Αθήνα, 31°C
Αθήνα
Ελαφρές νεφώσεις
31°C
31.2° 28.6°
2 BF
47%
Θεσσαλονίκη
Ελαφρές νεφώσεις
29°C
29.6° 28.0°
1 BF
58%
Πάτρα
Αίθριος καιρός
28°C
29.0° 27.7°
3 BF
65%
Ιωάννινα
Ελαφρές νεφώσεις
25°C
24.9° 24.9°
1 BF
65%
Αλεξανδρούπολη
Ελαφρές νεφώσεις
26°C
25.9° 25.9°
0 BF
61%
Βέροια
Σποραδικές νεφώσεις
27°C
27.3° 26.0°
2 BF
76%
Κοζάνη
Αραιές νεφώσεις
22°C
22.4° 22.4°
2 BF
56%
Αγρίνιο
Αίθριος καιρός
23°C
22.9° 22.9°
2 BF
57%
Ηράκλειο
Αίθριος καιρός
28°C
28.6° 26.5°
2 BF
68%
Μυτιλήνη
Αίθριος καιρός
28°C
28.8° 27.9°
2 BF
70%
Ερμούπολη
Αραιές νεφώσεις
29°C
29.4° 28.8°
5 BF
54%
Σκόπελος
Ελαφρές νεφώσεις
28°C
27.7° 26.2°
1 BF
65%
Κεφαλονιά
Αίθριος καιρός
27°C
26.9° 26.9°
1 BF
74%
Λάρισα
Ελαφρές νεφώσεις
28°C
27.9° 26.8°
0 BF
51%
Λαμία
Σποραδικές νεφώσεις
29°C
28.8° 27.5°
1 BF
58%
Ρόδος
Αίθριος καιρός
29°C
29.8° 28.7°
4 BF
55%
Χαλκίδα
Ελαφρές νεφώσεις
29°C
30.4° 28.0°
2 BF
44%
Καβάλα
Ελαφρές νεφώσεις
23°C
23.3° 23.3°
0 BF
88%
Κατερίνη
Αίθριος καιρός
28°C
29.7° 28.1°
2 BF
80%
Καστοριά
Αυξημένες νεφώσεις
25°C
24.8° 24.8°
2 BF
52%
ΜΕΝΟΥ
Τετάρτη, 24 Ιουλίου, 2024
Χωριό στην Ισπανία- PULSE
Χωριά αιχμάλωτα της Γεωγραφίας

Αιμορραγεί δημογραφικά η ύπαιθρος του ευρωπαϊκού Νότου

Οι αγροτικές περιοχές αποτελούν το 45% της της ευρωπαϊκής ηπείρου, όμως σε αυτές κατοικεί μόνο το 21% του πληθυσμού ● Στις αγροτικές περιοχές μειώνεται σταθερά το ποσοστό παιδιών, νέων και ανθρώπων παραγωγικής ηλικίας (20-64), ενώ αυξάνεται το ποσοστό του πληθυσμού άνω των 65 ετών ● Σχεδόν 9 στις 10 περιοχές που έχουν καταγραφεί ως «πρωτίστως αγροτικές» (355 από 406 περιφέρειες για τις οποίες υπάρχουν στατιστικά στοιχεία) αναφέρουν αρνητική μεταβολή πληθυσμού την πενταετία 2015-2021 ● Στο top-11 της ευρωπαϊκής υπαίθρου που ερημώνει, ο νομός Σερρών.

Το θέμα της «αστυφιλίας» ήταν από τα SOS στις σχολικές εκθέσεις, συχνά συνοδευόμενο από τη γνωστή ρήση του Αντώνη Σαμαράκη για τις «στέγες των ανθρώπων» που ποτέ δεν ήταν τόσο κοντά και οι καρδιές τους τόσο μακριά. Μια φράση που επαναλαμβανόταν μέχρι αηδίας σε φροντιστηριακά εγχειρίδια, καταντώντας μισητό κλισέ. Σήμερα η μεταπολεμική κριτική περί αστυφιλίας ηχεί παρωχημένη. Εξάλλου εδώ και δύο δεκαετίες, με ορόσημο το 2005, o πληθυσμός που κατοικεί στα αστικά κέντρα είναι παγκοσμίως υψηλότερος από όσους ζουν εκτός τους.

Πλέον οι προτιμώμενες φράσεις στα δημοσιογραφικά αφιερώματα είναι η «ερήμωση της υπαίθρου» (η οποία διαφέρει από την ερημοποίηση που αναφέρεται στην υποβάθμιση της γης), ενώ ο επίσημος όρος που χρησιμοποιείται στα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι «αποπληθυσμός», μετάφραση του depopulation.

Στην Ελλάδα συνήθως η συζήτηση για την πληθυσμιακή συρρίκνωση των αγροτικών περιοχών συνδυάζεται με αναφορές στη μείωση του αριθμού των γεννήσεων και το «δημογραφικό πρόβλημα». Η Ακροδεξιά εκμεταλλεύεται στο έπακρο το θέμα, με εθνικιστικές κορόνες για τις «Ελληνίδες που δεν γεννάνε παιδιά» και εκκλήσεις για τη στήριξη της ελλληνορθόδοξης ετεροκανονικής οικογένειας (και μόνον αυτής).

Την ίδια στιγμή, σε όλη την Ευρώπη, η ύπαιθρος συνεχίζει να αιμορραγεί πληθυσμιακά, αν και με διαφορετική ένταση σε κάθε χώρα. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, οι πρωτίστως αγροτικές περιοχές αποτελούν το 45% της ευρωπαϊκής ηπείρου, όμως σε αυτές κατοικεί μόνο το 21% του πληθυσμού. Οπως επισημαίνει η σχετική έκθεση, ο πληθυσμός των αγροτικών περιοχών μειώνεται ετησίως κατά 0,1%, ο πληθυσμός των πόλεων αυξάνεται κατά 0,3% και στις λεγόμενες «ενδιάμεσες περιοχές» (αστικές και αγροτικές) παραμένει σταθερός.

Παράλληλα στις αγροτικές περιοχές μειώνεται σταθερά το ποσοστό παιδιών, νέων και ανθρώπων παραγωγικής ηλικίας (20-64), ενώ αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι στις πόλεις το ποσοστό του πληθυσμού άνω των 65 ετών. Σχεδόν 9 στις 10 περιοχές που έχουν καταγραφεί ως «πρωτίστως αγροτικές» (355 από 406 περιφέρειες για τις οποίες υπάρχουν στατιστικά στοιχεία) αναφέρουν αρνητική μεταβολή πληθυσμού την πενταετία 2015-2021.

Χάρτης- ερήμωση υπαίθρου

Οι αγροτικές περιοχές με τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή συρρίκνωση, τουλάχιστον 10%, βρίσκονται κυρίως στον ευρωπαϊκό Νότο (Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα) και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (Βουλγαρία, Κροατία, Ρουμανία). Ως εξισορρόπηση των «φυγόκεντρων» τάσεων από την ύπαιθρο στις πόλεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εισαγάγει το «Σχέδιο δράσης για τις αγροτικές περιοχές», για «ισχυρότερες, συνδεδεμένες, ανθεκτικές και ευημερούσες» κοινότητες. Το σχέδιο έχει χρονικό ορίζοντα το 2040 και περιλαμβάνει τη «Συμφωνία για τις αγροτικές περιοχές» (Rural Pact), προάγοντας «ένα πλαίσιο συνεργασίας, μεταξύ φορέων του Δημοσίου, μη κυβερνητικών οργανώσεων, επιχειρήσεων, Πανεπιστημίων και πολιτών, σε ευρωπαϊκό, εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο».

Στις 11 πρωτίστως αγροτικές περιοχές με τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή συρρίκνωση (ανάμεσα στις 406) συγκαταλέγονται ο νομός Σερρών από την Ελλάδα, τα περίχωρα της Σόφιας και του Βίντιν στη Βουλγαρία, τέσσερις περιοχές της Πορτογαλίας, δύο από τη Βορειοδυτική Ισπανία και από μία περιοχή σε Κροατία και Ρουμανία. Η Μαρία Ντολόρες Πούγκα, γεωγράφος και δημογράφος στο Εθνικό Συμβούλιο Ερευνας της Ισπανίας (CSIC), και ο Στέλιος Γκιάλης, καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, μιλάνε στους συνεργάτες του Pulse για τα ιστορικά αίτια, τις σύγχρονες τάσεις και τους τρόπους αντιμετώπισης του φαινομένου του αποπληθυσμού στις χώρες της Νότιας Ευρώπης.

Η πληθυσμιακή συρρίκνωση της υπαίθρου
σε Ελλάδα και Ισπανία

Αν υπάρχει μια «στέπα» στην Ευρώπη, αυτή είναι η Ισπανία. Πρόκειται για την ευρωπαϊκή χώρα με τη μικρότερη σε εμβαδό κατοικημένη έκταση, καθώς σχεδόν 82% του εδάφους της είναι ακατοίκητο, όταν τα αντίστοιχα ποσοστά για τις γειτονικές χώρες Πορτογαλία και Γαλλία προσεγγίζουν το 55% και 32%, αντίστοιχα. Για τη γεωγράφο του CSIC, η κατάσταση αυτή οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο δομήθηκαν οι οικισμοί στη χώρα της Ιβηρικής, ανάλογα με το πού υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι, όπως η πρόσβαση σε πόσιμο νερό.

«Περίπου το 40% της επιφάνειας του κράτους κατοικείται από λιγότερο από το 5% του πληθυσμού, μια πραγματικότητα που είναι διαχρονική στην Ισπανία. Η Γαλλία έχει διαφορετικές γεωγραφικές και κλιματικές συνθήκες, που μοιάζουν περισσότερο με την Πορτογαλία. Ως αποτέλεσμα έχει διαφορετική πληθυσμιακή δομή, καθώς η παρουσία του πρωτογενούς τομέα σε όλη την επικράτεια είναι πιο αναπτυγμένη από ό,τι στην Ισπανία».

Την άνιση κατανομή του πληθυσμού επιδείνωσε το κύμα εσωτερικής μετανάστευσης από τις αγροτικές περιοχές στα αστικά κέντρα, το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, με βασική αρνητική επίπτωση τη φυγή των νεότερων ηλικιών από την ύπαιθρο. Το τρίτο στάδιο που αναγνωρίζει η ερευνήτρια μετά την αστικοποίηση είναι το φαινόμενο της «μητροπολιτικοποίησης», όταν ο πληθυσμός δεν συγκεντρώνεται πλέον στις πόλεις αλλά στις μεγάλες μητροπόλεις, φαινόμενο όχι μόνο ευρωπαϊκό αλλά παγκόσμιο.

Αντίστοιχα ο καθηγητής Στέλιος Γκιάλης κάνει λόγο για τρία βασικά ιστορικά ρεύματα που συντέλεσαν, με διαφορετικό τρόπο, στη συρρίκνωση του πληθυσμού της ελληνικής υπαίθρου. Το πρώτο μεγάλο ρεύμα μετακίνησης πληθυσμού από τις αγροτικές περιοχές στα αστικά κέντρα συνδέεται με την περίοδο του εμφυλίου πολέμου (1946-1949). Είχε να κάνει όχι μόνο με οικονομικούς αλλά και πολιτικούς παράγοντες. Ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα, στις περιοχές που ήταν θέατρα στρατιωτικών επιχειρήσεων, οι κάτοικοι υφίσταντο εκτοπισμούς και διώξεις από τον Εθνικό Στρατό, που τους θεωρούσε συμμάχους των ανταρτών. Ενας άλλος παράγοντας ήταν ότι ο τοπικός πληθυσμός δεν μπορούσε να επιβιώσει υπό τις αντίξοες συνθήκες του εμφυλίου πολέμου.

Το δεύτερο μεγάλο ρεύμα τοποθετείται χρονικά στη δεκαετία του ‘60. «Η Ελλάδα είχε πολύ δυναμικούς ρυθμούς ανάπτυξης και εκβιομηχάνισης, οπότε υπήρξε ζήτηση εργατικών χεριών σε βιομηχανικές δραστηριότητες. Η περίοδος αυτή συνδέεται με την αστική συγκέντρωση. Οι βιομηχανικές μονάδες στον Πειραιά, γύρω από την Αττική, στη Θεσσαλονίκη χρειάζονταν εργατικά χέρια και τα εργατικά χέρια δημιούργησαν την ανάγκη για υπηρεσίες», υπογραμμίζει ο καθηγητής. Οπως μας λέει, η τάση μετακίνησης πληθυσμού στα αστικά κέντρα χαρακτηρίζει όλες τις χώρες που αναπτύσσονται οικονομικά και αποκτούν καπιταλιστικές δομές, ωστόσο συνεχίζεται και σε πιο σύγχρονες περιόδους.

«Ενα πολύ έντονο ρεύμα, που θα καταγραφεί από τον ιστορικό του μέλλοντος, ήταν η οικονομική-δημοσιονομική κρίση του 2009-2014. Ομως τότε είχαμε κυρίως το φαινόμενο της φυγής πληθυσμού στο εξωτερικό. Εφυγε μεγάλο τμήμα πληθυσμού από την επαρχία, δημιουργώντας πολύ μεγάλο πρόβλημα πληθυσμιακής συρρίκνωσης, αλλά και από τα αστικά κέντρα», προσθέτει. «Είναι διαφορετικό να φύγει ένα μικρό ποσοστό από την Αττική, που είναι πολύ πυκνοκατοικημένη, και άλλο η φυγή από τις ήδη συρρικνωμένες πληθυσμιακά και δημογραφικά περιοχές. Επιπλέον αξίζει να σημειώσουμε ότι το ρεύμα της φυγής στο εξωτερικό δεν αφορά μόνο τους εξειδικευμένους επαγγελματίες και επιστήμονες, αλλά και εργαζόμενους χαμηλής ειδίκευσης, Ελληνες και μετανάστες. Υπήρχε μεγάλο ρεύμα αποψίλωσης από την ύπαιθρο από Αλβανούς, Ρουμάνους και Ελληνες που αναζήτησαν χειρωνακτικές δουλειές στο εξωτερικό, για παράδειγμα σε οικοδομές».

Η Μαρία Ντολόρες Πούγκα αναφέρει ως βασικό παράγοντα διατήρησης της συνοχής των πληθυσμών στην περιφέρεια τα «πυκνά δίκτυα κοντινών πόλεων, με άριστη επικοινωνία μεταξύ τους (μέσα συγκοινωνίας, υποδομές κ.λπ.), που επιτρέπουν τη ρευστή κινητικότητα του πληθυσμού, συγκρατώντας τις τάσεις φυγής από την ύπαιθρο». Μιλάει για ένα δίκτυο πόλεων μεσαίου μεγέθους, οι οποίες όλες μαζί σχηματίζουν «έναν πυρήνα, σχεδόν όσο μια μητροπολιτική περιοχή, που με τη σειρά του αποτελείται από μικρότερους πυρήνες, διαφορετικού μεγέθους. Αυτό συμβαίνει σε ορισμένες περιοχές της Ιβηρικής χερσονήσου, όπως η Χώρα των Βάσκων και τα παράλια της Γαλικίας, αλλά όχι στην ενδοχώρα. Οι επαρχίες της ισπανικής ενδοχώρας χάνουν πληθυσμό εντατικά, και αν δεν έχουν ακόμα ερημώσει, θα τις δούμε να ερημώνουν σε λίγες δεκαετίες».

Η Ισπανίδα γεωγράφος θεωρεί μεγαλύτερη πρόκληση και από την πληθυσμιακή συρρίκνωση της υπαίθρου τη φυγή των νέων από τις πρωτεύουσες των επαρχιών, ανθρώπων που, όπως λέει, «έχουν υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης και δεξιότητες, είναι ο πληθυσμός στον οποίο οι περιοχές αυτές έχουν επενδύσει περισσότερο». Η δεύτερη πρόκληση που εντοπίζει είναι ότι σε αυτές τις αγροτικές περιοχές «υπάρχει ακόμη μια γενιά ηλικιωμένων που ζουν ανάμεσα σε ηλικιωμένους. Εχει χαθεί η ενδιάμεση γενιά που θα μπορούσε να τους υποστηρίζει και να τους φροντίζει. Η πρόκληση είναι να δημιουργήσουμε μια ισορροπία μεταξύ των γενεών, ώστε να μπορούν να γεράσουν στους τόπους όπου γεννήθηκαν κι έζησαν και να μην έχουμε ένα νέο ρεύμα μετανάστευσης πολύ ηλικιωμένων ανθρώπων επειδή δεν μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια στις ιδιαίτερες πατρίδες τους».

Για τον Ελληνα γεωγράφο, η μετακίνηση πληθυσμού από την περιφέρεια στα αστικά κέντρα συνεχίζεται «επειδή οι συνθήκες που δημιούργησαν το τρίτο ρεύμα δεν έχουν αλλάξει. Η απογραφή της ΕΛΣΤΑΤ του 2021 δείχνει ότι το πρόβλημα είναι πολύ έντονο, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα. Η οικονομία στα χωριά δεν μπορεί να συγκρατήσει ούτε τους ντόπιους που έχουν σπίτια εκεί ούτε τα φτηνά εργατικά χέρια των αλλοδαπών. Ο λόγος είναι καθαρά οικονομικός, ότι δεν υπάρχουν δουλειές με ικανοποιητικά μεροκάματα και μισθούς». Ως επιπλέον επιβαρυντικούς παράγοντες αναφέρει τις δυσκολίες που έχει η ζωή στην ύπαιθρο, κυρίως λόγω των ελλείψεων σε υποδομές, παιδεία, υγεία, ακόμα και σε επιλογές για αναψυχή και πολιτισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μόνη περιοχή που είχε αύξηση πληθυσμού στην απογραφή του 2021 ήταν το Νότιο Αιγαίο με 3%, ενώ η Κρήτη είχε σταθερό πληθυσμό (μεταβολή 0%). Ολες οι άλλες περιοχές της περιφέρειας σημειώνουν πληθυσμιακή συρρίκνωση.

Το ρεύμα αύξησης πληθυσμού στο Νότιο Αιγαίο σχετίζεται άμεσα με την τουριστική βιομηχανία. «Ο τουρισμός είχε τις μικρότερες δυνατές επιπτώσεις την περίοδο της κρίσης. Αντιθέτως συνέχισαν να χτίζονται ξενοδοχειακές μονάδες. Οι τουριστικές περιοχές που δεν είναι αστικά κέντρα είναι κοιτίδες έντονης οικονομικής δραστηριότητας. Σε μεγάλο βαθμό Ελληνες έφυγαν από άλλες περιοχές της Ελλάδας και πήγαν σε τουριστικές ζώνες. Επίσης το ρεύμα μετακίνησης στα νησιά του Νοτίου Αιγαίου αφορά και εποχικούς εργαζόμενους από το εξωτερικό, που αποφασίζουν να μείνουν μόνιμα εκεί», υπογραμμίζει ο κ. Γκιάλης.

Υπάρχουν μέτρα για να συγκρατήσουν τη φυγή του πληθυσμού από την ύπαιθρο; «Τα μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση είναι λίγα και ανεπαρκή. Επίσημα υπάρχουν κάποιες διακηρύξεις: προγράμματα αγροτικής επιχειρηματικότητας για νέους αγρότες, στρατηγικές επενδύσεις σε περιοχές της περιφέρειας ώστε να δημιουργηθούν ευκαιρίες απασχόλησης σε τοπικό επίπεδο, ακόμα και οι μηχανισμοί των βραχυχρόνιων μισθώσεων συγκρατούν τον πληθυσμό σε τουριστικές περιοχές. Ομως λείπουν σχολεία, νοσοκομεία, υποδομές. Ακόμα και το κόστος μετακίνησης από την περιφέρεια στα μεγάλα αστικά κέντρα είναι δυσβάστακτο», τονίζει. Ακόμα και η άνοδος της τηλεργασίας, κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού και μετά, η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά για την «αποκέντρωση» και την επανακατοίκηση της υπαίθρου, δεν είχε σημαντικές επιπτώσεις. «Αν έχει κάποιος μια καλή δουλειά, ακόμα και εξ αποστάσεως, θα εξετάσει το ενδεχόμενο να εγκατασταθεί στην επαρχία. Ομως, αν για να πας τρεις μέρες στην πρωτεύουσα ή σε μια μεγάλη πόλη, για μια ιατρική εξέταση ή για να δεις μια θεατρική παράσταση, θες έναν μισθό, δεν ενθαρρύνεσαι να παραμείνεις στην επαρχία. Αν έχεις παιδιά, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Είναι σαν να υπάρχει ένας μαγνήτης με δύο πόλους. Ο θετικός είναι η πόλη και το χωριό ο αρνητικός. Παρά τις δύσκολες συνθήκες στις πόλεις, όπως το κυκλοφοριακό πρόβλημα, η περιβαλλοντική μόλυνση, τα ακριβότερα ενοίκια, τελικά τα θετικά υπερτερούν και λειτουργούν ως πόλος έλξης», καταλήγει ο καθηγητής.

H πληθυσμιακή γήρανση της Βουλγαρίας αντιστρέφεται χάρη στους μετανάστες

Tsar Simeonovo, Vidin, Bulgaria

O πληθυσμός της Βουλγαρίας γερνάει και μειώνεται, γράφει η ηλεκτρονική εφημερίδα Media Pool για την έρευνα του Pulse. Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 2023, ο πληθυσμός της Βουλγαρίας ανέρχεται σε 6.445.481 άτομα, ενώ τα τελευταία 30 χρόνια έφυγαν σχεδόν 2,5 εκατομμύρια άτομα. Οι ρυθμοί μεταβολής του πληθυσμού είναι αρνητικοί, αλλά αντισταθμίζονται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τους μετανάστες, που φτάνουν κυρίως από την Τουρκία (25%), την Ουκρανία (17,5%) και τη Ρωσία (9,7%).

Η περιφέρεια του Βίντιν, στη βορειοδυτική Βουλγαρία, είναι η φτωχότερη περιοχή σε όλη την Ε.Ε. και παράλληλα μία από τις περιοχές με τα υψηλότερα ποσοστά ηλικιωμένων. Πάνω από το 31% των κατοίκων είναι άνω των 65 ετών, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι 21,3%. Ο βαθμός αστικοποίησης στη Βουλγαρία κινείται περίπου στον μέσο όρο της Ε.Ε., καθώς το 73,5% του πληθυσμού ζει σε πόλεις και το 26,5% σε χωριά και οικισμούς. Υπάρχουν 201 οικισμοί χωρίς ούτε έναν κάτοικο και έξι πόλεις με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων όπου κατοικεί το 35% του πληθυσμού.

«Η διαδικασία ερήμωσης των βουλγαρικών χωριών ξεκίνησε μετά το 1944, όταν η Βουλγαρία κατελήφθη από τον σοβιετικό στρατό και η εξουσία παραδόθηκε στο Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Οι κομμουνιστές απαγόρευσαν την ατομική ιδιοκτησία της αγροτικής γης και ξεκίνησαν μια διαδικασία ταχείας εκβιομηχάνισης. Αυτό οδήγησε σε μια ταχεία συγκέντρωση του πληθυσμού στα αστικά κέντρα», σημειώνει το βουλγαρικό μέσο. Στην απέναντι πλευρά των συνόρων συνέβαινε ακριβώς το ίδιο, μόνο που οι διώκτες του αγροτικού πληθυσμού ήταν οι νικητές του Εμφυλίου, οι εχθροί των κομμουνιστών. Ενα ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι, όπως όλα τα κοινωνικά φαινόμενα, έτσι και η ερήμωση ή ο «αποπληθυσμός» της υπαίθρου επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες ανάλογα με τα «πολιτικά» γυαλιά που φοράει ο καθένας.

H ρουμανική εξαίρεση: από την πόλη στην ύπαιθρο

Μεσαιωνικά σπίτια στο Rasnov της Τρανσυλβανίας έχουν αναπαλαιωθεί και κατοικούνται πάλι, αναβαθμίζοντας το χωριό σε τουριστικό προορισμό

Ενώ η παγκόσμια τάση είναι η ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση σε μεγάλες πόλεις ή μητροπολιτικές περιοχές, στη Ρουμανία παρατηρείται εδώ και μερικά χρόνια το αντίθετο φαινόμενο. «Η μείωση του ρουμανικού αγροτικού πληθυσμού ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1970», αναφέρει ο καθηγητής Vasile Ghețău του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου και διευθυντής της Διεύθυνσης Στατιστικής Πληθυσμού, τμήματος του Εθνικού Ινστιτούτου Στατιστικής της Ρουμανίας (INE). Οπως συνέβη και σε άλλες χώρες, η εκβιομηχάνιση οδήγησε σε μετακινήσεις προς τις αστικές περιοχές.

Μετά το 1989 και την πτώση του καθεστώτος Τσαουσέσκου, ενώ η μείωση του πληθυσμού της υπαίθρου συνεχίστηκε μέσω εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης, άρχισε σταδιακά να εμφανίζεται και η αντίστροφη πορεία, μετακίνησης από τα αστικά κέντρα στην επαρχία. Η αυξανόμενη ανεργία και το κόστος ζωής στην πόλη, σε συνδυασμό με την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα, καθώς και η αποκατάσταση της γεωργικής ιδιοκτησίας ώθησαν μέρη του πληθυσμού να μεταναστεύσουν στις αγροτικές περιοχές. Από το 2000 και μετά το φαινόμενο αυτό εντείνεται. Σύμφωνα με τον Ρουμάνο εμπειρογνώμονα, το 60% όσων άλλαξαν κατοικία τα τελευταία 20 χρόνια μετακινήθηκε από την πόλη στην ύπαιθρο.

Η αλλαγή αυτή, υπογραμμίζει, έχει ιστορική σημασία, καθώς ανατρέπει το επί αιώνες πρότυπο εκσυγχρονισμού της ρουμανικής κοινωνίας. Ωστόσο το ρεύμα αυτό δεν επαρκεί για να δώσει ζωή στην περιφέρεια, καθώς η ερήμωση της χώρας συνεχίζεται, αν και με διαφορετικό ρυθμό, εντός και εκτός πόλεων. «Σήμερα η μετακίνηση πληθυσμού από την πόλη στην ύπαιθρο προέρχεται από οικονομικές και κοινωνικές πραγματικότητες διαφορετικές από εκείνες της δεκαετίας του 1990», λέει ο καθηγητής. Εξηγεί ότι το φαινόμενο συνδέεται με την επέκταση της κτηματομεσιτικής αγοράς σε πρώην αγροτικές περιοχές οι οποίες βρίσκονται πέριξ των αστικών κέντρων. Η αγορά κατοικίας σε αυτές τις ζώνες καθίσταται ελκυστική για κάποια ανερχόμενα αστικά στρώματα, που μπορούν να συνδυάζουν τα πλεονεκτήματα της υπαίθρου ενώ διατηρούν την εργασιακή τους έδρα στις πόλεις και έχουν πρόσβαση στις υποδομές της σε παιδεία και υγεία.

Για όσους όμως έφυγαν μαζικά από τις αστικές προς τις πιο απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές τη δεκαετία του 1990, τα πράγματα εξακολουθούν να είναι δύσκολα. Το περιβάλλον της υπαίθρου εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά, από άποψη υποδομών, ποιότητας κατοικίας και ανέσεων, θέσεων εργασίας και πηγών εισοδήματος, ενώ συνεχίζονται οι δυσκολίες στα κτηματολογικά έργα και την αποκατάσταση των γεωργικών ιδιοκτησιών. Από αυτές τις περιοχές εξάλλου προήλθαν και τα πρώτα μεγάλα κύματα μεταναστών προς τις αναπτυγμένες δυτικές χώρες.

Ο Ρουμάνος καθηγητής Δημογραφίας εκτιμά ότι, ενώ συνεχίζεται η φυσική μείωση του πληθυσμού της υπαίθρου, παράλληλα η επικράτηση της εσωτερικής μετανάστευσης από τις πόλεις προς την ύπαιθρο είναι σταθερά εδραιωμένη, χωρίς να δείχνει σημάδια αλλαγής. Παράλληλα έχει αλλάξει και το μείγμα της εξωτερικής μετανάστευσης, που πλέον δεν αφορά κυρίως εξαγωγή φτηνών εργατικών χεριών, αλλά νέους επιστήμονες που σπουδάζουν σε Πανεπιστήμια της Δυτικής Ευρώπης και δεν έχουν καμία διάθεση να επιστρέψουν πίσω στη χώρα τους. Μαζική φυγή παρατηρείται και από χιλιάδες γιατρούς και νοσηλευτές που βρίσκουν καλύτερες εργασιακές ευκαιρίες στο εξωτερικό, μηχανικούς και ειδικούς στην πληροφορική που είναι περιζήτητοι σε άλλες χώρες. Η πλειονότητα των εξωτερικών μεταναστών νέας γενιάς προέρχεται από τις πόλεις. Πλέον το φαινόμενο του «αποπληθυσμού» της Ρουμανίας είναι εμφανές και στα δύο περιβάλλοντα, τα αστικά και τα αγροτικά.

🔴 Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του προγράμματος PULSE, μιας ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας που διευκολύνει τη διεθνή δημοσιογραφική συνεργασία. Στο άρθρο συνεισέφεραν οι Marta Ley (El Confidencial, Iσπανία), Krassen Nicolov (Μedia Pool, Boυλγαρία) και Adelina Mărăcine (Hotnews, Ρουμανία).


→ Τα περιεχόμενα του προγράμματος Pulse διανέμονται με άδεια Creative Commons BY-NC-ND 2.5 IT. Η αναδημοσίευση προϋποθέτει υποχρεωτική αναφορά στους συντάκτες και στο πρόγραμμα με έναν άμεσο ενεργό σύνδεσμο προς την αρχική σελίδα του άρθρου. 

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Αιμορραγεί δημογραφικά η ύπαιθρος του ευρωπαϊκού Νότου

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΕ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας