Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ένα επάγγελμα εκ προοιμίου επικίνδυνο

Μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις δολοφονιών από όλο τον κόσμο, όπως αυτές καταγράφηκαν από τις οργανώσεις για την προστασία των δημοσιογράφων, αλλά και τα διεθνή ΜΜΕ / © Balefire9 | Dreamstime.com

Ένα επάγγελμα εκ προοιμίου επικίνδυνο

  • A-
  • A+
Το επάγγελμα του δημοσιογράφου είναι εκ προοιμίου επικίνδυνο, ειδικά αν ασχολείται με θέματα που αφορούν την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την πολιτική και οικονομική διαφθορά, το οργανωμένο έγκλημα. Η διετία 2017-2018 αποδείχθηκε πολύ δύσκολη για τους εργαζόμενους στον Τύπο σε όλο τον κόσμο, δεκάδες έχασαν τη ζωή τους και πολύ λίγες από τις δολοφονίες εξιχνιάστηκαν. [Μέρος Α']

Δημοσιογράφος: 1. ο κατ’ επάγγελμα γράφων εις εφημερίδας ή περιοδικά, ο συντάσσων την δημοσιογραφικήν ύλην. 2. Κατ’ επέκτ., ο ιδιοκτήτης ή εκδότης ή διευθυντής εφημερίδος ή περιοδικού, εφ’ όσον διευθύνει την έκδοσιν τούτων. 3. Γεν., ο υπάλληλος του λογιστηρίου εφημερίδος ή περιοδικού. β) ο διορθωτής αυτών.

Πολύ στενός ο ορισμός του επαγγέλματος -με την πάροδο των ετών ξεχείλωσε-, αλλά προέρχεται από το λεξικό του Δημητρίου Β. Δημητράκου, στην αναθεωρημένη έκδοση του 1970… Και φυσικά πολύ παραπλανητικός: ξεχνάει την ουσία του πράγματος, το ρεπορτάζ, την είδηση στην πρωτόλεια μορφή της. Την είδηση, η οποία μπορεί με την αποκάλυψή της να ξυπνήσει συνειδήσεις, να προκαλέσει αντιδράσεις, να ενοχλήσει και κατά συνέπεια να γίνει η αιτία να κινδυνεύσει και ο ίδιος ο δημοσιογράφος, που κάνοντας αυτό στο οποίο έχει ταχθεί, κάποιες φορές χάνει τη ζωή του.

Η διετία 2017-2018 αποδείχθηκε πολύ δύσκολη για τους δημοσιογράφους σε όλο τον κόσμο, δεκάδες έχασαν τη ζωή τους και πολύ λίγες από τις δολοφονίες τους εξιχνιάστηκαν. Ωστόσο αξίζει τον κόπο να δούμε μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις δολοφονιών από όλο τον κόσμο -στην Ελλάδα, παρά τις πολύ σοβαρές επιθέσεις που έχουν σημειωθεί εναντίον εργαζομένων στον Τύπο, δολοφονία δεν υπήρξε εδώ και πολλά χρόνια-, όπως αυτές καταγράφηκαν από τις οργανώσεις για την προστασία των δημοσιογράφων, όπως οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (RSF) και η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (CPJ), αλλά και τα διεθνή ΜΜΕ.

Εγκληματική ατιμωρησία

Αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι όλα τα περιστατικά που θα αναφερθούν έχουν έναν κοινό παρονομαστή: οι οργανώσεις για την προστασία των δημοσιογράφων και της ελευθερίας του Τύπου σημειώνουν ότι αυτά τα εγκλήματα σχεδόν ποτέ ή σπανίως τιμωρούνται. Οι δράστες δολοφονιών ανθρώπων που φέρνουν στο φως σκάνδαλα, που αποκαλύπτουν φαινόμενα διαφθοράς ή τη δράση του οργανωμένου εγκλήματος, δεν συλλαμβάνονται και φυσικά σχεδόν ποτέ δεν κάθονται στο εδώλιο του κατηγορουμένου.

Σύμφωνα να τον Δείκτη Διεθνούς Ατιμωρησίας του 2018 που συνέταξε η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων, υπάρχουν 14 χώρες οι οποίες σε μόνιμη και σταθερή βάση παρουσιάζουν αδυναμία ή έλλειψη αποφασιστικότητας να ασκήσουν δίωξη στους δολοφόνους. Οι επτά από αυτές δεν έχουν βγει ποτέ από τον κατάλογο των χωρών που δεν τιμωρούν δράστες δολοφονικών επιθέσεων σε δημοσιογράφους. Μεταξύ αυτών είναι η Σομαλία (πρώτη στη λίστα το 2018), η Κολομβία και το Αφγανιστάν.

Ο Δείκτης Διεθνούς Ατιμωρησίας συντάσσεται με βάση τα στοιχεία για τον αριθμό δολοφονιών δημοσιογράφων που δεν έχουν διαλευκανθεί κατ’ έτος, τον πληθυσμό της κάθε χώρας, το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν, αλλά και την πολιτική βούληση που δείχνουν οι κυβερνήσεις να προστατέψουν τους επαγγελματίες του Τύπου και την ελευθερία της έκφρασης.

Επίσης, η λίστα του 2018 αναλύει την κατάσταση για μια δεκαετία, από την 1η Σεπτεμβρίου του 2008 έως τις 31 Αυγούστου του 2018. Να σημειωθεί ότι στις δολοφονίες δημοσιογράφων δεν περιλαμβάνει τους θανάτους σε εμπόλεμες ζώνες ή στη διάρκεια επεισοδίων στο πλαίσιο διαδηλώσεων. Αντίθετα, προσμετρά όλα αυτά τα περιστατικά θανάτων πίσω από τα οποία υπάρχει δόλος, διότι το θύμα είχε ενοχλήσει με την έρευνά του ασχολούμενο με θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πολιτικής και οικονομικής διαφθοράς ή εγκληματικότητας.

Σύμφωνα με τη οργάνωση Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (RSF), το 2018 63 δημοσιογράφοι ή εργαζόμενοι στον Τύπο έχασαν τη ζωή τους, αριθμός αυξημένος κατά 8% σε σχέση με το 2017. Αν στις δολοφονίες προσμετρηθούν και αυτές πολιτών που περιστασιακά βοήθησαν σε ρεπορτάζ ή εξωτερικών συνεργατών σε Μέσα Ενημέρωσης, τότε οι θάνατοι φτάνουν τους 80.

Για «στοιχεία που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου» μιλάει ο γενικός γραμματέας των RSF, Κριστόφ Ντελουάρ. «Η αύξηση της βίας εις βάρος των δημοσιογράφων ανεβαίνει κατακόρυφα», τονίζει.

Κατά την παρουσίαση της έκθεσης των RSF για τη χρονιά που πέρασε, 348 δημοσιογράφοι βρίσκονται στη φυλακή για λόγους που σχετίζονται με τη δουλειά τους ενώ ακόμη 60 έχουν απαχθεί και η τύχη τους είναι αμφίβολη.

Αυτό που τονίζει η οργάνωση είναι ότι το 45% των δολοφονιών καταγράφονται σε χώρες που δεν βρίσκονται -επισήμως τουλάχιστον- σε εμπόλεμη σύρραξη. Οι χώρες -εμπόλεμες ή μη- με τους περισσότερους θανάτους δημοσιογράφων είναι: Αφγανιστάν (15), Συρία (13), Μεξικό (9) και Υεμένη (8).

Σύμφωνα με τον Κριστόφ Ντελουάρ, οι δημοσιογράφοι σε όλο τον κόσμο βρίσκονται αντιμέτωποι διαρκώς με επιθέσεις μίσους από πολιτικούς ή οικονομικούς παράγοντες και η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχει αυξήσει αυτά τα φαινόμενα σε «βαθμό τρομακτικά ανησυχητικό».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από πολιτικούς είναι ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, που ακόμη και ψήγματα κριτικής στην πολιτική του να δεχθεί από τα ΜΜΕ, σπεύδει να μιλήσει για fake news, να επιτεθεί σε εφημερίδες και τηλεοπτικά δίκτυα.

Το πρόσφατο κύμα δεμάτων με εκρηκτικά εναντίον ΜΜΕ και πολιτικών αντιπάλων του -ευτυχώς χωρίς θύματα-, από κάποιο «φανατικό» υποστηρικτή του, δείχνει το μέγεθος του κινδύνου που εγκυμονεί αυτού του είδους η ρητορική.

Κολομβία: αντιμέτωποι με τον εμφύλιο και τα καρτέλ ναρκωτικών

Στις 15 Αυγούστου 2018 το ποινικό δικαστήριο της Μπογκοτά καταδίκασε τον Χοσέ Μανουέλ Ναρβαές, εγκέφαλο της δολοφονίας του δημοσιογράφου, ηθοποιού και ακτιβιστή υπέρ της ειρήνης και της λήξης του εμφυλίου στην Κολομβία, Χάιμε Γκαρσόν, σχεδόν 20 χρόνια μετά το συμβάν. Ο Ναρβαές, πρώην κυβερνητικός αξιωματούχος και καθηγητής στη Σχολή Πολέμου της Κολομβίας, καταδικάστηκε σε 30 χρόνια κάθειρξη και αποζημίωση ύψους 120.000 ευρώ (390 εκατ. πέσος Κολομβίας) προς την οικογένεια του Γκαρσόν. Είχε συλληφθεί το 2009 για άσχετες με την υπόθεση κατηγορίες.

Βέβαια, το δικαστήριο στην απόφασή του δεν συνέδεσε τη δολοφονία (13 Αυγούστου 1999, στο κέντρο της πρωτεύουσας Μπογκοτά) με τη δουλειά του δημοσιογράφου. Σύμφωνα με την απόφαση, ο Ναρβαές έδωσε την εντολή για τη δολοφονία του Γκαρσόν γιατί είχε επαφές με ομάδα αριστερών ανταρτών. Το δικαστήριο αγνόησε τις καταθέσεις μαρτύρων, πρώην συναδέλφων του, ότι ο Γκαρσόν με τα ρεπορτάζ του ασκούσε κριτική στις παραστρατιωτικές δυνάμεις που ελέγχονταν από τον Ναρβαές και άλλους αξιωματούχους.

Χάιμε Γκαρσόν - Κολομβία / AP Photo/Semana
 

Η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (CPJ) χαρακτήρισε ιστορική την απόφαση, αφού ήταν η πρώτη που «σπάει» την κουλτούρα της ατιμωρησίας στη χώρα, ωστόσο, σύμφωνα με τη συντονίστρια της επιτροπής για την Κεντρική και Νότια Αμερική, Νάταλι Σάουθγουικ, «το γεγονός ότι τα ρεπορτάζ του Γκαρσόν δεν θεωρήθηκαν η αιτία για το έγκλημα είναι απογοητευτική».

Ο Γκαρσόν, προσωπικότητα πολύ αγαπητή στην Κολομβία, μέσα από την εκπομπή του στην τηλεόραση, με σαρδόνιο χιούμορ και μέσα από τον ρόλο του λούστρου, σχολίαζε τόσο κοινωνικά όσο και πολιτικά ζητήματα, ενώ έπαιρνε συνεντεύξεις από πολιτικούς κάνοντας τις ερωτήσεις όπως θα τις έκανε ένας απλός πολίτης.

Έχοντας υπηρετήσει και ως δήμαρχος σε προάστιο της Μπογκοτά, προσπάθησε να διαμεσολαβήσει ώστε να απελευθερωθούν όμηροι που κρατούσαν οι αντάρτες εν μέσω του ανταρτοπόλεμου στη χώρα που μαινόταν στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η ειρηνευτική δράση του, σε συνδυασμό με την κριτική που ασκούσε ως δημοσιογράφος, έγινε η αιτία να χαρακτηριστεί συνεργάτης των αριστερών ανταρτών και να στοχοποιηθεί.Ο Ναρβαές, γνωστός αντικομμουνιστής, συνελήφθη το 2009 για το σκάνδαλο DAS, της Υπηρεσίας Πληροφοριών της Κολομβίας, η οποία το 2011 διαλύθηκε αφότου αποκαλύφθηκε ότι παρακολουθούσε κάθε δημοσιογράφο, ακτιβιστή ή πολιτικό της χώρας. Καταδικάστηκε σε 8 χρόνια φυλάκιση το 2016.

Προφανώς, η καταδίκη του Ναρβαές δεν αρκεί. Σύμφωνα με την Επιτροπή Προστασίας των Δημοσιογράφων, οι Μαρία Χιμένα Ντουσάν και Χινέθ Μπεντόγια, δημοσιογράφοι, μια ομάδα εργαζόμενων στο δίκτυο La Silla Vacía (Η άδεια καρέκλα), αλλά και δημοσιογράφοι του δημόσιου ραδιοφωνικού σταθμού RCN Radio έχουν δεχθεί απειλές από την παραστρατιωτική οργάνωση, που εμπλέκεται και στο εμπόριο ναρκωτικών, «Las Águilas Negras» (Οι Μαύροι Αετοί), η οποία σε φυλλάδιο που διένειμε τους χαρακτήρισε «στρατιωτικούς στόχους».

Σύμφωνα με το FLIP (Ίδρυμα για την Ελευθερία του Τύπου, με έδρα την Μπογκοτά) οι δημοσιογράφοι αυτοί, εκτός από την αναφορά των ονομάτων τους στο φυλλάδιο της οργάνωσης που διανεμήθηκε σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή, έχουν δεχθεί απειλητικά τηλεφωνήματα, γίνονται αναρτήσεις στο Twitter με τις οποίες άγνωστοι καλούν σε προπηλακισμό τους, κ.ά. Η Μπεντόγια, σημειωτέον, δημοσιογράφος της El Tiempo, το 2000 είχε απαχθεί από παραστρατιωτικούς, είχε βασανιστεί και βιαστεί.

Η Ντουθάν, ανεξάρτητη δημοσιογράφος και σχολιάστρια του περιοδικού Semana (Εβδομάδα) έλαβε άμεσες απειλές μέσω Twitter. Στις 15 Ιουλίου ο χρήστης του λογαριασμού @Gustavo68831299 έγραψε ότι «της αξίζει να τη βιάσουν, να τη φτύσουν, να την κάνουν κομμάτια με αλυσοπρίονο και να κρεμάσουν τα κομμάτια στην κεντρική πλατεία της Μπογκοτά, προς τιμήν των παραστρατιωτικών».

Η ανάρτηση, σύμφωνα με τη FLIP, κατέβηκε λίγη ώρα αργότερα, αλλά τον σκοπό της τον πέτυχε, το μήνυμα έφτασε στην αποδέκτριά του.

Μετά την καταγγελία της Ντουθάν, οι κολομβιανές αρχές -η κυβέρνηση της Κολομβίας αρνείται και να παραδεχθεί καν την ύπαρξη της οργάνωσης, προκαλώντας στη χώρα και τις ΜΚΟ ερωτήματα για το ποιοι μπορεί να κρύβονται πίσω από τους «Μαύρους Αετούς»- άρχισαν να αναζητούν τον χρήστη του λογαριασμού, ζητώντας μάλιστα και τη βοήθεια του FBI. Μέχρι σήμερα οι έρευνες δεν έχουν φέρει κάποιο αποτέλεσμα -ή αυτό δεν έχει δημοσιοποιηθεί.

Και όλα αυτά ενώ τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε ο Ιβάν Ντούκε, που στην εκστρατεία του για τις προεδρικές εκλογές ασκούσε κριτική για την πολιτική του προκατόχου του που προωθούσε ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με τους αντάρτες. Διαπραγματεύσεις που κάλυψαν ενδελεχώς οι δημοσιογράφοι αυτοί.

Στις 16 Ιουλίου, άγνωστος, που όμως δήλωσε μέλος της παραστρατιωτικής αντάρτικης οργάνωσης «ELN» τηλεφώνησε στον κρατικό ραδιοφωνικό σταθμό και δίνοντας τα ονόματα των δημοσιογράφων του είπε: «Να τους πείτε ότι έχουν 72 ώρες για να βουλώσουν το στόμα τους και να σταματήσουν να μιλούν για μας». Η ELN αρνείται ότι έχει οποιαδήποτε γνώση του περιστατικού, ενώ η Υπηρεσία Απειλούμενων Προσώπων της Κολομβίας (UNP), εξέφρασε «ανησυχία» και δήλωσε ότι ερευνά τα αυξανόμενα περιστατικά απειλών κατά προσώπων στη χώρα.

Εκουαδόρ: απαγωγές και δολοφονίες

Τα πράγματα αποδεικνύονται εξίσου επικίνδυνα για τους δημοσιογράφους και στο Εκουαδόρ.

Το Μάρτιο του 2018 δημοσιογραφική αποστολή αναχώρησε για το Ματάχε, ένα χωριό στα επί της ουσίας εκτός ελέγχου σύνορα Εκουαδόρ και Κολομβίας όπου η εγκληματικότητα και η διακίνηση ναρκωτικών είναι η ημερήσια διάταξη.

Αντικείμενο της αποστολής του Χαβιέρ Ορτέγκα και της ομάδας του, να ερευνήσουν τη διακίνηση κοκαΐνης στην περιοχή και τα βίαια φαινόμενα που συνδέονται με το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, σε μια περιοχή για την οποία ελάχιστοι γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα. Ο Ορτέγκα, ο οδηγός του, Εφρέν Ρίβας, και ο φωτογράφος Παούλ Ρίβας, όλοι εργαζόμενοι στην εφημερίδα «El Comercio» (Το εμπόριο ή Το επάγγελμα) δεν επέστρεψαν ποτέ σπίτι τους ούτε έγραψαν τίποτα για την έρευνά τους.

Λίγες μέρες μετά την εξαφάνισή τους, οι απαγωγείς τους έδωσαν στη δημοσιότητα βίντεο που τους έδειχνε αλυσοδεμένους να κάνουν έκκληση στον πρόεδρο του Εκουαδόρ, Λένιν Μορένο, να βοηθήσει στην απελευθέρωσή τους ανταλλάσσοντάς τους με κρατούμενους-μέλη του Μετώπου Όλιβερ Σινιστέρα, ομάδα που αποσπάστηκε από τους αντάρτες της FARC μετά την ανακήρυξη της ανακωχής μεταξύ ανταρτών και κυβέρνησης στην Κολομβία.

Αν και μέρες αργότερα υπήρξε πληροφορία ότι οι τρεις εργαζόμενοι της «El Comercio» απελευθερώθηκαν, έπειτα από επιτυχημένες διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με το Μέτωπο, αρχές Απριλίου ο πρόεδρος του Εκουαδόρ, Λένιν Μορένο, ανακοίνωσε ότι ήταν νεκροί.

Συγγενής του Χαβιέρ Ορτέγκα κρατάει φωτογραφία του μετά το μνημόσυνό του στο Κίτο του Μεξικού • AP Photo/Dolores Ochoa
 

Τέλη Οκτωβρίου, επτά μήνες αργότερα, βρέθηκαν νεκροί, φέροντας τραύματα από πυροβόλα όπλα και σε προχωρημένη κατάσταση αποσύνθεσης στα σύνορα Εκουαδόρ-Κολομβίας, μέσα σε πρόχειρους τάφους όπου δεν υπήρχε καμία ένδειξη για την ταυτότητά τους. Οι κολομβιανές αστυνομικές δυνάμεις που τους εντόπισαν χρειάστηκαν 8 ώρες για «ασφαλίσουν» την περιοχή από ενόπλους των καρτέλ ναρκωτικών που προσπάθησαν να τους εμποδίσουν να κάνουν εκταφή και να ανασύρουν τις σορούς των τριών ανδρών.

Η ιστορία, η οποία δεν έχει διαλευκανθεί πλήρως, έχει προκαλέσει σοκ στην κοινωνία του Εκουαδόρ, ενώ έφερε στο προσκήνιο τις δυσκολίες και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι όταν προσπαθούν να κάνουν ρεπορτάζ σε μία από τις πιο απομονωμένες και δύσκολα προσβάσιμες περιοχές της Λατινικής Αμερικής.

Παρά τους γενικευμένους κινδύνους για τους εργαζόμενους στα ΜΜΕ χωρών της Λατινικής Αμερικής, η απαγωγή και δολοφονία των τριών εργαζομένων της «El Comercio» ήταν το πρώτο σοβαρό περιστατικό για το Εκουαδόρ, που μέχρι σήμερα και παρά την ταραγμένη και εν πολλοίς αιματοβαμμένη ιστορία των γειτόνων του είχε κατορθώσει να διατηρήσει σχετικά ειρηνικές συνθήκες ζωής για τους πολίτες του.

Ωστόσο, τα σύνορα του Εκουαδόρ με την Κολομβία χρησιμοποιούνται από τα καρτέλ των ναρκωτικών για να περάσουν την κολομβιανή κοκαΐνη προς τις ακτές του Ειρηνικού και την Κεντρική Αμερική και στη συνέχεια στις ΗΠΑ.

Στην ίδια περιοχή δρουν αρκετές ομάδες που αποσπάστηκαν από τους αντάρτες της FARC μετά τη συμφωνία της με την κυβέρνηση της Κολομβίας και φέρονται να συνεργάζονται με τα καρτέλ ναρκωτικών. Οι προσπάθειες των αρχών του Εκουαδόρ και της Κολομβίας να τους συλλάβουν και να σταματήσουν τη δράση τους πυροδότησε κύματα εκδικητικής βίας στην επαρχία Εσμεράλδας του Εκουαδόρ, όπως βομβιστικές επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα.

Το αιματοβαμμένο Μεξικό

Το Μεξικό είναι μια κατηγορία από μόνο του. Η χώρα, που θεωρείται η πιο επικίνδυνη για τους δημοσιογράφους και μία από τις 50 στις οποίες δεν γίνεται σεβαστή η ελευθερία του λόγου, βρίσκεται αντιμέτωπη με εκτεταμένα περιστατικά βίας, η οποία κατά κύριο λόγο συνδέεται με τις συμμορίες του οργανωμένου εγκλήματος, που λυμαίνονται τη χώρα, και το λαθρεμπόριο ναρκωτικών.

Μόνο το 2018 δολοφονήθηκαν 10 δημοσιογράφοι σε σύνολο 63 παγκοσμίως. Οι λόγοι, σύμφωνα με τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα, δεν είναι άλλοι από την εκτεταμένη διαφθορά και την ατιμωρησία, ενώ όταν οι δημοσιογράφοι δεν δολοφονούνται δέχονται απειλές και προσωπικές επιθέσεις.

Όλοι όσοι έχασαν τη ζωή τους ήταν δημοσιογράφοι που κάλυπταν θέματα σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα και την πολιτική διαφθορά.

Πρώτος νεκρός της χρονιάς ήταν ο αρθρογράφος Κάρλος Ντομίνγκες, που δούλευε στην εφημερίδα Diario de Nuevo Laredo (Η Ημερήσια του Νουέβο Λαρέδο), αλλά και στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα El Horizonte de Matamoros (Ο Ορίζοντας του Ματαμόρος). Ομάδα αγνώστων τον ξυλοκόπησε μέχρι θανάτου στις 13 Ιανουαρίου μπροστά στα μάτια της έφηβης κόρης του.

Ακολούθησε η δολοφονία της Πάμελα Μοντενέγρο δελ Ρεάλ, που μέσω του καναλιού της στο YouTube El Sillon TV (Η Πολυθρόνα TV) έκανε συνεντεύξεις με κρατικούς αξιωματούχους, αλλά και βίντεο με πολιτική σάτιρα για τα τεκταινόμενα στην Πολιτεία Γκερέρο. Σύμφωνα με τους εισαγγελείς που ερευνούν την υπόθεση, η δολοφονία της ενδέχεται να συνδέεται με την επαγγελματική της δραστηριότητα… Η Μοντενέγρο δελ Ρεάλ σκοτώθηκε από πυρά αγνώστων μέσα στο εστιατόριο που διατηρούσε στις 5 Φεβρουαρίου.

Εξώφυλλο εφημερίδας με κεντρική είδηση τη δολοφονία του Λεομπάρντο Βάσκες,

που δολοφονήθηκε στην πολιτεία της Βέρακρους τον Μάρτιο του 2018

AP PHOTO / FELIX MARQUEZ

 

Ο Λεομπάρδο Βάσκες Ατθίν κάλυπτε θέματα της Πολιτείας Βερακρούς. Λίγο πριν από τη δολοφονία του με πυρά έξω από το σπίτι του στη Σαμόρα, τη νύχτα της 9ης Μαρτίου 2018, είχε καταγγείλει στις αρχές ότι δέχεται απειλές μέσω Facebook.

Η τέταρτη δολοφονία ήταν αυτή του Χουάν Κάρλος Ουέρτα, ιδρυτή και διευθυντή του ραδιοφωνικού σταθμού 620AM Sin Reservas (6.20 το πρωί Χωρίς Κρατήσεις). Στις 29 Ιουνίου, ο Ουέρτα έφευγε από το σπίτι του στη Βιγιαερμόσα με το αυτοκίνητό του, όταν ένα άλλο όχημα τον σταμάτησε και οι επιβαίνοντες άνοιξαν πυρ εναντίον του.

Ένα μήνα αργότερα, στις 24 Ιουλίου, δολοφονήθηκε και ο διευθυντής σύνταξης του ίδιου σταθμού, Ρουμπέν Πατ Καουίτς, ο οποίος βρισκόταν μάλιστα στο πρόγραμμα Προστασίας Προσώπων που αγωνίζονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ελευθερία του Τύπου. Δέχτηκε επίθεση από ένοπλο έξω από ένα μπαρ στην Πλάγια δελ Κάρμεν, θέρετρο της Πολιτείας Σολιδαριδάδ.

Αυτή ήταν η έκτη δολοφονία. Είχε προηγηθεί η θανάσιμη επίθεση στον Χοσέ Γουαδαλούπε Τσαν, που όπως και Ρουμπέν Πατ Καουίτς, έκανε αστυνομικό ρεπορτάζ.

Τρεις ακόμη δολοφονίες δημοσιογράφων στιγμάτισαν τη χώρα της Κεντρικής Αμερικής.

Η πρώτη, στις 21 Σεπτεμβρίου, ο Μάριο Λεονέλ Γκόμες Σάντσες, που εργαζόταν στην εφημερίδα El Heraldo de Chiapas (Ο Κήρυκας της Πολιτείας Τσιάπας) και κάλυπτε θέματα πολιτικής, δικαιοσύνης και κοινωνίας, έπεσε νεκρός ενώ έβγαινε από το σπίτι του στη Γιαχαλόν.

Δύο ένοπλοι άνοιξαν πυρ εναντίον του. Λίγες μέρες πριν είχε καταγγείλει στις αρχές ότι δέχεται απειλές, αλλά η απόφαση της Εισαγγελίας για παροχή προστασίας ήρθε μετά θάνατον.

Δημοσιογράφοι διαδηλώνουν έξω από τα γραφεία του Γενικού Εισαγγελέα

στην πόλη Κουλιακάν της πολιτείας Σιναλόα, ζητώντας δικαιοσύνη

για τον θάνατο του Χαβιέρ Βαλντές • AP PHOTO / ENRIC MARTI

 

Όγδοος ήταν ο Γκαμπριέλ Σοριάνο Κούρι, παρουσιαστής και παραγωγός του κρατικού τηλεοπτικού και ραδιοφωνικού σταθμού της Πολιτείας Γκερέρο RTG. Ο Κούρι επέστρεφε με το αυτοκίνητό του στον σταθμό για να κάνει μια έκτακτη εκπομπή, όταν τον πλεύρισε άλλο όχημα και δύο ένοπλοι πυροβόλησαν εναντίον του, με αποτέλεσμα να πεθάνει ακαριαία.

Ο Χεσούς Αλεχάντρο Μάρκες Χιμένες, ο πρώτος που δολοφονήθηκε επί προεδρίας του νεοεκλεγέντος Αντρές Μανουέλ Λόπες Ομπραδόρ, ειδικευόταν σε θέματα δημόσιας διοίκησης και ασκούσε σφοδρή κριτική σε αξιωματούχους και υπαλλήλους του Δημοσίου. Είχε ιδρύσει τη δική του ειδησεογραφική σελίδα, Orión Informativo (Ενημερωτικός Ωρίωνας).

Την 1η Δεκεμβρίου δέχτηκε ένα τηλεφώνημα την ώρα του φαγητού. Χωρίς να πει σε κανέναν πού πάει ή ποιον θα συναντήσει, πήρε τη μοτοσικλέτα του και έφυγε. Το πτώμα του βρέθηκε με μία σφαίρα στο κεφάλι κοντά σε μεγάλο αυτοκινητόδρομο της Πολιτείας Ναγιαρίτ.

Ακολούθησε η δολοφονία του Ντιέγο Γκαρσία Κορόνα, που εργαζόταν στην εβδομαδιαία επιθεώρηση Morelos, στην Πολιτεία του Μεξικό. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, μια ομάδα ενόπλων τον σταμάτησε την ώρα που οδηγούσε στην πόλη Εκατεπέκ. Άνοιξαν πυρ και εξαφανίστηκαν.

Τα τραύματα από τις σφαίρες ήταν τόσα πολλά ώστε μπόρεσαν να τον αναγνωρίσουν χάρη σε ένα επίσημο έγγραφο που είχε μαζί του.

• Το δεύτερο μέρος αύριο, με τις δολοφονίες δημοσιογράφων στην Ευρώπη και την Τουρκία.

 

MEDIA
Ογδόντα δημοσιογράφοι νεκροί μόνο το 2018
Η στυγερή δολοφονία του Τζαμάλ Κασόγκι ήταν το αποκορύφωμα μίας πραγματικά αιματηρής χρονιάς με τουλάχιστον ογδόντα εργαζόμενους σε μέσα ενημέρωσης να πέφτουν νεκροί εξαιτίας του επαγγέλματος που εξασκούν. Η...
Ογδόντα δημοσιογράφοι νεκροί μόνο το 2018
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
«Αδικο και αδικαιολόγητο το χτίσιμο του τείχους»
Η μεγάλη κυρία των μεξικανικών γραμμάτων και ακτιβίστρια, Έλενα Πονιατόφσκα, μιλά στην «Εφ.Συν.» για το τελευταίο της μυθιστόρημα, για τη μνήμη των επαναστάσεων, για τη διαφθορά των κυβερνήσεων και για τους...
«Αδικο και αδικαιολόγητο το χτίσιμο του τείχους»
Δολοφονία της Ντάφνε Γκαλιζία
ΚΟΣΜΟΣ
Ένα επάγγελμα εκ προοιμίου επικίνδυνο [Μερος Β']
Το επάγγελμα του δημοσιογράφου είναι εκ προοιμίου επικίνδυνο, ειδικά αν ασχολείται με θέματα που αφορούν την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την πολιτική και οικονομική διαφθορά, το οργανωμένο έγκλημα....
Ένα επάγγελμα εκ προοιμίου επικίνδυνο [Μερος Β']
ΒΟΡΕΙΑ ΑΜΕΡΙΚΗ
«Απόλυτο φιάσκο» οι χειρισμοί του Ριάντ στην υπόθεση Κασόγκι
Με αμείωτη ένταση συνεχίζεται το σίριαλ της δολοφονίας του Τζ. Κασόγκι, με τις ΗΠΑ να ανακοινώνουν ότι ανακαλούν τις βίζες για τους Σαουδάραβες που εμπλέκονται στην υπόθεση. «Απόλυτο φιάσκο» χαρακτήρισε ο Ντ....
«Απόλυτο φιάσκο» οι χειρισμοί του Ριάντ στην υπόθεση Κασόγκι
ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ
Μπίζνες πάνω από όλα
Αποτροπιασμό εκφράζει η επικεφαλής του ΔΝΤ για τα όσα έρχονται στο φως για τη στυγερή δολοφονία του δημοσιογράφου Κασόγκι, μέσα στο προξενείο της χώρας του. Ωστόσο, όταν ρωτήθηκε αν αυτό θα την αποτρέψει από...
Μπίζνες πάνω από όλα
ΕΥΡΩΠΗ
Σκηνοθέτησε τη δολοφονία του για να γλιτώσει τη ζωή του
Χαμογελαστός παρουσιάστηκε στα ΜΜΕ ο Ρώσος δημοσιογράφος Αρκάντι Μπαμπτσένκο, η δολοφονία του οποίου είχε ανακοινωθεί την Τρίτη. Ο επικριτής του Πούτιν συνεργάστηκε με τις ουκρανικές αρχές για να προλάβει,...
Σκηνοθέτησε τη δολοφονία του για να γλιτώσει τη ζωή του

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας