Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
«Είμαι ευτυχισμένος όταν γράφω…»
Φωτ: Βασίλης Μαθιουδάκης

«Είμαι ευτυχισμένος όταν γράφω…»

  • A-
  • A+

Συναντώ τον Χρήστο Αγγελάκο με φρέσκο ακόμα στο μυαλό μου το αποτύπωμα του καινούργιου του βιβλίου «Ψεύτικοι Δίδυμοι». Θα κυκλοφορήσει στις 9 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Μου το έστειλε σε ηλεκτρονική μορφή και δεν έκλεισα τον υπολογιστή μέχρι να το τελειώσω. Δεν μπορούσα και δεν ήθελα να το αφήσω.

Τα πρόσωπα του βιβλίου με «ακολουθούν», έρχονται μαζί μου στο σπίτι του.

Αναπόφευκτα μπαίνω στον πειρασμό να του ζητήσω εξηγήσεις για λογαριασμό τους, να ψάξω τους λόγους πίσω από τις πράξεις τους.

Αλλά, όπως πολύ σωστά μου εξηγεί ο Χρήστος, ο συγγραφέας τελειώνει μόλις βάλει την οριστική τελεία στο κείμενό του.

«Εγώ το έγραψα», μου λέει, «σημασία έχει πώς το διαβάζει ο αναγνώστης. Αυτός ξαναγράφει το βιβλίο από την αρχή…».

Βασίλης Μαθιουδάκης

● Μόνο που δεν μπορεί να βάλει το δικό του τέλος…

Ναι. Αλλά αν το τέλος είναι ανοιχτό, μπορεί να το φέρει στα μέτρα του. Για τον συγγραφέα το τέλος σημαίνει το πώς θέλει να πεθάνει ο ίδιος μέσα στο βιβλίο του.

● Στους «Ψεύτικους Διδύμους» μιλάς για δύσκολα πράγματα. Φυλακή, ναρκωτικά, ομοφυλοφιλία, προδοσία…

Μιλάω για τη ζωή στο όριο. Για το οριακό σημείο όπου φτάνουν κάποιοι νέοι, επιχειρώντας το πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση. Αυτός είναι ένας κοινός τόπος στα μυθιστορήματά μου («Η τελευταία εικόνα», «Το δάσος των παιδιών», «Ψεύτικοι Δίδυμοι»): η συντριβή στο τείχος της ενηλικίωσης. Ευελπιστώ ότι στο επόμενο μυθιστόρημα θα κάνω μια συνολική αλλαγή στο πώς βλέπω τη ζωή και τη λογοτεχνία.

● Δηλαδή κλείνεις μ’ αυτό το βιβλίο παλιούς λογαριασμούς;

Κλείνω έναν κύκλο.

● Πιστεύεις ότι τα καταφέρνουμε κάποια στιγμή να απαλλαγούμε απ' ό,τι μας έχει πληγώσει;

Δεν απαλλάσσεσαι, όχι. Το επεξεργάζεσαι. Το ολέθριο σφάλμα είναι να κλείσεις το καπάκι και να κάνεις πως δεν συνέβησαν τα πράγματα. Σε παραπέμπω σ’ αυτά που γράφω στο βιβλίο, σ’ αυτά που λέει η Κατερίνα Μάτσα για τις κρύπτες. Είναι λάθος να κρύβεις το τραύμα σου, την ντροπή σου, το πένθος σου μέσα σε μια κρύπτη. Οι κρύπτες συντηρούν ή και μεγεθύνουν την ένταση αυτών των ψυχικών συνθηκών.

● Η Κατερίνα Μάτσα, η Χριστίνα Μαξούρη και άλλα αληθινά πρόσωπα υπάρχουν στο βιβλίο και αλληλεπιδρούν με τους μυθιστορηματικούς ήρωες…

Ναι, είναι ένα παιχνίδι δικό μου στον δρόμο προς την αληθοφάνεια. Είναι όμως κι ένα βιβλίο γεμάτο ψέματα. Ηθελα να δώσω κάποιους ρεαλιστικούς δείκτες για να στηρίξω μια ψεύτικη αληθοφάνεια.

● Η ζωή προσέγγισε τη λογοτεχνία ή το αντίθετο;

Στη μέση συναντήθηκαν, σε μια γέφυρα. Θα βαριόμουν πολύ να γράψω μια ρεαλιστική ιστορία και να αυτοβιογραφηθώ. Για μένα τα άκρα, ρεαλισμός και φαντασία, αποτελούν ένα άλλο ζεύγος διδύμων.

● Το βιβλίο αρχίζει περιγράφοντας μια ειδυλλιακή εικόνα…

Ναι. Την παιδική ηλικία.

● Στην επαρχία. Ολα μοιάζουν ήσυχα, αθώα, ενώ στην πραγματικότητα πίσω από τις κλειστές πόρτες η εικόνα αλλάζει, είναι σκληρή. Ποια είναι η δική σου επαρχία;

Γεννήθηκα στην Αθήνα. Οι γονείς μου, εσωτερικοί μετανάστες το ’50, πήγαν στο Περιστέρι όπου ζούσαν κι άλλοι συγχωριανοί τους.

● Το χωριό μετακόμισε στην Αθήνα δηλαδή…

Ναι, κι ύστερα μετακόμισαν την Αθήνα στο χωριό κι αρχίσανε να καταστρέφουν τα τοπία με την επιδειξιομανία τους. Στις συνοικίες έμεναν όλοι μαζί σε δυο-τρία τετράγωνα. Εξακολούθησαν να κάνουν παρέα μεταξύ τους. Ο ένας είχε το μάτι του καρφωμένο στο σπίτι του άλλου. Ανήκω στη γενιά των παιδιών που έζησε όλη την πορεία της κοινωνίας προς τη μικροαστικοποίηση. Το καλό ήταν ότι οι γονείς θεωρούσαν δεδομένο πως τα παιδιά τους θα γίνουν καλύτερα απ’ αυτούς. Ηταν έτοιμοι να ματώσουν για να τα σπουδάσουν. Οι Ελληνες θέλουν πάντα ένα πράγμα: να καμαρώνουν για τα παιδιά τους. Που σημαίνει: τα παιδιά να υποστηρίζουν πάση θυσία τις επιλογές των γονιών.

● Στο βιβλίο γράφεις «η μοίρα είναι το γέλιο ενός ανύπαρκτου Θεού». Εσύ τι σχέση έχεις με τον Θεό;

Το λέει στο βιβλίο ο Βίκτωρας, ένα πρόσωπο ντοστογιεφσκικό, εξόριστο στην απουσία του Θεού και νοσταλγός της παρουσίας του. Η δική μου σχέση με τον Θεό ενισχύεται χρόνο με τον χρόνο, επηρεάζοντας και την πυκνότητα της προσευχής…

● Η προσευχή βοήθησε στην παρούσα κατάσταση που βιώνεις με την υγεία σου;

Προχωράω. Ξέρεις, έχω μια μαγκούρα που φαίνεται και μια μαγκούρα που δεν φαίνεται. Αυτήν που φαίνεται την έχω για να ανεβαίνω σκαλιά. Αυτή που δεν φαίνεται, η πίστη μου, είναι εκείνη με την οποία προχωράω. Δεν μπορώ να σου πω ότι βαδίζω πάντα ευθεία. Είναι όμως πλάι μου, προχωράει μαζί μου.

● Οι ήρωες του βιβλίου ζουν τη ζωή τους, αλλά χάνουν τις ρίζες τους. Νοσταλγούν τον τόπο τους. Εσύ τι νοσταλγείς;

Δεν είμαι άνθρωπος της νοσταλγίας. Δεν νοσταλγώ. Τις ηλικίες της ζωής μου τις έζησα εξαντλητικά και έντονα.

● Η αθωότητα δεν είναι κάτι που νοσταλγούμε μεγαλώνοντας;

Υπήρξαμε ποτέ αθώοι; Αναρωτιέμαι. Το ψάχνω και ανάμεσα στους ήρωες του βιβλίου. Η αθωότητα είναι μια έννοια αφηρημένη, μια κατασκευή. Πολύ πιο υλική είναι η λέξη αγάπη ή η λέξη φθόνος.

Βασίλης Μαθιουδάκης

● Ποιος ήταν το καλό παιδί στο σπίτι, εσύ ή ο αδερφός σου ο Κυριάκος;

Αλλάζαμε ρόλους συνέχεια. Οταν ο ένας ήταν τιμωρημένος, ο άλλος έβρισκε την ευκαιρία να παραστήσει το καλό παιδί. Ημασταν δοκιμασία για τους γονείς. Από την εφηβεία και μετά πέρασαν πολλά οι καημένοι.

● Για ποια εποχή μιλάμε;

Τη Μεταπολίτευση. Μέθη. Πολιτικοποιηθήκαμε, πήγαμε στην ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος και μετά Β' Πανελλαδική. Αποκαλυπτική περίοδος.

● Τι αποκάλυψε σε σένα;

Σαν να σπάσανε οι τοίχοι και ήρθαν καταπάνω μας οι Rolling Stones, τα ρεμπέτικα, ο Χατζιδάκις, ο Σαββόπουλος, η τζαζ. Η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος, το θέατρο. Ενας κατακλυσμός.

● Πώς βλέπεις την εξέλιξη της επικοινωνίας μέσω του διαδικτύου;

Αλλάξαμε γλώσσα, αλλάξαμε πολιτισμό με το ίντερνετ. Φτιάξαμε την κοινωνία χωρίς πρόσωπο. Δεν βλέπουμε τον άλλον. Το πρόσωπό του. Μιλάμε με εμότικον.

● Και στον έρωτα;

Στον έρωτα αποκαλύπτεται το πρόσωπο του άλλου με τρόπο συνήθως δραματικό και ανατρεπτικό.

● Ο αριθμός δύο σε απασχολεί στο βιβλίο…

Στο βιβλίο υπάρχουν πάντα δυαδικές καταστάσεις, ζεύγη που φτιάχνουν οι ήρωες στην πορεία της ζωής τους.

● Οπως και ο Βίκτωρας στο βιβλίο;

Οχι. Ο Βίκτωρας ζει στο κελί του σαν να είναι ο αμνιακός σάκος.

● Στο κελί αρχίζει να διαβάζει, κάτι που δεν έκανε ποτέ στη ζωή του μέχρι τότε. Τα βιβλία είναι η δόση του, λες…

Το έχω βιώσει και εγώ αυτό. Τα βιβλία μέσα σε μια κατάσταση εγκλωβισμού μπορούν να σπάσουν τοίχους, να διευρύνουν τη θέα, να σε βγάλουν σε ξέφωτα, να σου χαρίσουν την ιδέα της ελευθερίας.

● Αυτό έκαναν και σ’ εσένα;

Ναι, το δικό μου «κελί» ήταν το παιδικό δωμάτιο. Είχαμε δυο κρεβάτια, με τον αδερφό μου, κι ένα τραπέζι που διαβάζαμε και γράφαμε. Η μάνα μας έφερνε τα βιβλία με τις σακούλες. Διαβάζαμε για να σπάσουμε τους τοίχους στο άχαρο δωμάτιο.

● Τι βιβλία σάς αγόραζε;

Α, μας έπαιρνε όλο τον Ιούλιο Βερν από τις εκδόσεις Αγκυρα. Και μια φορά τούς ζήτησε την «Ασκητική» του Καζαντζάκη. Της λέει η πωλήτρια «πόσο χρονών είναι τα παιδιά σας;», «εννέα» απαντά εκείνη. Οι γονείς μας καμαρώνανε που διαβάζαμε. Δεν ξέρω τι καταλαβαίναμε αλλά η τυπωμένη σελίδα έγινε για μας ο τόπος μας.

● Ποιο είναι το «ιπτάμενο χαλί» που μας σώζει μέσα στη σημερινή πραγματικότητα;

Οι φίλοι. Αυτοί μας πάνε στα ψηλά και στα χαμηλά. Τα πρόσωπα που αγαπάμε.

● Λες κάπου «η ευτυχία είναι μοιραία». Αν υπάρχει ευτυχία, πώς θα την όριζες;

Το να αφήνεσαι στον Αλλον. Πηγαίνεις δίπλα του, ακουμπάς το κεφάλι σου στον ώμο του. Φέτος συνειδητοποίησα πως είμαι ευτυχισμένος όταν γράφω. Η ευτυχία μπορεί να είναι μοναχική, αρκεί να είναι συνδεδεμένη με τη δημιουργία.

● Αν μπορούσες να μιλήσεις σε έναν άνθρωπο, όπως έχεις εμένα απέναντί σου, ποιον θα επέλεγες σ’ αυτή τη φάση της ζωής σου;

Θα ήθελα να κουβεντιάζω με ήρωες της οθόνης. Με τον Αλέν Ντελόν στον «Σαμουράι», με τον Αλμπερτ Φίνεϊ στο «Κάτω από το ηφαίστειο», με την Τζίνα Ρόουλαντς στο «Μια γυναίκα υπό την επήρεια»…

● Φανταστικά πρόσωπα όλα…

Ναι, αλλά με αίμα στις φλέβες τους. Δεν τους αρκεί το πανί, κατεβαίνουν κι έρχονται δίπλα σου, γύρω σου, μέσα σου…

● Ξυπνώντας το πρωί, τι είναι πιο σημαντικό να βλέπεις δίπλα σου;

Την Τζένη.

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Ο θάλαμος της φαντασίας, το ψέμα και η αλήθεια

Ο Βικ ζητάει από τον Πάνο ένα φορτηγό με όνειρα για την Αυστραλία. Εκείνος δεν του χαλάει χατίρι. Τον βλέπει να κινείται στην περιφέρεια της παραίτησης και να εκτοξεύεται στο κενό. Ο έξω κόσμος μπορεί να τον τραυματίσει στην παραμικρή επαφή, ακόμα και οι μύγες χοροπηδάνε στις άκρες των νεύρων του. Μόνο η Αυστραλία τον κάνει να επιστρέφει σε κάτι που είναι και πραγματικό και ψεύτικο. Η φαντασία του τον ξαναστέλνει στο κέντρο, αρκεί να έχει έναν διαβήτη για να τον μπήξει στην καρδιά της Ραμόν. Ή στο μάτι της. Μόνο τότε θα βρει έκφραση η αγάπη του γι’ αυτήν.

                                                       ******

Ο Βίκτορας συνήλθε με τα ψέματα. Ο Πάνος έγινε το ατομικό του εργοστάσιο παραγωγής παραμυθιών, οι μηχανές στο φουλ, όλοι δουλεύουν διπλοβάρδια. Τη νύχτα φωταγωγείται, η γεννήτρια του Πάνου παράγει ενέργεια ικανή να τους κάνει οχτώ φορές τον γύρο της Αυστραλίας. Μόνο που η ήπειρος που ζωγραφίζει δεν υπάρχει, κανένας Ατλας δεν δείχνει τη θέση της. Καλύβες από το Μπαλί, παραλίες στην Γκόα, πισίνες στο Ποζιτάνο και δωμάτια από μπαμπού πάνω σε πασσάλους, με τις βάρκες να λικνίζονται στα νερά: όλες οι καρτ ποστάλ που είχε δει στη ζωή του χωρέσανε στη Γη της Επαγγελίας που κατασκεύαζε για να ξεχνιέται ο Βίκτωρας, όπως ένα παιδί με τις σκιές στον τοίχο. Στα εβδομήντα του ανακάλυψε τον θάλαμο της φαντασίας. Λίγο προτού ξεθυμάνουν τα υγρά της εμφάνισης και της εκτύπωσης, επινόησε τον εαυτό του σαν μια Σεχραζάτ που ξεδιπλώνει τις ιστορίες της χωρίς να την αναγκάζει κανείς. Ο Βίκτορας έγινε η κόμπρα που γοητεύει τον φακίρη. Επισκεπτόταν με τον Πάνο οίκους ανοχής που μοιάζανε με πλωτά παλάτια, και αφηνόταν να τον αλείψουν με λάδια και αρωματικά. Πότε διάλεγε μια Ινδή και πότε μια μικροκαμωμένη Κινέζα. Ο Πάνος έπινε κονιάκ από σκαλιστά μπουκάλια. Φλερτάριζε με την πατρόνα και τον περίμενε. Φεύγανε νύχτα με το κόκκινο αυτοκίνητο κι αναζητούσαν το μονοπάτι της βρύσης. Φτάνανε ξημερώματα στο Βανκούβερ ή στο Κιότο. Αβορίγινες και Μαορί, μέχρι τη μέση στο νερό, καμάκωναν τα ψάρια.

Δεν έλεγε ψέματα ο Πάνος: σαν γνήσιος ψεύτης, ήτανε πρόθυμος να χάψει πρώτος τα δικά του. Το θύμα της εξαπάτησής του ήταν ο ίδιος. Ο Βίκτορας έκανε τον Πάνο συναρπαστικό παραμυθά. Κάθονταν πλάι πλάι στο υπαίθριο σινεμά και παρακολουθούσαν τις σκιές που είχαν ξεχάσει το σώμα τους στην πλατεία. Τα ψέματα είναι υλικά, ο Πάνος θα λογοδοτούσε για χάρη τους. Τα χαρτιά του Βίκτορα τα κράταγε ο πράκτορας, θα τους τα παρέδιδε στην Αθήνα: το διαβατήριο και η βίζα, γνήσια και πλαστά, σε διάφανη θήκη με φερμουάρ. Τίποτα δεν άφηνε στην τύχη, τα παραμύθια του ήταν τόσο αληθοφανή, που ακόμα κι αν έλεγε, πάω μια ασπιρίνη στην Τούλα, ο Βικ θα σήκωνε το βλέμμα στους πάνω ορόφους. Τα ψέματα έφτιαχναν μια νέα εμπειρία, ενώ η αλήθεια ήταν ικανή να διαλύσει τα πάντα σαν το νιτρικό οξύ. Μόνο ένα πράγμα δεν κατάλαβε ποτέ: τα μάτια του Πάνου είχανε ξεχαστεί στο πρόσωπό του και τον άκουσε να λέει, στον εαυτό του μιλούσε, α, ρε Βίκτορα, πού ήσουνα τόσο καιρό;

ΝΗΣΙΔΕΣ
Οταν ο λόγος γίνεται ελευθερία
Με την συγγραφέα, ποιήτρια και βιβλιοκριτικό Ελένη Στεφανοπούλου συνομιλήσαμε λίγο πριν η επιδημία γίνει πανδημία. Η συζήτηση έγινε με αφορμή το τελευταίο της βιβλίο «Ανάμεσα στο ωραία και το υψηλό».
Οταν ο λόγος γίνεται ελευθερία
ΝΗΣΙΔΕΣ
Για ένα δωμάτιο με θέα την Ακρόπολη
Στη σκιά του ιστορικού μνημείου πλέκεται η υπόθεση του νέου βιβλίου της Λουκίας Δέρβη «Θέα Ακρόπολη», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Για ένα δωμάτιο με θέα την Ακρόπολη
ΝΗΣΙΔΕΣ
Ελπίδες της νιότης που έμειναν στη μέση του δρόμου
Στο νέο του μυθιστόρημα «1983» ένας εικοσάχρονος φοιτητής, μετέχει ενεργά στην κατάληψη της σχολής του, είναι πολιτικοποιημένος, έχει εκδιωχθεί από το σπίτι του και προσπαθεί να βρει δουλειά για να ζήσει
Ελπίδες της νιότης που έμειναν στη μέση του δρόμου
ΝΗΣΙΔΕΣ
Η πραγματικότητα ξεπερνά τον μύθο
Οι «Παρενέργειες», ο κορονοϊός και η… Black Friday ● Πόσο τελικά απέχει η μυθοπλασία, το λεγόμενο fiction, από την πραγματικότητα και όσα συμβαίνουν ή προετοιμάζονται να συμβούν;
Η πραγματικότητα ξεπερνά τον μύθο
ΝΗΣΙΔΕΣ
Η χρήση της υπερβολής κανόνας για τη σάτιρα
Το μυθιστόρημα «Η Επιτροπή» ανήκει σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο στην ιστορία του αραβικού μυθιστορήματος όπως επίσης και της ιστορίας της Αιγύπτου τη δεκαετία του 1970.
Η χρήση της υπερβολής κανόνας για τη σάτιρα
ΝΗΣΙΔΕΣ
Δημοκρατία και σωφρονισμός
Μελέτες για τις φυλακές και τους φυλακισμένους σπανίζουν. Λείπει η ματιά από μέσα, το βίωμα από τους έγκλειστους. Υπό το πρίσμα αυτό, το πόνημα του Πάνου Λάμπρου είναι υποδειγματικό.
Δημοκρατία και σωφρονισμός

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας