Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Μια μεγάλη σύνοδος κορυφής για το ρεμπέτικο

Μια μεγάλη σύνοδος κορυφής για το ρεμπέτικο

  • A-
  • A+

Αλησμόνητες μελωδίες πλημμύρισαν χθες το «Γυάλινο Μουσικό Θέατρο» χάρη στη «ρεμπέτικη σύνοδο κορυφής» η οποία θα συνέλθει ξανά την ερχόμενη Παρασκευή για να παρουσιάσει ένα μοναδικό αφιέρωμα στο ρεμπέτικο που έχει σημαδεύσει την ελληνική μουσική και είναι παρόν χάρη στη μεγάλη του αξία. 

Λίγο πριν ανέβουν στη σκηνή με την Ανατολή Μαργιόλα, τον Μιχάλη Δάρμα και τον Μανόλη Πάππο, οι σπουδαίοι μουσικοί Δημήτρης Μυστακίδης (κιθάρα), Ηρακλής Βαβάτσικας (ακορντεόν) και Κυριάκος Γκουβέντας (βιολί) μίλησαν στην efsyncity. Τρεις κορυφαίοι δεξιοτέχνες, που έχουν εμφανιστεί στο πλευρό μεγάλων συνθετών και ερμηνευτών, έχουν σημαντικό μερίδιο ευθύνης για το αποτέλεσμα σε πληθώρα δίσκων και αμέτρητες συναυλίες, παίζουν και τραγουδούν μαζί. 

Πώς θυμάστε τους εαυτούς σας μικρούς με τη μουσική και ποια είναι τα ερεθίσματα που σας οδήγησαν σε αυτήν; Πώς νιώθετε όταν παίζετε κομμάτια αυτών των μεγάλων δημιουργών, με τον πολιτισμό και κάποιες φορές τη λύτρωση που φέρουν, είτε εάν ως ακροατής τα απολαμβάνεις είτε πονάς; 

Μ.Κ.: Θυμάμαι πολύ έντονα το πόσο θαύμαζα τους μουσικούς στα «εξοχικά κέντρα» που πήγαινα με τους γονείς μου όταν ήμουν πιτσιρίκος. Μου έκανε φοβερή εντύπωση πως τόσοι άνθρωποι συνεργάζονται και βγαίνει ένα συνολικό αποτέλεσμα που δημιουργεί συναισθήματα στους ακροατές. Το ρεμπέτικο βέβαια υπήρχε πάντα μέσα στο σπίτι μας γιατί και οι δυο μου γονείς τραγουδούσαν πολύ ωραία και τα γλέντια που γίνονταν στο σπίτι με αφορμή κάποια γιορτή, λάμβαναν επικές διαστάσεις. Ε δεν ήταν εύκολο να μην επηρεαστώ από όλα αυτά. Αυτό βέβαια που ακόμη και τώρα με ενθουσιάζει είναι αυτή η δυνατότητα που σου δίνει η μουσική να προκαλέσεις συναισθήματα στον ακροατή. Η δυνατότητα να συν-βιώσουμε μια έντονη στιγμή. 

Κ.Γ.: Μεγάλωσα σε οικογένεια που το τραγούδι ήταν είδος πρώτης ανάγκης, ήταν καθημερινότητα μέσα από το τραγούδι της γιαγιάς μου, το μπουζούκι του πατέρα μου και τον ενθουσιασμό της μητέρας μου όταν άρχιζε το οικογενειακό γλέντι. Το κάθε τραγούδι έχει μέσα του το σπέρμα της δραματοθεραπείας με τις εικόνες που δίνει μέσω της φαντασίας και της κυτταρικής μας μνήμης και εδώ πιστεύω ότι βρίσκεται το μεγάλο μυστικό, που όλοι θέλουμε να μοιραστούμε είτε πάνω στη σκηνή σαν μουσικοί, είτε σαν ακροατές, ή ακόμη και σαν χορευτές. 

H.B.: Τώρα που το σκέφτομαι δεν θυμάμαι την περίοδο που έζησα χωρίς τη μουσική, ξεκίνησα να παίζω στα 8 σε μια συνοικιακή σχολή στην Ξεροκρήνη Θεσσαλονίκης, αν είχα την δυνατότητα θα ξεκινούσα και πιο πριν, ήταν το σχολείο της μουσικής και σε αυτό με πήγε ο πατέρας μου από το μεράκι του. Η επιλογή ήρθε μετά όταν άκουσα κάποια τραγούδια του Τσιτσάνη. Το «νύχτες μαγικές» με κάποιο τρόπο με άγγιξε. Για το πως διαμορφώθηκα τελικά σαν μουσικός, έπαιξαν ρόλο και οι κλασικές σπουδές. 

Πώς σχολιάζετε τη διαχρονικότητα του κοινωνικοπολικού ρεμπέτικου, σε μια επίσης σκληρή εποχή σαν την σημερινή, γεμάτη φτώχεια, ανισότητες και ισοπεδωμένες ζωές; 

Δ.Μ.: Το ρεμπέτικο είναι γέννημα μιας κοινωνικοπολιτικής συγκυρίας. Και είναι απόλυτα αληθινό. Περιέγραψε με πολύ ειλικρίνεια όλες τις πτυχές μιας τεράστιας κοινωνικής αλλαγής και τις συνέπειες που είχε αυτή σε ένα μεγάλο μέρος κομμάτι του κοινωνικού συνόλου που ήταν και το πιο αδύναμο. Η διαχρονικότητα του λοιπόν, εκτός φυσικά από την αλήθεια του και την αντικειμενικά υψηλή του καλλιτεχνική αξία, οφείλεται και στο γεγονός ότι αυτές οι κοινωνικές αδικίες δυστυχώς ακόμη υπάρχουν. Τραγούδια που γράφτηκαν πριν εκατό χρόνια και περιέγραφαν τον πόνο της προσφυγιάς, της φτώχειας της ανεργίας και της πολύ δύσκολης καθημερινότητας μπορούν να περιγράψουν απόλυτα και τη σημερινή πραγματικότητα. 

H.B.: Το τραγούδι γίνεται διαχρονικό όταν λέει αλήθεια. Το ρεμπέτικο έχει δημιουργηθεί όπως κι άλλες μουσικές, όπως το ταγκό της Αργεντινής, από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα από τους φτωχούς, τους κατατρεγμένους αλλά και τους μετανάστες. Αν και τυχαίνει η ιστορία αυτή να επαναλαμβάνεται και σήμερα, το ρεμπέτικο δεν ακουγόταν μόνο σε περιόδους κρίσης, μιλάει για τον έρωτα, τα πάθη ή περιγράφει εικόνες ακόμα και ιστορικά ντοκουμέντα. Φυσικά το ακροατήριο ανατρέχει σε μια θεματική που του ταιριάζει. Από την άλλη εμείς οι μουσικοί έχουμε έναν τεράστιο ρεπερτόριο που ηχογραφήθηκε μέχρι το ‘60, 30.000 τραγούδια, συνέχεια το εξερευνούμε και ανακαλύπτουμε νέο υλικό από το παρελθόν. 

Συνάδελφοί σας επιλέγουν να διασκευάσουν ρεμπέτικα τραγούδια -λόγω της λιτότητας των μελωδιών που τους δίνει «χώρο» για να τα «μεταμορφώσουν»;- Μήπως είναι το χωρίς πείραγμα ρεμπέτικο αλλά και το λαϊκό τραγούδι περιθωροποιημένο κατά μία έννοια και σήμερα, που η ελληνική δισκογραφία και το αξιοπρεπές ραδιόφωνο στα ερτζιανά έχουν σχεδόν πεθάνει; 

Η.Β.: Το ρεμπέτικο δεν είναι μόνο λιτό, υπάρχουν τραγούδια και ορχηστρικά πολύ σύνθετα και κωδικοποιημένα που δεν σου αποκαλύπτονται εύκολα. Στο ρεμπέτικο υπάρχουν πρόσωπα που ανακαλύψαμε πρόσφατα, μέχρι και εξαφανισμένο όργανο υπάρχει. Οποίος θέλει να το γνωρίσει πρέπει να σκάψει βαθειά. Η μουσική έχει αλλάξει προς το κακό, όχι στο σύνολο της, αυτό που λέμε «παραγωγή» και ήχος σε πολλές περιπτώσεις είναι και καλύτερος από το παρελθόν. Αυτό που μας λείπει σήμερα είναι ο πυρήνας της μουσικής, είναι λογικό οι μουσικοί να αναζητούν ένα δυνατό πυρήνα για να διασκευάσουν, να κάνουν «παραγωγή». Ακόμα η «παραγωγή» συνήθως αφορά την ηχογράφηση και όχι την ζωντανή εκτέλεση, όταν πρόκειται τα κομμάτια να παιχτούν ζωντανά τότε αποκαλύπτεται η αξία «διασκευής». Προσωπικά τα κομμάτια τα παίζω όπως τα νοιώθω, αν νοιώσω ότι θέλω να αλλάξω κάτι θα το κάνω εύκολα, πάντα μου άρεσαν οι αιρετικοί καλλιτέχνες, αλλά με ενδιαφέρει και το «βάθος».

Δ.Μ.: Οι λόγοι για τους οποίους μπορείς να διασκευάσεις ένα τραγούδι είναι πολλοί αλλά η λιτότητα της αρχικής μελωδίας σίγουρα δεν είναι ένας απ αυτούς! Το ρεμπέτικο, έκτος των άλλων πάντα υπήρξε πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα σε πολλούς πόλους. Ο κάθε ένας βλέπει σ’ αυτό ότι προφανώς του χρειάζεται και αυτό είναι και η μεγαλύτερη απόδειξη της μεγάλης και αντικειμενικής καλλιτεχνικής του αξίας. Είναι μια σπουδαία πρώτη ύλη για όποιον θέλει να δοκιμάσει πράγματα αλλά και ένα τόσο εδραιωμένο και συναισθηματικά φορτισμένο είδος που πραγματικά δεν κινδυνεύει από τίποτα. Παίζεται παντού και σε πολλές εκδοχές και πολύ καλά κάνει. Δεν πιστεύω ότι είναι περιθωριοποιημένο σε καμιά περίπτωση. Άσε που συνεχώς κερδίζει έδαφος ακόμη και στα λεγόμενα εμπορικά ΜΜΕ. 

Κ.Γ.: Μα έτσι κι αλλιώς από το υλικό των παλιών τραγουδιών, μελωδικά ή νοηματικά, προκύπτει το νεώτερο τραγούδι, διαδικασία που συμβαίνει αιώνες τώρα... κάθε φορά κάποιος νεώτερος αλλάζει μόνο το ηχοχρωματικό περιτύλιγμα, το οποίο τοποθετεί το τραγούδι σε ένα μουσικό χωροχρόνο, τα υπόλοιπα δημιουργήματα απλώς δεν είναι τραγούδια, με τη βαθύτερη έννοια και έχουν πολύ συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης. 

Και οι τρεις είστε από την Θεσσαλονίκη. Υπάρχουν διαφορές στη δουλειά ενός μουσικού που εργάζεται στη συμπρωτεύουσα σε σχέση με αυτόν που βρίσκεται στη Αθήνα και διαφορές στην ανταπόκριση ή στις ανάγκες του κοινού στις μεγάλες πόλεις σε σχέση με άλλες περιοχές της επικράτειας, όπως τις έχετε δει μέσα από τις συναυλίες σας ανά την Ελλάδα; 

Δ.Μ.: Υπάρχουν τεράστιες διαφορές. Χάσμα θα έλεγα. Νομίζω ότι πλέον είναι αδύνατον για ένα μουσικό να ζήσει και να λειτουργήσει επαγγελματικά στην Θεσσαλονίκη. Δεν υπάρχουν χώροι για να παίξεις και η δισκογραφία είναι ανύπαρκτη. Σε ότι έχει να κάνει με το κομμάτι της δημιουργίας όλα είναι μια χαρά. Σε όλο το κομμάτι όμως που έχει να κάνει με την επικοινωνία του έργου σου με το κοινό η Θεσσαλονίκη είναι ανύπαρκτη. Και το ίδιο συμβαίνει και σε ολόκληρη την επαρχία. Στις πιο πολλές πόλεις δεν υπάρχουν καν χώροι με ζωντανή μουσική. Και σε όσες υπάρχουν δύσκολα εμπιστεύονται νέες προτάσεις. Προτιμούν να πορεύονται με σίγουρες επιλογές. Και στην ουσία ανακυκλώνουν με μια χρονοκαθυστέρηση αυτά που πετυχαίνουν στην Αθήνα. Η Αθήνα σου δίνει την δυνατότητα με πολλούς τρόπους, άλλους πιο εύκολους άλλους πιο δύσκολους, να «χτίσεις» την σχέση σου με ένα ακροατήριο. Στην επαρχία αυτή η δυνατότητα δεν υπάρχει. 

Γ.Κ.: Πάνω κάτω, μέσα από την εξέλιξη της επικοινωνίας που ήταν πολύ ραγδαία τα τελευταία χρόνια, οι διαφορές στα κατά τόπους μουσικά ιδιώματα και τις συνθήκες που αυτά λειτουργούσαν, εξομαλύνθηκαν. Χάθηκε η πρωτοτυπία που υπήρχε σε τοπικό επίπεδο, στον τρόπο διασκέδασης και στις συνήθειες, εκτός απ΄τις εθιμικές εκδηλώσεις, γάμους, πανηγύρια, τοπικές γιορτές. Η τάση του κόσμου είναι να ψάχνει πάντοτε κάτι που φέρνει τον αέρα της ανανέωσης αλλά χωρίς να έχει διάθεση να αλλάξει τις συνήθειές του ριζικά. 

Η.Β.: Η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα παραγωγική σε νέα ταλέντα, καμιά φορά ανακαλύπτω κι εγώ στέκια με μουσικούς που παίζουν εντυπωσιακά, αλλά δεν έχουν πολύ κόσμο. Με τα χρόνια κατάλαβα ότι το κοινό δεν είναι έτοιμο για σένα, θα πρέπει να το βρεις και όχι να σε βρει, να το εκπαιδεύσεις χωρίς να περιμένεις να το βρεις έτοιμο να σε ακούσει, αλλά σε όλη την Ελλάδα υπάρχει κοινό που διψάει να ακούσει. Σήμερα ο μουσικός δεν είναι αναγκασμένος να μένει σε κάποιο «κέντρο» μόνιμα, ίσως θα έπρεπε να περάσει μια δεκαετία σε κάποια μεγάλη πόλη για να έχει την εμπειρία, αλλά αν είναι δημιουργικός μπορεί τα καταφέρει και εκτός Αθήνας. Σε όλη την Ελλάδα υπάρχουν μουσικοί που τα καταφέρνουν και όλοι αυτοί που πηγαίνουν στη Αθήνα δεν σημαίνει ότι πετυχαίνουν.

Ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό σας είναι η διδασκαλία της τέχνης των οργάνων σας. Τι θα λέγατε για τη νέα γενιά μουσικών, που ζείτε μέσα από τη σχέση δασκάλου-μαθητή, αλλά και γενικότερα για την επαφή των νέων με την λαϊκή/παραδοσιακή μουσική; Αλλάζουν οι κώδικες, παραμένει το αίσθημα;

Η.Β.: Τη μουσική πρώτα την μαθαίνεις για τον εαυτό σου, είναι ένα παιγνίδι αυτογνωσίας, έπειτα γίνεται ένα δώρο για τον ακροατή σου είτε είναι ένας είτε χιλιάδες. Η σύνδεση του μουσικού με το κοινό του όταν επιτυγχάνεται είναι μια εμπειρία ξεχωριστή. Η παραδοσιακή-λαϊκή μουσική είναι ένα είδος που με έναν απλό και μαγικό τρόπο συνδέει κοινό και καλλιτέχνη. Επίσης είτε σαν ακροατής είτε σαν μουσικός εναρμονίζεσαι με τις αισθήσεις που αποπνέουν από αυτό τον τόπο, όταν βρεις τον τρόπο να εκφραστείς μουσικά ανακαλύπτεις και τον εαυτό σου.

Γ.Κ.: Τα τελευταία είκοσι χρόνια, η επαφή μου με τις νεότερες γενιές μουσικών και δημιουργών, λόγω της ενασχόλησής μου με την διδασκαλία αλλά και τη συμμετοχή σε ηχογραφήσεις και συναυλίες, με βοήθησε να καταλάβω καλύτερα την ψυχολογία του νέου μουσικού που μπαίνει σ' έναν επαγγελματικό χώρο και περιμένει αναγνώριση και προτάσεις για συνεργασίες. Αυτό ήταν και θα είναι πρώτη ανάγκη πάντα για όλους μας. Όμως το υλικό, το μουσικό υλικό που διαχειριζόμαστε όλοι από κοινού, λειτουργεί μέσα στη νόησή μας, με τους κανόνες που λειτουργεί και η γλώσσα, τη γραμματική, τη σύνταξη, την άρθρωση των νοημάτων, το συμπέρασμα, την εισαγωγή, τον επίλογο, διαδικασίες που είναι απαραίτητες για την επικοινωνία των μουσικών και του κοινού. Σ' αυτό το σημείο πιστεύω βρίσκεται η καλλιτεχνία.

Δ.Μ.:  Εγώ είμαι πολύ αισιόδοξος για την νέα γενιά μουσικών. Όχι μόνο αισιόδοξος αλλά και θαυμαστής. Για πάρα πολλούς λόγους είναι καλύτερη από εμάς σε όλα τα επίπεδα. Και τεχνικά και αισθητικά. Το αίσθημα όχι μόνο παραμένει αλλά έχει και μια ουσιατικότατη διαφορά. Είναι απόλυτα συνειδητό. 

Info: 10 και 17 Μαΐου στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, Συγγρού 143, Νέα Σμύρνη, τηλ.: 210 9315 600 10. Η προπώληση εισιτηρίων γίνεται από το viva.gr. Φυσικά Σημεία Προπώλησης: Seven Spots | Reload Stores | WIND | Ευριπίδης Βιβλιοπωλεία | Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων | αθηνόραμα.gr | Viva Kiosk Σύνταγμα | Yoleni's

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Babo Koro: Το γλέντι είναι κομμάτι της ψυχής μας
Μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συζήτηση με τους Babo Koro πριν ανέβουν στη σκηνή του Σταυρού του Νότου έχοντας στις αποσκευές τους τον πρόσφατο δίσκο τους με τίτλο «Σίσυφος».
Babo Koro: Το γλέντι είναι κομμάτι της ψυχής μας
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Κ. Βήτα: Ανάμεσα στην ελευθερία και τον περιορισμό η τέχνη
Στο νέο του δίσκο «Περίεργη ώρα» και μία μεγάλη συναυλία στην Αθήνα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε τον αγαπημένο και πάντα πειραματικό μουσικό που μας μιλάει μεταξύ άλλων για την πολυπόθητη ελευθερία στην...
Κ. Βήτα: Ανάμεσα στην ελευθερία και τον περιορισμό η τέχνη
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Οι «μέρες οι παλιές» και τρεις ταλαντούχες γυναικείες φωνές
Τρεις νέες ταλαντούχες γυναίκες από διαφορετικούς μουσικούς κόσμους θα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε στο κέντρο διερχομένων καλλιτεχνών στο «Άλσος». Η Κατερίνα Πολέμη, η Κατερίνα Ντούσκα και η Άννα Ψυχογιού...
Οι «μέρες οι παλιές» και τρεις ταλαντούχες γυναικείες φωνές
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
«Οι σχέσεις στη σκηνή δεν βασίζονται σε κουτσούρεμα, αλλά στην ακεραιότητα της έκφρασης»
Πέντε χρόνια ελεύθερου μουσικού αυτοσχεδιασμού με «εναλλακτικές πραγματικότητες» από τον Θοδωρή Ρέλλο και τον Γιάννη Αναστασάκη έφεραν τον πρώτο τους δίσκο τίτλο «HORSELOVERFAT». Πριν παρουσιάσουν το άλμπουμ...
«Οι σχέσεις στη σκηνή δεν βασίζονται σε κουτσούρεμα, αλλά στην ακεραιότητα της έκφρασης»
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
«Σ’ όλο τον κόσμο» με τους Mottet
Ένας πολύ αρμονικός, φωτεινός και «ζωντανός» δίσκος, με χρώματα από διάφορα είδη μουσικής, με φρέσκο και παράλληλα νοσταλγικό ήχο, που συνδέει τον κοσμοπολιτισμό με τη δεξαμενή της ελληνικής μουσικής είναι η...
«Σ’ όλο τον κόσμο» με τους Mottet
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
«Τα τραγούδια αφήνουν τον άνθρωπο να σκάβει και να ανακαλύπτει»
Το δημιουργικό δίδυμο του στιχουργού Δημήτρη Παπαχαραλάμπους και του συνθέτη Χρυσόστομου Καραντωνίου, που αποτελεί μία εξαιρετική απόδειξη ότι την ιστορία γράφουν και σήμερα οι παρέες, μιλούν στο efsyn.city...
«Τα τραγούδια αφήνουν τον άνθρωπο να σκάβει και να ανακαλύπτει»

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας