Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ο Γιάννης που γνώρισα
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ο Γιάννης που γνώρισα

  • A-
  • A+

Ο Γιάννης Τριανταφύλλου ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που γνώρισα όταν πήγα να δουλέψω στην «Ελευθεροτυπία», τέλη της δεκαετίας του ‘90, στο ένθετο «Η ζωή είναι εδώ» του καθημερινού φύλλου -ένα δισέλιδο με έμφαση στη νεανική κουλτούρα και τις σύγχρονες τάσεις.

Ημουν φοιτήτρια ακόμα, καταχαρούμενη που έγραφα και πληρωνόμουν. Ο Γιάννης, νέος κι αυτός, λιγότερο από 30, μου φαινόταν μεγάλος και σοβαρός σε σύγκριση με το ελευθεριακό κλίμα που επικρατούσε στους υπόλοιπους της «Ζωής». Ντυνόταν καλά, συχνά φόραγε κοστούμι, σχεδόν ποτέ όμως γραβάτα, κατηφόριζε από το σπίτι του στο Μετς για να βγει στα ιστορικά καφέ του κέντρου -το παλιό Dolce, το Da Capo, πιθανότατα το Brazilian της Βουκουρεστίου.

Του άρεσε να γνωρίζει ενδιαφέροντες ανθρώπους, να μαθαίνει τις ιστορίες τους, να πιάνει τον παλμό των γεγονότων. Ηξερε καλά ότι η δημοσιογραφία δεν γίνεται μόνο, ούτε κυρίως στα γραφεία και στα τηλέφωνα, αλλά ότι συνήθως τις πληροφορίες που αξίζει να γραφτούν τις μαθαίνεις πίσω από μια μπάρα ή, όπως προτιμούσε ο ίδιος, πάνω από έναν καλοσερβιρισμένο καφέ.

Είχε χιούμορ, εκτιμούσε μια καλή συζήτηση και αγαπούσε το σινεμά. Κυρίως όμως αυτό που χαρακτήριζε τον Γιάννη ήταν η βαθιά του φιλομάθεια. Εχοντας αφήσει το τμήμα Ιατρικών Εργαστηρίων του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης για να σπουδάσει δημοσιογραφία στην Αθήνα σε ιδιωτική σχολή και να πιάσει αμέσως μετά δουλειά από το 1996, είχε κάνει την αυτομόρφωση κανόνα ζωής.

Δεν διάβαζε απλώς πολύ. Από ένα σημείο κι έπειτα ανέπνεε και ζούσε μέσα στις σελίδες των βιβλίων. Το γραφείο του στον 5ο όροφο της «Ελευθεροτυπίας», όπου είχε την έδρα του για τουλάχιστον μια δεκαετία, έμοιαζε με οχυρό με οδοφράγματα βιβλία: επιστημονικά, ιστορικά, πολιτικά, λογοτεχνικά, κυρίως από σημαντικές διεθνείς προσωπικότητες. Βιβλία του αριστερού διανοούμενου Σίγκμουντ Μπάουμαν -ίσως από τους σπουδαιότερους θεωρητικούς που γνώρισε η εποχή μας- αλλά και του «γερακιού» της γεωπολιτικής σκακιέρας Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι.

Βιβλία του νομπελίστα-σταρ της Φυσικής Στίβεν Χόκινγκ και του σπουδαίου Βρετανού μαθηματικού Μάρκους ντι Σοτόι. Του μεγάλου Ισραηλινού συγγραφέα Αμος Οζ και της Νοτιοαφρικανής νομπελίστριας Ναντίν Γκόρτιμερ... Ολους αυτούς και πολλούς άλλους και άλλες θα τους γνώριζε o Γιάννης μέσα από τις συνεντεύξεις του που δημοσιεύτηκαν στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», στο περιοδικό «Εψιλον», και στο δισέλιδο στο καθημερινό φύλλο με τίτλο «Σημείο Συνάντησης».

Ηδη όσοι έγραψαν για τον Γιάννη, θύμισαν τις σημαντικότερες αυτών των συνεντεύξεων: αυτή με τη Λούσι Χόκινγκ, τη συγγραφέα κόρη του Στίβεν Χόκινγκ, για το βιβλίο που έγραψε μαζί με τον πατέρα της, το οποίο εξηγεί τα μυστικά του Σύμπαντος. Η συνέντευξη με τον Πίτερ Αρνέτ, τον πρώτο Δυτικό δημοσιογράφο που πήρε τηλεοπτική συνέντευξη από τον Οσάμα Μπιν Λάντεν για το ειδησεογραφικό δίκτυο CNN, σε μια σπηλιά στα βουνά του Αφγανιστάν το 1997.

Η συνέντευξη με τον σερ Τζον Κίγκαν, τον διασημότερο εν ζωή θεωρητικό του πολέμου με αφορμή την επανακυκλοφορία του βιβλίου του «Το πρόσωπο της μάχης». Να θυμίσουμε ακόμα τις τις συνεντεύξεις με τον Ελληνοαμερικανό εικαστικό Φίλιπ Τσιάρας, συμφοιτητή του Γιώργου Παπανδρέου και του Αντώνη Σαμαρά στο Αμχερστ της Μασαχουσέτης, τον εμβληματικό φωτογράφο-διαφημιστή της Μπένετον, Ολιβέρο Τοσκάνι, την Ελληνίδα ερωμένη του Σαντάμ, επί 30 χρόνια, Παρισούλα Λάμψος...

Δεν ήταν όμως τόσο ότι ο Γιάννης έκλεινε «ονόματα» για τις συνεντεύξεις του. Ηταν κυρίως ότι για κάθε έναν από αυτούς προηγούνταν ώρες ή και μήνες διαβάσματος και έρευνας. Οι ερωτήσεις του δεν στόχευαν στον εντυπωσιασμό ούτε στην κολακεία, αλλά ήταν προϊόν δουλειάς και αυθεντικής περιέργειας. Ρωτούσε πράγματα που ήθελε ειλικρινά να μάθει και να μεταδώσει και το έκανε με επαγγελματικά άρτιο και λιτό τρόπο, χωρίς να προβάλλει τον εαυτό του περισσότερο από το θέμα του -λάθος που κάνουν πολλοί συνεντευξιαστές-νάρκισσοι.

Η φράση «έβαλε τη σφραγίδα του στη δημοσιογραφία» πολλές φορές χρησιμοποιείται σαν κλισέ. Ομως για όσους και όσες ζήσαμε από κοντά το έργο και την προσωπικότητα του Γιάννη, ακόμα περισσότερο όσοι τον γνώρισαν ως φίλο, η φράση αυτή ισχύει με το παραπάνω. Ισως η ΕΣΗΕΑ -που τον αποχαιρέτησε με ένα προσεγμένο και συγκινητικό σημείωμα- αν θέλει να τον τιμήσει, να συγκεντρώσει σε έναν τόμο τις καλύτερες συνεντεύξεις του (κάποιες υπάρχουν ακόμα αναρτημένες στο enet.gr) και να τις εκδώσει. Οχι μόνο για να θυμόμαστε εμείς οι παλιοί (πια), αλλά και για να μαθαίνουν οι νεότεροι συνάδελφοι την τέχνη της τίμιας και σωστής δημοσιογραφικά συνέντευξης.

Αντίο, φίλε

Τρεις μεγάλες αγάπες είχε ο Γιάννης μας: αυτό ακριβώς που έκανε όπως το έκανε μέσα από τη στήλη του «Σημείο Συνάντησης», τη βιβλιοφαγία και τον κινηματογράφο. Αν τύχαινε να είναι και θερινός... χαράς Ευαγγέλια

Αυτό το κομμάτι θα ευχόμουν να μην το έχω γράψει ποτέ. Μην το κρίνετε ως δημοσιογραφικό, ούτε να το θεωρήσετε επικαιρότητα, γιατί δεν είναι τίποτα άλλο από ένα προσωπικό αντίο σε έναν αδελφικό μου φίλο, δεν είναι τίποτα άλλο από ένας ελάχιστος φόρος τιμής σε ένα πολύστροφο μυαλό και μια πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα.

Ο Γιάννης ήταν τόσο σπάνιος όσο οι συνεντεύξεις που έκανε. Τα τελευταία δέκα χρόνια πίναμε καφέδες σχεδόν κάθε μέρα συζητώντας για καθημερινά, απλά, ακόμη κι ευτελή πράγματα, αλλά μετά από λίγο ή την προηγουμένη είχε καταφέρει να πάρει συνεντευξη από τον Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι ή τον Τζον Μπάνβιλ.

Κι ενώ ο Γιάννης μπορούσε να σταθεί επάξια ως συνομιλητής και αλιευτής ειδήσεων από τέτοιου βεληνεκούς προσωπικότητες -κάθε βδομάδα ψάρευε κι από μία-, δυσκολευόταν πολύ να αποδεχτεί την πεζή καθημερινότητα και τη σκληρότητα αυτού του κόσμου. Ο άνθρωπος ήταν «αλλού» και μάλλον γι’ αυτό το «αλλού» μάς άφησε και σ’ αυτό το «αλλού» πρέπει να πήγε.

Τρεις μεγάλες αγάπες είχε ο Γιάννης μας: αυτό ακριβώς που έκανε όπως το έκανε μέσα από τη στήλη του «Σημείο Συνάντησης», τη βιβλιοφαγία και τον κινηματογράφο. Αν τύχαινε να είναι και θερινός... χαράς Ευαγγέλια. Οταν έκλεισε η «Ελευθεροτυπία» και επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, το πρόγραμμά του περιελάμβανε περίπατο στην παραλία, σχεδόν καθημερινές επισκέψεις σε βιβλιοπωλεία και οπωσδήποτε δύο με τρεις φορές τη βδομάδα σινεμά.

Εννοείται πως γνώριζε λεπτομέρειες για κάθε συγγραφέα, ακόμα κι αν ήταν καινούργιος, και για κάθε σκηνοθέτη ή ηθοποιό της ταινίας που θα βλέπαμε. Οταν έπεφταν οι τίτλοι του τέλους, δεν φεύγαμε, αλλά καθόμασταν για να διαβάσει όλους τους συντελεστές προκειμένου να βρει τον Ελληνα (!) ή για να εκπλαγεί με κάποιον συντελεστή που του είχε ξεφύγει.

Ολα αυτά τα ωραία και θαυμαστά του Γιάννη όμως σκέπαζε πάντα μια υφέρπουσα μελαγχολία. Νομίζω πως όλοι οι ευφυείς άνθρωποι την έχουν. Είναι μάλλον ίδιον των μεγάλων μυαλών, των ανθρώπων αυτών που λέμε «φευγάτους». Και η μελαγχολία αυτή είχε γίνει μαύρο σύννεφο μετά το κλείσιμο της «Ελευεθροτυπιας». Δεν μπορούσε να εκφραστεί. Ασφυκτιούσε. Κι επειδή η δημοσιογραφική μας πιάτσα προσομοιάζει πλέον με γαλέρα όπου η πνευματικότητα κοστολογείται ευτελώς έως καθόλου, σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εκδότη, είτε επειδή πληρώνεσαι καλύτερα για να έρπεσαι παρά για να εμπνέεσαι και να γράφεις, γι’ αυτό ο Γιάννης έμεινε εκτός «πιάτσας». Ηταν «δύσκολος».

Εστησε λοιπόν μια προσωπική ιστοσελίδα, το poplike.gr, όπου έκανε τα δικά του. Και ήταν ωραία. Και τη χαιρόταν. Και τη χαιρόμασταν και μεις, οι φίλοι του και όσοι θαυμάζαμε τη δουλειά του. Αλλά αυτό δυστυχώς το εγχείρημα δεν του απέφερε αρκετά για να βιοπορίζεται. Δεν υπήρχε οικονομική στήριξη και βοήθεια από πουθενά. Και κάπως έτσι ο Γιάννης επέστρεψε στην Αθήνα, τώρα που «ανοίγουν πάλι οι δουλειές», όμως δεν πρόλαβε να ξαναβρεθεί στις δόξες του, να βρει το μέσο εκείνο που θα αναγνώριζε τη δουλειά και το μεράκι του, που θα τον αντάμειβε δίκαια και θα αναδείκνυε τις ιδέες του.

Ψάχνοντας και ελπίζοντας, ο Γιάννης «έφυγε» πριν από μερικά βράδια, μόνος στο σπίτι του στο Παγκράτι, και μου άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Ηταν για μένα ένας από τους πέντε φίλους που κάνει κανείς σε όλη του τη ζωή. Ηταν ένας από τους εξυπνότερους ανθρώπους που έτυχε να συναντήσω. Κι ήταν ένας από τους ελάχιστους που έχω γνωρίσει με τόσο μεγάλη καρδιά -ένας άνθρωπος ανεξίκακος χωρίς ποτέ να θέλει να βλάψει κανέναν.

Μου άφησε όμως και μια κληρονομιά ο Γιάννης. Την αγάπη του για τα θερινά σινεμά. Δεν θα μπορέσω ποτέ να ξαναπάω χωρίς να νιώθω ότι κάθεται δίπλα μου. «Αντίο, φίλε», του Ζαν Ερνάν, με τον Τσαρλς Μπρόνσον και τον Αλέν Ντελόν.


 

 


 

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Στον δρόμο 108 εργαζόμενοι του «Αγγελιοφόρου»
Οριστικό «λουκέτο» στην εφημερίδα της Θεσσαλονίκης ανακοίνωσε ο εμφανιζόμενος ως εκδότης Βασίλης Μπακατσέλος. Οι τελευταίοι υπάλληλοι διώχνονται δίχως αιδώ, χωρίς να εισπράξουν δεκάρα από τους απλήρωτους...
Στον δρόμο 108 εργαζόμενοι του «Αγγελιοφόρου»
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Από τη φεμινιστική παρέμβαση ώς την «ανάληψη ευθύνης» ένας ρατσισμός δρόμος...
«Η ομάδα “Καμία Ανοχή” ανέλαβε την ευθύνη για τoν βανδαλισμό της εισόδου της “Athens Voice”, αργά το βράδυ της Δευτέρας, με αφορμή σχόλιο της εφημερίδας για τον θάνατο μετανάστριας από την Αρμενία.
Από τη φεμινιστική παρέμβαση ώς την «ανάληψη ευθύνης» ένας ρατσισμός δρόμος...
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Εφυγε ο Χρήστος Σιαμαντάς, εκδότης της «Ελευθεροτυπίας», της «Μεσημβρινής» και της «Επικαιρότητας»
Εφυγε σήμερα σε ηλικία 85 ετών ο Χρήστος Σιαμαντάς. Ο μοναδικός ίσως παραδοσιακός εκδότης που συνέδεσε το όνομά του με τρεις εφημερίδες που έγραψαν ιστορία: την «Ελευθεροτυπία», τη «Μεσημβρινή» και την...
Εφυγε ο Χρήστος Σιαμαντάς, εκδότης της «Ελευθεροτυπίας», της «Μεσημβρινής» και της «Επικαιρότητας»
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
«Καθήκον του Τύπου η άσκηση κριτικής σε δημόσια πρόσωπα»
Δικαιώθηκε η εφημερίδα «Documento» στη γνωστή αντιδικία της με τη σύζυγο του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκου Μητσοτάκη, Μαρέβας Γκραμπόφσκι, με μια δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει το καθήκον...
«Καθήκον του Τύπου η άσκηση κριτικής σε δημόσια πρόσωπα»
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Η ληστεία, τα ΜΜΕ και η παραβίαση των νόμων
Ο συνήγορος ενός από τους ληστές του Φαλήρου απαριθμεί ένα προς ένα τα άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της ελληνικής νομοθεσίας που παραβιάστηκαν βάναυσα από κανάλια και...
Η ληστεία, τα ΜΜΕ και η παραβίαση των νόμων
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Κώδικας δεοντολογίας στο Διαδίκτυο
Εγένετο λοιπόν Κώδικας Δεοντολογίας για τα Ψηφιακά Μέσα Ενημέρωσης, ένας πλήρης κώδικας δεοντολογίας για το εγχώριο Ιντερνετ. Οχι πως θα λυθούν έτσι τα προβλήματα, αλλά καλό είναι να υπάρχει ένας ανάλογος...
Κώδικας δεοντολογίας στο Διαδίκτυο

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας