημα «1983» ένας εικοσάχρονος φοιτητής, μετέχει ενεργά στην κατάληψη της σχολής του, είναι πολιτικοποιημένος, έχει εκδιωχθεί από το σπίτι του και προσπαθεί να βρει δουλειά για να ζήσει
Ελπίδες της νιότης που έμειναν στη μέση του δρόμου
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Ξεφλουδίζοντας το πένθος και τη γραφή
Το βραβευμένο βιβλίο (Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας ΗΠΑ, 2018) της Σίγκριντ Νιούνεζ προκάλεσε κριτικές και συζητήσεις με τον θάνατο και το μελαγχολικό πένθος να είναι από τα βασικά θέματά του.
Ξεφλουδίζοντας το πένθος και τη γραφή
ΝΗΣΙΔΕΣ
Ποτέ δεν είχαμε τον χρόνο
Σε αυτό το ιστορικό μυθιστόρημα προτάσσεται όχι μόνο ο έρωτας αλλά και το καθήκον και η λαχτάρα για ελευθερία με φόντο μια εποχή με πολλές αντιφάσεις, προδοσίες και εμφύλιο.
Ποτέ δεν είχαμε τον χρόνο
ΝΗΣΙΔΕΣ
«Δεν ρουφιανεύουμε κανέναν»
Με αφορμή τον Απρίλιο του 1990, όπου η Ανατολική Γερμανία ετοιμάζεται να προσχωρήσει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ο συγγραφέας στήνει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα.
«Δεν ρουφιανεύουμε κανέναν»
ΝΗΣΙΔΕΣ
Υπαινιγμοί και παρεκβάσεις
Το μυθιστόρημα του Π. Κωνσταντόπουλου αποτυπώνει «την ατμόσφαιρα αγωνίας των αστυνομικών» στο χειμωνιάτικο σκηνικό του καιρού και στον νωθρό ρυθμό ζωής της επαρχίας.
Υπαινιγμοί και παρεκβάσεις
ΝΗΣΙΔΕΣ
Το πλοίο της ελπίδας στα κύματα της εξορίας
Το βιβλίο της Ιζαμπέλ Αλιέντε είναι ένα πληθωρικό, επικό μυθιστόρημα, με καταιγιστική ροή και ανατροπές, μακρόσυρτο σαν το «μακρύ πέταλο από θάλασσα» που περιβάλλει τη Χιλή.
Το πλοίο της ελπίδας στα κύματα της εξορίας

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας