Αθήνα, 31°C
Αθήνα
Αίθριος καιρός
31°C
31.2° 29.3°
2 BF
23%
Θεσσαλονίκη
Αίθριος καιρός
29°C
30.4° 28.0°
1 BF
56%
Πάτρα
Αίθριος καιρός
30°C
30.5° 30.0°
1 BF
58%
Ιωάννινα
Ελαφρές νεφώσεις
27°C
26.9° 26.9°
1 BF
54%
Αλεξανδρούπολη
Αίθριος καιρός
29°C
28.9° 28.5°
2 BF
37%
Βέροια
Αίθριος καιρός
29°C
28.7° 27.9°
1 BF
61%
Κοζάνη
Αίθριος καιρός
24°C
25.1° 24.4°
1 BF
29%
Αγρίνιο
Αίθριος καιρός
27°C
27.5° 27.5°
1 BF
46%
Ηράκλειο
Αίθριος καιρός
28°C
28.6° 27.7°
4 BF
47%
Μυτιλήνη
Αίθριος καιρός
27°C
27.7° 26.8°
3 BF
53%
Ερμούπολη
Αίθριος καιρός
30°C
30.4° 27.8°
4 BF
30%
Σκόπελος
Αίθριος καιρός
27°C
29.6° 26.7°
0 BF
47%
Κεφαλονιά
Αίθριος καιρός
31°C
30.9° 30.9°
0 BF
48%
Λάρισα
Αίθριος καιρός
28°C
27.9° 26.9°
2 BF
34%
Λαμία
Αίθριος καιρός
30°C
30.5° 24.5°
1 BF
36%
Ρόδος
Αίθριος καιρός
29°C
30.8° 29.3°
3 BF
51%
Χαλκίδα
Αίθριος καιρός
27°C
31.0° 26.6°
2 BF
14%
Καβάλα
Αίθριος καιρός
23°C
23.3° 23.3°
0 BF
78%
Κατερίνη
Αίθριος καιρός
29°C
29.7° 28.6°
2 BF
51%
Καστοριά
Σποραδικές νεφώσεις
24°C
23.8° 23.8°
2 BF
42%
ΜΕΝΟΥ
Δευτέρα, 15 Ιουλίου, 2024
dimitris papaxristos
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ο συγγραφέας στο στέκι του, τη «Μουριά» των Εξαρχείων, από όπου στο νέο βιβλίο του ταξιδεύει σε άλλους χρόνους και τόπους
Πολυτεχνείο 1973-2023: Εχει σαν στάμπα τη ζωή μας σημαδέψει

«Το Πολυτεχνείο δεν τελείωσε. Δεν ήταν άπαξ, ήταν διά παντός»

«Δεν αδειάζουμε να πεθάνουμε», το νέο βιβλίο - κατάθεση ψυχής από τον Δημήτρη Παπαχρήστο, που μιλά για την έξοδο των εξεγερμένων του Πολυτεχνείου και τον αγώνα τους για ελευθερία και δημοκρατία, 50 χρόνια μετά, φτάνοντας μέχρι τις μέρες μας, μέχρι τη βαρβαρότητα των νέων πολέμων, τη χειραγώγηση από τους εξουσιαστές και καθημερινές αντιστάσεις.

● Η μνήμη είναι κεντρικό στοιχείο του συγγραφικού σας έργου. Σε αυτό το βιβλίο, που διαδραματίζεται στην καραντίνα με τον φόβο του κορονοϊού, έχετε απέναντι μια διαχρονική και πολύπλευρη προσπάθεια αναθεωρητισμού.

Για να μπορέσουμε να πάμε κόντρα στον φόβο, πρέπει να τον μοιραστούμε, όπως έγινε στο Πολυτεχνείο. Δεν ήμασταν ήρωες, αλλά είχαμε ένα όνειρο ότι μπορούμε να γκρεμίσουμε τη χούντα, ότι «έξι χρόνια είναι πολλά, δεν θα γίνουν επτά». Πιστέψαμε ότι «απόψε πεθαίνει ο φασισμός». Οτι μπορεί τον σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό, τον αναρχισμό να τους βλέπουμε στην πράξη. Γιατί εκεί δημιουργήθηκε μια μεγάλη κομμούνα, με άμεση δημοκρατία, με τη Συντονιστική Επιτροπή, με ανακλητούς εκπροσώπους, με φαντασία, με αυτοοργάνωση, με τον ραδιοφωνικό σταθμό. Δεν ήταν δική μου φωνή, ούτε της Μαρίας, ούτε του Λάμπρου, ήταν φωνή όλων των εξεγερμένων. Κάθε λέξη ήταν και μια σφαίρα. Τους πόνεσε ο σταθμός γιατί σπάσαμε τη μοναξιά, γιατί ακούστηκε στον κόσμο και κατάλαβαν ότι αυτός ο κόσμος που τον τρομοκρατούσαν θα κατέβαινε. Γι' αυτό φοβήθηκε η χούντα και επενέβη. Γιατί δεν θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν τα τανκς την άλλη μέρα. Το αισθανθήκαμε όταν βγήκαμε και μας κυνήγαγαν, αλλά μας κρύψανε τα σπίτια γύρω γύρω, ενώ οι μπάτσοι έπαιρναν τις σακούλες με τα τρόφιμα και τα λεφτά που είχε δώσει ο κόσμος. 

Στο βιβλίο αναφέρω αυτούς τους άξιους ανθρώπους, που με κράτησαν, με περιέθαλψαν και δεν με άφηναν να φύγω. Η γυναίκα του γιατρού πήγε να μου στρώσει το ιατρικό κρεβάτι -ο άντρας της ήταν γιατρός-. Η κόρη μου λέει «θες νερό, διψάς;» για να με πάει στην κουζίνα να με ρωτήσει αν είμαι λιποτάκτης. Δεν είχαν την εικόνα των άλλων φίλων και συναδέλφων. Μόλις είχα γυρίσει από το στρατό με αρβύλες. Μόλις είχα ξεφύγει από τα χέρια ενός αξιωματικού στο δεύτερο τανκ. Μ' είχε πιάσει και περνάει ένας μεγαλύτερος και του «λέει ρε πουστόγερε, τι θες εδώ;». Πήγε για αυτόν κι έτσι ξέφυγα. Το τελευταίο σύνθημα, που είχα πει, ήταν «ο αγώνας συνεχίζεται με τα όπλα, που έχει ο καθένας». Δεν μπορούσα να μείνω στο σπίτι.

Το Πολυτεχνείο δεν τελείωσε. Δεν ήταν άπαξ, ήταν διαπαντός. Και τώρα είναι αγκάθι στην υπνώττουσα κοινωνία. Από τη Συντονιστική της κατάληψης, θέλαμε τώρα να κάνουμε μια συναυλία, αλλά η πρυτανεία του ΕΜΠ είπε «όχι, μη γίνουν επεισόδια», ούτε μέσα ούτε έξω. Φοβούνται να τα βάλουνε μαζί μας και με το ίδιο το γεγονός, ακόμα και με το κτίριο. Στέκει και δείχνει τον δρόμο. Δεν έχει ιδιοκτήτες, ανήκει σε όλους αυτούς που αγωνίζονται.

● Στην παρουσίαση του βιβλίου είπατε ότι το γράψατε για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου. Δεν μιλάτε για τον βασανισμό σας.

Εγώ μιλάω στο όνομα των νεκρών αυτή τη στιγμή, γιατί τους αμφισβητούσαν. Πάνω από 54 νεκροί και βάλε και τους τραυματίες που αφήσανε να πεθάνουν στα νοσοκομεία. Αντί αυτό το γεγονός να μας κάνει να φοβηθούμε, μας εμψύχωσε. Πώς λέγανε παλιά «Ελευθερία ή Θάνατος»; Ο θάνατος έγινε τότε για μένα πυξίδα ζωής. Κάθε ένας βρήκε και έβγαλε τον εαυτό του. Το Πολυτεχνείο έγινε και σύμβολο, για να δείχνει τον δρόμο και να εμπνέει τα νέα παιδιά, και ιστορικό γεγονός και σαν σταθμός ανεφοδιασμού, για να συνεχίσουν οι νέοι σήμερα από εκεί που σταματήσαμε εμείς. Δεν δικαιώθηκε αλλά ξέπλυνε την ντροπή και την παθητικότητα των γονιών μας και της κοινωνίας της εποχής. Δεν σημαίνει ότι ανέχτηκαν τη χούντα, αλλά σιώπησαν. Ακόμα και σήμερα όταν τα παιδιά φωνάζουν «Ψωμί, παιδεία, ελευθερία, η χούντα δεν τελείωσε το '73», σημαίνει ότι το δικαίωμα στη δουλειά δεν υπάρχει, ότι ιδιωτικοποιούν και εμπορευματοποιούν την Παιδεία κι ότι η ελευθερία είναι ελεγχόμενη. Για εμάς η ελευθερία ήταν παραπάνω από το ψωμί. Η αποκατάσταση έγινε στα μέτρα αυτών που την εξέθρεψαν. Δείτε την εικόνα του Γκιζίκη να ορκίζει τον Καραμανλή που φέρανε από το Παρίσι, δείτε την ανοιχτή πληγή στην Κύπρο όπου έχουν υπό κατοχή το μισό νησί. Κι όλα αυτά πήγαν να τα χρεώσουν στο Πολυτεχνείο. Αυτοί που δεν ήταν εκεί. Και τώρα λένε ότι «ήμουν κι εγώ εκεί». Κι άλλοι ότι «ήθελα να ήμουν κι εγώ εκεί». Καταλαβαίνετε ότι ξεπέρασε και εμάς, που το κάναμε, και την κοινωνία.

Εγώ ζω, παιδί μου. Πήγα να μιλήσω στο Δίστομο για τον Γιάννη Καΐλη, που ήταν στην Καλών Τεχνών, για την Κατοχή, το Ολοκαύτωμα. Έρχεται μια κυρία και με χαιρετάει. Ήταν αδελφή του Καΐλη. Τον είχα συναντήσει μόνο μια φορά. Ηταν πάνω στα κάγκελα της Σχολής Καλών Τεχνών με ένα πινέλο, έγραφε συνθήματα στις δυο κολόνες «Έξω το ΝΑΤΟ», «Έξω οι ΗΠΑ» κλπ. Το σκότωσαν τον Φλεβάρη. Τον είχαν βασανίσει και τον πετάξαν στη Δερβενίων για να φανεί ως αυτοκτονία. Θα ήταν στην ηλικία μου σήμερα. Γεννήθηκε 14 Φλεβάρη του 1950 κι εγώ 31 Ιανουαρίου του 1950. Ζωγράφιζε εκείνο τον καιρό του Δελφούς. Η Ελλάδα έχει θρησκεία την ποίηση με θεό της τον Ομηρο. Aυτό έγραψα όταν με βασάνιζαν το '72 Σμαΐλης, Μπάμπαλης, Καραπαναγιώτης και ζητάγανε να γράψω την απολογία μου. Μου έλεγαν «Ποιητής θες να γίνεις ρε; Πούστης θες να γίνεις;». Πήγαν να με ξεβρακώσουν, με έβαλαν στον τοίχο. Μιλάγανε για την Ελλάδα αυτά τα καθάρματα, που προσβάλλουν την Ιστορία και την πατρίδα μας, την οποία επικαλούνται τα φασιστόμουτρα που μπήκαν τώρα στη Βουλή. Πρέπει να εξανθρωπιστεί η κοινωνία, να απελευθερωθεί από τα δεσμά που έχουν επιβάλει. Αν πούμε «δεν γίνεται τίποτα», τελειώσαμε, τότε θα ανοίξουμε τον τάφο μας. Οταν περιμένεις τον άλλον να κάνει την αρχή, τότε ανοίγεται ένα χάσμα και πέφτουμε μέσα και οι μεν και οι δε. Πρέπει να καταλάβουμε ότι οι άλλοι είμαστε εμείς.

● Στην εξέγερση οργανώσατε το αυθόρμητο, συνενώσατε το διαφορετικό, στοιχεία που συχνά, και τότε και τώρα, προκαλούν μια δυσανεξία σε μερίδα της Αριστεράς.

Ήταν όμορφο το αυθόρμητο, έτσι ξεκινήσαμε. Κατέβηκαν τα παιδιά από τη Νομική στο Πολυτεχνείο. Αναγκάστηκε η Χούντα με τον Μαρκεζίνη τον μασκάρα, όπως φωνάζαμε στο Πολυτεχνείο, να μας κόψει, σε 120 φαντάρους, την αναβολή με τον νόμο 1347 να ηρεμήσουν τα Πανεπιστήμια. Έλα που δεν ηρέμησαν. Δεν μας χώραγαν. Αναγκάστηκαν να μας γυρίσουνε πίσω. Η καλύτερη υποδοχή ήταν η κατάληψη που μας υποδέχτηκε. Πήγαμε με τα μισά ρούχα στρατιωτικά. 

Μετατρέψαμε το αυθόρμητο σε οργάνωση διαφορετικών αντιλήψεων. Είχαμε διαφορές, μας συνδέει η κόκκινη κλωστή της μνήμης και της Ιστορίας. Είχαμε αντιθέσεις, είχαν πάρει γραμμή απ’ έξω να φύγουν όσοι ήταν στην ΑντιΕΦΕΕ και οι άλλοι είχαν πάρει γραμμή να φύγουν κι αυτοί. Δεν έφυγε κανείς. Ο Λαφαζάνης με τον Καραγκουλέ μου λένε «Μήτσο, μπες στα αμφιθέατρα να πεις στα παιδιά να φύγουν, να κάνουμε διαδήλωση στο Σύνταγμα». Λέω «Είστε καλά; Οποιος ήθελε να φύγει, έφυγε». Είχαμε βγάλει την ανακοίνωση. Είχαμε αποφασίσει να μη φύγουμε. Κλείσαμε τις πόρτες. Πάω στο Γκίνη κι ακούω κάποιον να λέει ότι ο σταθμός έχει ξεφύγει από τα φοιτητικά αιτήματα. Πάω πάνω, βρίσκω τέσσερις συναδέλφους και λέω «καθίστε μπροστά στην πόρτα, δεν θα μπει κανείς μέσα». Ο Χατζησωκράτης και ο Παπαβασιλόπουλος, που ήταν στον «Ρήγα», και ο Στέλιος κάνουν το σήμα της νίκης σφραγίδα και λένε ότι όποιος δεν την έχει δεν μπαίνει. Αυτή η δημιουργία, αυτή η αυτοπροστασία, αυτό το υποκείμενο που γίναμε δεν μας αφήνει να ησυχάσουμε στην κατάντια που ζούμε σήμερα. Γιατί δεν σκοτώθηκαν άδικα όλοι αυτοί που σκοτώθηκαν.

Άσε που μας φορτώνουνε την Μεταπολίτευση. Και ποια γενιά; Δεν ήταν γενιά. Από τους 70.000 φοιτητές στην Αθήνα μαζευτήκαμε 5.000 μέσα. Από τα 4 εκατομμύρια στην Αθήνα 50-70.000 ήταν εκεί, που γίνανε η ασπίδα προστασίας μας. Οι μειοψηφίες όμως έγιναν η σπίθα, έβαλαν φωτιά σε όλη την Ελλάδα. Σε Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Γιάννενα, αλλά και στην κοινωνία. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ας είχαν κλειστά παράθυρα κι ας έλεγα εγώ «πώς είναι δυνατόν να κοιμάστε όταν σκοτώνουν τα παιδιά σας». 

● Ανατριχιαστική πάντα η στιγμή που απαγγέλλετε τον εθνικό ύμνο. Οι διεκδικήσεις για εθνική ανεξαρτησία και λαϊκή κυριαρχία, ανάμεσα σε αυτές που έμειναν αδικαίωτες, αποκτούν μεγάλη βαρύτητα σε μια περίοδο δημοκρατικής συρρίκνωσης και ανόδου της Ακροδεξιάς.

Είπαμε τον εθνικό ύμνο γιατί ήταν «από τα κόκαλα των Ελλήνων τα ιερά», που έγραφε ο Σολωμός. Αν ήταν ιμπεράλε ύμνος, δεν θα τον έλεγα. Και με κατηγόρησαν ότι εθνικίζω! Αν δεν δώσεις νόημα στη σημαία, μπορεί να είναι ένα σώβρακο. Ξεδοντιάσαμε τους φασίστες και τις σημαίες, που βάζαν αναγκαστικά, στα μπαλκόνια και τα «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». Και οι μαθητές ήταν στο Πολυτεχνείο και κάναν συνέλευση. Και οι εργάτες, που βγάλαν πιο προχωρημένη ανακοίνωση από εμάς. Και τότε πόλεμος γινόταν στη Μέση Ανατολή. Τώρα ζούμε μια εικονική πραγματικότητα, που δημιουργείται από τα πάνω, σε μια διαδικτυωμένη παγκοσμιοκρατία. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χούντα από τα Μέσα Μαζικής Αποβλάκωσης, που τρομοκρατούν τον κόσμο και εκμεταλλεύονται τον φόβο, του λένε «κάτσε στα αυγά σου, μη μιλάς, πάρε το επίδομα που δίνει ο Μητσοτάκης και ψήφισέ με». Μια μειοψηφία του 22% κυβερνάει, η αποχή είναι η πλειοψηφία, εκεί είναι το μέγιστο θέμα. Μια απαξίωση της πολιτικής. Εχουμε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία ολιγαρχική σε μεγάλο βαθμό, είναι ένα λερό πουκάμισο αδειανό, είναι ντροπή. Παίρνει μέτρα που δεν έπαιρνε η χούντα, κι αν τα έπαιρνε, θα είχε ξεσηκωθεί ο κόσμος. Ζούμε κάτω από επικίνδυνες συνθήκες.

Πήραν 10.000 αστυνομικούς ενώ πεινάμε, για να προφυλάξουν ποιον; Εδώ στα Εξάρχεια, που μένω, φυλάνε την πλατεία για το μετρό και κάναμε διαδήλωση απ' έξω. Σε λίγο θα μας χειροκροτάνε κιόλας. Πρέπει να τα γκρεμίσουμε αυτά. Κάναμε μήνυση με δύο δημοτικούς συμβούλους στο πέμπτο αστυνομικό τμήμα. Τους είπα «να πάτε να τους συλλάβετε, γιατί αν κόψω εγώ ένα δέντρο στο δρόμο, θα με συλλάβετε και θα με πάτε αυτόφωρο».  Στον εισαγγελέα χτυπά το τηλέφωνό μου και μου λένε «περάστε έξω». Απαντώ «θέλω να υποβάλω τη μήνυση. Να μην περάσει ούτε μια μέρα. Να δείτε αν έχουν την απαιτούμενη άδεια. Ποιος την έδωσε». Και με πέταξε έξω. Μιλάμε για 70 δέντρα, που θέλουν πόσα χρόνια για να γίνουν. Τα παιδιά βγάλανε σύνθημα «Πολυτεχνείο, Εξάρχεια, Στρέφη δεν μπαίνουν στο μουσείο». 

● Σας συναντώ ανάμεσα σε ομιλίες και ταξίδια για το βιβλίο. Πώς ήταν η τελευταία επίσκεψή σας προχθές στη Θεσσαλονίκη;

Με φωνάξανε να μιλήσω για το βιβλίο και για το Πολυτεχνείο -τουλάχιστον δύο κεφάλαια υπάρχουν για τις στιγμές της εξόδου του Πολυτεχνείου την ώρα που μπήκε το τανκς-. Ήταν να πάω σε ένα σχολείο της Θεσσαλονίκης, που όμως δεν είχε αμφιθέατρο. Έρχεται συνδικαλιστής αστυνομικός από την Γενική Ασφάλεια, που ήταν απέναντι, και λέει ότι θα δώσουν το αμφιθέατρο της αστυνομίας. Μπαίνω μέσα, μπροστά σε 300 παιδιά, και λέω «δεν ήρθα με χειροπέδες». Αρχίζω να μιλάω και βλέπω τους αξιωματικούς από κάτω. Τι να πω; Ότι οι συνάδελφοί σας τότε βασάνιζαν, τρομοκρατούσαν, βιάζανε, σκοτώνανε; Κι έκανα μια άλλου είδους ομιλία γι' αυτό, για το Πολυτεχνείο και την τρομοκρατία, που ζούμε σήμερα. Χάρηκα γιατί στην αρχή αναρωτήθηκα «που πάω;». Τα παιδιά νοσταλγούν κάτι που δεν έζησαν. Αυτό δεν είναι ελπίδα για το μέλλον;

Προ ημερών ήρθε ο Γιώργος Παυλάκης. Εγώ δεν μπορούσα να πω τα φάρμακα στον ραδιοφωνικό σταθμό. Σάμπως γνωριζόμασταν; Φόραγε ένα κορδόνι στις μπούκλες των μαλλιών του. Κι άρχισε να λέει αιμοστατηκά, κλπ. Είχε στήσει το ιατρείο. Η κοπελιά μου η Μαριλένα από το μαθηματικό πήγε να δει τι γίνεται και λιποθύμησε από τα δακρυγόνα. Λέω πάει την σκοτώσανε. Την πήγανε στο ιατρείο και ο Γιώργος την περιέθαλψε. Πριν λίγες μέρες, πρώτη φορά μετά από 50 χρόνια, 67 η Μαριλένα 71 ο Γιώργος βρέθηκαν σαν να μην πέρασε μια μέρα. Αμάν θεέ, πού μας έχει οδηγήσει αυτή η ζωή μου κάναμε; Όλα αυτά μας κάνανε να συναισθανθούμε και να καταλάβουμε αλλιώς τη ζωή, πέρα από τη Χούντα.  Αυτά τα βιώματα μας κάνανε καλύτερους. Θες να πω μπράβο στην Χούντα, που μας οδήγησε στην εξέγερση; Δεν μπορώ να το πω. Αλλά δεν θα ήμασταν αυτό, που ήμασταν σήμερα.

Δεν θα μιλούσα, αλλά δεν έχω δικαίωμα να σιωπήσω. Γι' αυτά που ζήσαμε, για τους νεκρούς και την Ιστορία αυτού του τόπου. Η μνήμη είναι η ίδια μας η ύπαρξη, αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου και σε κάθε μορφή εξουσίας. Αλίμονο σε μια χώρα που δεν έχει μνήμη· δεν έχει και μέλλον. Αλίμονο στον καθένα μας να γίνει αμνήμων. Είναι νεκρός ζωντανός. Έχω ένα όνειρο στο βιβλίο, που μιλάω με του νεκρούς. 

 Στο βιβλίο αναφέρεστε στην βαρβαρότητα της καθημερινότητας, σε φτωχούς και ξεριζωμένους. Σε ένα προσφυγόπουλο, τον Αχμέτ που σκοτώθηκε. Είναι πραγματική ιστορία;

Είναι αληθινή ιστορία, δεν την έβγαλα από το μυαλό μου. Το βιβλίο είναι και μαρτυρία και μυθιστορία, χωρίς να έχει κανένα ψέμα μέσα. Έχω τα ονόματα των ανθρώπων, που ήμασταν μαζί. Για αλλού πήγαινα και αλλού οδηγήθηκα σε αυτό το βιβλίο. Πονάω περισσότερο, ενώ έχει αγκαλιαστεί από όλους. Είχε κλείσει το καφενείο «Μουριά», που καθόμαστε. Έρχεται ο Ντεβίτο, ο ήρωάς μου στο βιβλίο και φέρνει σακούλα με ψωμί, τσίπουρο, κρασί. Είχαν έρθει κι άλλοι και πολεμήσαμε την τρομοκρατία των απαγορευτικών μέτρων του κορονοϊού, που τον εκμεταλλεύτηκαν. 

Ο Αχμέτ πήγε να βρει κάτι να φάει σε έναν κάδο στη Δροσοπούλου και με τον θόρυβο της σκουπιδιάρας το ξεφόρτωσαν μέσα ρε. Και ποίημα έγραψα από τον πόνο μου. Στη Λιοσίων θα πήγαιναν οι γλάροι και θα τρώγανε και το παιδί. Αυτά μπορεί να τα ανεχτεί ένας άνθρωπος;  

Έχω ένα ποίημα (*Βλ. απόσπασμα παρακάτω) που είχε ακούσει η μάνα μου και μιλάει για τον θάνατο, γιατί είναι κουφός. Όταν την άκουσα να το λέει, πήρα χαρτί και μολύβι. Το έβαλα στο βιβλίο για να διασωθεί. Η μάνα μου τα έβαλε με τον Θεό λίγο πριν πεθάνει στα 93 της. Ξέρεις τι είπε; «Αφού είναι παντοδύναμος, δεν βλέπει τι γίνεται με τα παιδάκια; Θα τον κανονίσω» «Και τι θα τον κάνεις ρε μάνα;» «Όταν πεθάνω θα τον πάρω στον τάφο μου να μας φάνε μαζί τα σκουλίκια». Μια αγράμματη γυναίκα έγινε δασκάλα μου. Ήταν παρούσα στο έργο μου «Μπράχαινα», που είχε παίξει στο θέατρο η Νίκη Τριανταφυλλίδη και η Εύα Κοταμανίδου. Η Βράχαινα ήταν η πατρίδα μας.

(*) Ο Θεός τον Θάνατον λυτρωτήν των πόνων,
Έπεμψεν εις άρρωστον άνδρα γεωπόνον,
Να τω δώση άνεσιν των δεινών και κόπων
Και εις αναπαύσεως να τον φέρει τόπον.

Έφτασεν ο θάνατος κ’ επί της καλύβης
Του πτωχού, εκάθισεν ως η όρνις ίβις.
Στεναγμοί ηκούοντο, οιμωγαί και θρήνοι,
Όλη κατεσείετο στεγ’ η καλαμίνη.

Πέντε-εξ ανήλικα, και από μητέρα
ορφανά, τον θνήσκοντα έκλαιον πατέρα.
«Θνήσκεις, πάτερ», έκραζον κύκλωθεν της κλίνης,
«Και ημάς τα έρημα, αχ! Πού μας αφήνεις;»

Ήκουσεν ο Θάνατος και τα ελυπήθη,
οικτιρμόν ησθάνθησαν σ’ άπονά του στήθη.
Άπρακτος επέστρεψεν εις τον κύριόν του,
κ’ ενταυτώ φοβούμενος τον φρικτόν θυμόν του.

Άφωνος εις τ’ ουρανού ίσταται τας θύρας.
- Διατί, ω Θάνατε, με κενάς τας χείρας;
- Δια τα παντέρημα τις θα προνοήσει
Όταν και ο μόνος των βοηθός τ’ αφήσει;

Τρέξ!, είπ’ ο Άναρχος, τρέξε να αποσπάσης
λίθον απ’ τα άμετρα βάθη της θαλάσσης.
Είπε, κ’ εις την θάλασσαν δίχως να βραδύνη,
Ως βολίς ο Θάνατος πίπτει μολυβδίνη.

⇒ Παρακάτω ολόκληρο το σημερινό ένθετο της «Εφ.Συν.» για το Πολυτεχνείο:

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS
«Το Πολυτεχνείο δεν τελείωσε. Δεν ήταν άπαξ, ήταν διά παντός»

ΣΧΕΤΙΚΑ ΝΕΑ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΕ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας