Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ο Καζαντζάκης, η Αγγλία και η πρώτη μέρα του πολέμου

Ο Καζαντζάκης, η Αγγλία και η πρώτη μέρα του πολέμου

  • A-
  • A+

Ενα όνομα: Νίκος Καζαντζάκης. Μια χρονολογία: 1927. Ενα βιβλίο: «Ταξιδεύοντας».

Σύμφωνα με τους μελετητές της ελληνικής λογοτεχνίας, αυτή είναι η στιγμή, το γεγονός, το βιβλίο που η ταξιδιωτική εντύπωση μετουσιώθηκε συνειδητά σε καθαρή λογοτεχνία. Ο ίδιος θα το πει με άλλο τρόπο, τον δικό του, ακόμα πιο σαφή: «Το ταξίδι και η εξομολόγηση (κι η δημιουργία είναι η ανώτερη και πιστότερη μορφή της εξομολόγησης) στάθηκαν οι δυο μεγαλύτερες χαρές της ζωής μου».

Ο Ν. Κ. γνωρίζει πολύ καλά τα ταξίδια του Οδυσσέα, γνωρίζει τους Ευρωπαίους συγγραφείς, προσκυνητές της πάλαι ποτέ Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του Λεβάντε από τον 18ο, 19ο αιώνα, νιώθοντας τον νόστο αλλά και επιδιώκοντας τη συνεχή αναχώρηση, τη φυγή: «Καλή είν’ η Κρήτη, μα για να παίρνεις φόρα», έγραψε.

Εχει το όνειρο και την υπέρτατη φιλοδοξία να γίνει μεγάλος συγγραφέας, παίρνει ακριβώς φόρα από τα ταξίδια του να πιάσει το όνειρο.

Ο Παντελής Πρεβελάκης θα γράψει πως το «Ταξιδεύοντας, η Ρουσία» του 1927 θα τον καταξιώσει ως συγγραφέα.

Ο Νίκος από καιρό συνεχώς ταξιδεύει, και τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 συστηματικά πλέον ως ανταποκριτής μεγάλων αθηναϊκών εφημερίδων, αμειβόμενος γι' αυτό: «Νέον Αστυ», «Ελεύθερος Λόγος»,«Ελεύθερος Τύπος», «Ερμής» της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου, «Καθημερινή», «Πρωία», «Ακρόπολις», στα περιοδικά «Αναγέννηση», «Νεοελληνικά Γράμματα», «Νεολαία», «Νέα Εστία».

Ο πολύς Γιώργος Κατσίμπαλης καταγράφει 317 ταξιδιωτικά κείμενα από τον Οκτώβριο του 1907 έως τον Ιανουάριο του 1946.

Ο Καζαντζάκης έτσι σύντομα ξεχωρίζει από τους δεκάδες συναδέλφους του της ταξιδιωτικής λογοτεχνικής γραφής, στην κορυφή αυτός της τριάδας με τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Κώστα Ουράνη, σημειώνει η Αννίτα Πανάρετου (η μόνη συστηματική ερευνήτρια και ανθολόγος της ελληνικής ταξιδιωτικής λογοτεχνίας), καθώς το εν λόγω είδος λογοτεχνικής γραφής έχει σπουδαία παράδοση στα καθ’ ημάς, ακριβώς όπως και το διήγημα.

Ο Καζαντζάκης το εκφράζει ο ίδιος: «[…] να δω, να αγγίξω άγνωρα χώματα, να μπω να κολυμπήσω σε άγνωρες θάλασσες, να γυρίσω τη γης, να βλέπω […] καινούργιες στεριές […], κι ανθρώπους και ιδέες».

Δεν του είναι, δηλαδή, αρκετό να περιγράψει τόπους, δεν τον ενδιαφέρει να βάλει τα τοπία στη θέση των ηρώων, θέλει να βυθιστεί στην ανησυχία του καιρού του καθώς το ταξίδι αποτελεί επιτακτική εσωτερική ανάγκη αυτού του ίδιου, θέλει να απαντήσει σε βασανιστικά ερωτήματα: «Πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Ποια η μοίρα ετούτης ή της άλλης χώρας; Και ο κόσμος; Η Ευρώπη;»

Η ανάγκη του να ερμηνεύσει τις τόσες ανόμοιες μορφές της ζωής που συναντά στα ταξίδια τα κρίσιμα χρόνια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα – αυτό δεν είναι γνώρισμα κάθε αληθινού λογοτεχνικού κειμένου;

Καθώς τα πολεμικά αεροπλάνα διασχίζουν τον ουρανό της Ευρώπης, Ιούλιο έως Νοέμβριο του 1939, παραμονές του Μεγάλου Μακελειού, έτσι αποκαλεί τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο ίδιος, θα βρεθεί στην Αγγλία προσκεκλημένος του Βρετανικού Συμβουλίου της Αθήνας. Από δω και ο τελευταίος τόμος των ταξιδιωτικών του – εκδίδεται από τον Πυρσό το 1941 στην Αθήνα. Και καθισμένος στο εμβληματικό Χάιντ Παρκ, παρατηρώντας τους πολίτες σε μιαν ελεύθερη χώρα, αρχίζει το βιβλίο του.

Ο Ν. Κ. στα ταξίδια του είναι πάντα καλά διαβασμένος για την ιστορία και τη λογοτεχνία του τόπου, κουβαλά τα βιβλία του και δεν αποχωρίζεται τους οδηγούς του. Νέος ακόμη, όντας στη Γερμανία, γράφει στη Γαλάτεια: «Στείλε μου τον οδηγό μου…»

Και η Ιστορία της Αγγλίας; Κύματα ήρθαν από Βορρά και Νότο πρώτα οι Ιβηρες κι άφησαν τις όρθιες κυκλώπειες πέτρες τους, οι Κέλτες τους θρύλους τους και απόγονο τον Αρθούρο και τον Τριστάνο, οι Ρωμαίοι υδραγωγεία και λουτρά και το Λοντίνιουμ να σμίγουν οι ίσιοι δρόμοι από πάνω ως κάτω. Οι Βίκινγκς της Δανιμαρκίας ανεβαίνουν με τα καράβια τον Τάμεση, να προστατεύουν τους χωρικούς και να την η φεουδαρχία.

Φτάσαμε στον 11ο αιώνα με τους Νορμανδούς να μη χωράνε στην απέναντι Γαλλία, σιδερόφραχτοι με τον Γουλιέλμο τους περνούν την Μάγχη. Καταχτητές και καταχτημένοι αιώνων παλεύουν, συμβιβάζονται, σμίγουν στον έρωτα και στο εμπόριο, δημιουργούν την Μεγάλη Βρετανία, με νέο αίμα κάθε φορά στις φλέβες της – για να φτάσει ακμαία στην αποικιοκρατική κορύφωσή της∙ ο Ν. Κ. εύστοχα γράφει: «Η ιστορία της Αγγλίας, το εμπόριο, η πολιτική, η τέχνη, η δόξα της στάζουν θάλασσα».

Η περιοδεία του ξεκινά από τις εργατουπόλεις, Μπέρμιγχαμ, Λίβερπουλ, Μάντσεστερ, Σέφιλντ. Φάμπρικες, αποθήκες, μαγαζιά, καρβουνόσκονη, αιθαλωμένη μαυρίλα στους τοίχους: το πρόσωπο του βιομηχανικού πολιτισμού. Τις αποκαλεί πόλεις μουτζαλωμένες, καταθλιπτικές, ενώ παράξενη συγκίνηση, απροσδόκητη τρυφεράδα του προξενούν τα πρόσωπα των εργατών.

Και από κει, η απόλυτη ανατροπή: Ιτον. Οξφόρδη, Κέμπριτζ! Ή αλλιώς, η τυπογραφία αιώνες πριν, η μετάφραση του Ευαγγελίου και ο περιορισμός της δύναμης της Παπικής Εκκλησίας, η αφύπνιση των αστών, οι μηχανές, η περίφημη Βιομηχανική Επανάσταση και η ανάγκη μιας μορφωμένης πολιτικής και οικονομικής ελίτ – ιδού, τα περίφημα αγγλικά σχολεία. Ακόμα καλύτερα αυτό που ο Ουέλινγκτον είπε: «Στα τερέν του Ιτον κερδήθηκε η μάχη του Βατερλό».

Και, καθώς γράφει για τις ξεχωριστές μορφές της νεότερης αγγλικής ιστορίας, ενώ μιλά για το αγγλικό μυθιστόρημα, ενώ πλέκει τον ύμνο της έννοιας του «τζέντλεμαν», ένα παράξενο άλμα, θαρρείς, τον φέρνει στον Φρειδερίκο Νίτσε.

Είναι η 25 Αυγούστου 1939, επέτειος θανάτου του, πικρή χρονολογία στο ημερολόγιο της καρδιάς του Ν. Κ.

Σκηνοθετεί έτσι συγγραφικά μια συνάντηση με τον ίσκιο του Νίτσε στην όχθη του Τάμεση κάτω από μια καστανιά, συνομιλεί με τον Υπεράνθρωπό του για την ηθική, τον πόλεμο, τη βούληση της κυριαρχίας. Φεύγει μαζί του στο Εγκαντίν, συναντούν τον Σωκράτη και τον Διόνυσο, διαβάζουν το ποίημα της Λου Σαλομέ, συνομιλούν με τον Βάγκνερ, και όταν σηκώνεται από το παγκάκι, δεκατρείς σελίδες ολόκληρες πιο πέρα, ένα βομβαρδιστικό αεροπλάνο περνά μουγκρίζοντας πάνω από τη Λόντρα.

Ο Ν. Κ. κοιτάζει τα βαθουλωμένα μάτια, το απόγκρεμνο μέτωπο, τα κρεμάμενα μουστάκια. Ο διάλογος είναι:

«[…] Ηρθε ο Υπεράνθρωπος, του μουρμούρισα. – Αυτό ήθελες; […] – Αυτό! […] – Εσπειρες και τώρα κοίταξε το θερισμό. Σου αρέσει; […] – Μου αρέσει».

Ο φαιός στρατός του Χίτλερ έχει ήδη βγει στους δρόμους της Ευρώπης και νομίζω δύσκολα θα βρει κανείς πιο ευθύβολο αλλά και ουσιαστικό σχόλιο, για ό,τι συνέβη.

Η Ιστορία θα τον βρει μπροστά στην Ντάουνινγκ στριτ αριθμός 10∙ η κήρυξη του πολέμου και μερικές από τις ωραιότερες σελίδες του βιβλίου. Η προετοιμασία του Λονδίνου για τον πόλεμο και η πρώτη μέρα που ηχούν οι σειρήνες για βομβαρδισμό, τρεις του Σεπτέμβρη.

«[…] Είχαμε (από τις σειρήνες) πέντε λεφτά στη διάθεσή μας και δεν ήθελα να τα χάσω. Μια άγρια απάνθρωπη περιέργεια με κρατούσε ακίνητο. Τούτη είναι η πρώτη κραυγή, ο πρώτος επιθανάτιος ρόγχος του βιομηχανικού πολιτισμού. Δόθηκε το σύνθημα της καταστροφής».

Η κάθοδός του σε καταφύγιο: ο πάστορας, το νιόπαντρο ζευγάρι, ο πολισμάνος, οι νέοι με τις μάσκες, η στρουμπουλή κυρία που τρώει το μήλο της, ένα παλιό «Τιπερέρυ» από το στόμα όλων και το χαρτάκι με το όνομα του καθενός στην τσέπη, εισιτήριο για τον θάνατο και για τη ζωή.

Ο βομβαρδισμός θα αποφασίσει ή η αντοχή του κτιρίου. Τα πρόσωπα, ο πόνος, ο φόβος, η απαντοχή, αλλά και η οργάνωση της πονηρής αλεπούς όπως αποκαλεί την Αγγλία. Η αξία της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας άλλωστε του Ν. Κ. έγκειται και εδώ: η λογοτεχνία του είναι και μαρτυρία.

Μα ναι, ήρθε η ώρα να μιλήσει για τον μεγάλο βάρδο τον Σέξπιρ. Τώρα, εδώ, μέσα στην αρχή του πολέμου η μεγάλη Τέχνη αποκούμπι, δύναμη, η δημιουργία ως η ελπίδα και το ξόρκι στη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου.

Είτε ήταν ακριβώς αυτή σειρά του ταξιδιού είτε όχι, ο Ν. Κ. περνά από τον πόλεμο στο Πνεύμα, οδηγεί τον αναγνώστη του στην Τέχνη, τον πολιτισμό – αυτά μένουν και απομένουν των πολέμων.

Το Στράτφορντ από Αϊβον μπροστά του, είναι επιτέλους στη γενέτειρα του Σέξπιρ, με τα μήλα να λάμπουν σαν κοριτσίστικα στήθη, τα μελωμένα αχλάδια, ο δρόμος για το σπίτι του Σαιξπήρου, του μεγάλου αδελφού. Θα κοιμάται στο σπίτι της κόρης του της Σουζάνας, θα τριγυρνά στα ίδια μέρη με Κείνον, θα συνομιλεί τις νύχτες μαζί του. Και γίνεται τρυφερός, συναρπαστικός, λυρικός, υμνητικός και σκεπτόμενος συνάμα, ακριβοδίκαιος, πιστός προσκυνητής του Μάκβεθ και του Οθέλλου, του Αμλετ και του Βασιλιά Λιρ, δεν αποστρέφει το πρόσωπό του από τον διαβολικό Ριχάρδο τον Τρίτο, ερωτεύεται τη Δεισδαιμόνα, την Ιουλιέτα, την Οφηλία, μαζί τους φεύγει σε νυκτερινά δάση του θερινού ηλιοστάσιου.

Και συνδέει ευφυώς το αίτιο με το αιτιατό: ο Σέξπιρ δεν έπεσε από τον ουρανό, είναι παιδί της εποχής που η γη κινήθηκε από τον Γαλιλαίο, τα βιβλία τυπώνονται, οι ιδέες ταξιδεύουν, αναστατωμένες οι ψυχές καθρεφτίζονται στους μεγάλους δημιουργούς και οι πολίτες συνωθούνται σε πρόχειρες σκηνές, συχνά μέσα στη λάσπη, να δουν και ν’ ακούσουν τα πάθη των ανθρώπων, τα δικά τους πάθη.

Καταφέρνει και εδώ να δώσει σελίδες καθαρά δοκιμιακού χαρακτήρα, με τρόπο απλό, κατανοητό, ευφάνταστο. Γιατί η ταξιδιωτική λογοτεχνία οφείλει να είναι και δοκίμιο.

Στο Λονδίνο θα μείνει ώς τον Νοέμβρη. Θα τριγυρνά στο Σίτι: «[…] μια μέρα έπεσα σ’ έναν άλλο εφιάλτη – μοντέρνο αυτόν κι ολοζώντανο, στο Σίτυ. Στον πολυδαίδαλο, συφεροντολόγο, γεμάτο φλέβες χρυσάφι εγκέφαλο της Λόντρας. Στενά γυριστά σοκάκια, συμφορική υπερένταση, οι μεγάλοι της σύχρονης θρησκείας ναοί – το Χρηματιστήριο, η Τράπεζα της Αγγλίας, το Δημαρχείο. Και δίπλα, στους όχτους του ποταμιού, […] αποθήκες όπου θησαυρίζουνται τ’ αγαθά όλης της Γης: […]Οι πέντε ήπειροι κουβαλούν τα πεσκέσια στον αφέντη: ο Καναδάς κι η Ρουσία το σιτάρι, οι Σκανδιναβικές χώρες την ξυλεία, η Αυστραλία το μαλλί και τα φρούτα, η Αίγυπτος, οι Ιντίες, η Κίνα το μπαμπάκι, το ρύζι, το τσάι, η Αφρική τη ζάχαρη, τους καφέδες, τον καπνό. […] Κι οι διάφορες χώρες της Ευρώπης τους βασιλιάδες της: οι Νορμανδοί, οι Γάλλοι, η Ολλανδία, το Αννόβερο. Κι η Ελλάδα καπνό, σταφίδα, σφουγγάρια και τους μαρμαρένιους θεούς της».

Και περνά τις ώρες του στο Βρετανικό Μουσείο παρέα με τα ελληνικά αγάλματα. Αφήνει πίσω του τη Λόντρα, την καρδιά της αποικιοκρατίας, τον τρίτο μήνα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Νοέμβριο. Η πόλη έχει πάρει την ευγένεια και την αρχοντιά μιας βουλιαγμένης πολιτείας στην καταχνιά, σαν όνειρο πηχτό, σε τοπίο πολέμου.

Σε όλο το βιβλίο ο Ν. Κ. δεν κρύβει τον θαυμασμό και την εκτίμησή του στη χώρα αλλά και δεν φοβάται να εκφράσει με ειλικρίνεια τις σκέψεις του.

Η ματιά του ευθύβολη και συχνά καυστική. Εύστοχες οι κριτικές του ιστορικές και πολιτικές παρατηρήσεις, θεμελιώνονται κάθε φορά στη γνώση της Ιστορίας, χωρίς να υποτιμά και τη δική του συναίσθηση των πραγμάτων.

Θα ακολουθήσει η πίκρα του που θα περάσει στην Ιστορία σε μικρή χειρόγραφη παράγραφο στη σελίδα αφιέρωσης της «Αγγλίας» του: «Το βιβλίο τούτο γράφτηκε πριν από τα Δεκεμβριανά και πριν από την Κύπρο. Δεν ξέραμε τότε, τώρα ξέρουμε […]. Εξω από τα σύνορα της Αγγλίας κυκλοφορεί ένα άλλο εγγλέζικο πουλί, μάβρο, με κόκινο ραμφί και κόκινα νύχια αιματομένα».

Και τον Σεπτέμβρη του 1954 με το κυπριακό πρόβλημα στην κορύφωσή του δημοσιεύει στη «Νέα Εστία», τεύχος 653, άρθρο που δεν μασάει τα λόγια του, άρθρο σκληρό για την αγγλική πολιτική της εποχής:

«[…] Κρύβει το πρόσωπό της η ντροπή και φεύγει μακριά από τ’ ατιμασμένα γραφεία του Φόρεϊν Οφις».

Ο επιμελητής των επανεκδόσεων από το 1984 και μετά Πάτροκλος Σταύρου προσθέτει και τα δύο τεκμήρια στις επανεκδόσεις του βιβλίου.

Ο Καζαντζάκης ξέρουμε όλοι πώς πέθανε: Αύγουστος του ’57, με το αεροπλάνο διασχίζει τον Βόρειο Πόλο επιστρέφοντας από την Κίνα. Το τελευταίο ταξίδι.

Πώς ήταν εκεί πάνω, ποιοι τον επισκέφθηκαν μέσα από τα σύννεφα και τα χιόνια, ποιους χαιρέτησε κι αποχαιρέτησε στη λαμπερή ατμόσφαιρα του Πόλου – αυτό δεν μας το ’γραψε ποτέ. Αρρωστος από το ταξίδι θα πεθάνει πολύ σύντομα.

Συγγραφική αδεία μπορούμε να πούμε: το ταξίδι τού έδωσε ζωή, το ταξίδι την πήρε πίσω.

ΥΓ. Το κείμενο βασίζεται στην ομιλία της πρώτης μέρας του φετινού Φεστιβάλ για τον ταξιδιώτη Καζαντζάκη. Το Μουσείο Νίκος Καζαντζάκης πραγματοποιεί την πρώτη εβδομάδα κάθε Ιουλίου αφιέρωμα και σε μια χώρα και ταξίδι του Ν. Κ. με ποικίλες και υψηλής ποιότητας εκδηλώσεις και δράσεις, σε συνεργασία με πνευματικά ιδρύματα από τις τιμώμενες χώρες: Ισπανία, Αγγλία και του χρόνου Ρωσία. Εκφράζονται οι ευχαριστίες στο Μουσείο για το υλικό που εμφανίζεται εδώ.

*πεζογράφος

ΝΗΣΙΔΕΣ
Οικουμενικός συγγραφέας
​Ο συγγραφέας του «Βίου και της Πολιτείας του Αλέξη Ζορμπά» κανονικά έπρεπε να είχε αρχίσει τη σταδιοδρομία του ως δικηγόρος και όχι ως συγγραφέας ή δημοσιογράφος. Δικηγόρο τον ήθελε και ο πατέρας του, καπετάν...
Οικουμενικός συγγραφέας
ΝΗΣΙΔΕΣ
«Ο κόσμος είναι όνειρο, ρακή ’ναι η ζωή...»
Ο Νίκος Καζαντζάκης δοκιμάστηκε από νωρίς στον χώρο της φιλοσοφίας με την «Ασκητική» (1927), όπου συνέθεσε ένα ολοκληρωμένο φιλοσοφικό σύστημα με έντονες στοχαστικές αναζητήσεις. Για να εκφράσει την κοινωνική...
«Ο κόσμος είναι όνειρο, ρακή ’ναι η ζωή...»
ΝΗΣΙΔΕΣ
Ο Καζαντζάκης και οι γυναίκες της ζωής του
Το εύρος και η ποικιλία του έργου του Νίκου Καζαντζάκη είναι ανεξάντλητα. Ολα ανυπολόγιστα σε μέγεθος και αξία. Με αφορμή το έτος Καζαντζάκη (2017), η «Εφ.Συν.», μέσω αυτού του αφιερώματος, αναδεικνύει μία...
Ο Καζαντζάκης και οι γυναίκες της ζωής του
ΝΗΣΙΔΕΣ
«Η φυγή δεν είναι νίκη»
Η εργογραφία του Νίκου Καζαντζάκη, αποσπάσματα μελετητών του, αναλύσεις για αρκετά βιβλία του, η ποίηση και τα θεατρικά του έργα, μας παρουσιάζονται όλα μαζί συγκεντρωμένα σε έναν εξαιρετικό τόμο.
«Η φυγή δεν είναι νίκη»
ΝΗΣΙΔΕΣ
«Μια ζωή γεμάτη» - μια ζωή κερδισμένη
Οταν άρχισα το διάβασμα του βιβλίου του Φοίβου Ι. Ιωαννίδη «Μια ζωή γεμάτη», ήθελα μέσα μου να βρω κάτι άλλο και το βρήκα. Ομως άρχισα ανάποδα.
«Μια ζωή γεμάτη» - μια ζωή κερδισμένη
ΝΗΣΙΔΕΣ
Από τα αποκαΐδια και τα χαλάσματα
Εχοντας ως κύριο θέμα της την πυρκαγιά του ’17 στη Θεσσαλονίκη, η συγγραφέας Φρειδερίκη Φαντίδου-Σιδηροπούλου δημιούργησε ένα άρτιο μυθιστόρημα, όπου το ατομικό γίγνεσθαι πλέκεται με το συλλογικό
Από τα αποκαΐδια και τα χαλάσματα

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας