ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Σπύρος Τσάμης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο διακεκριμένος Αμερικανός ψυχίατρος Σκοτ Πεκ (1936-2005), ισχυρή προσωπικότητα που σημάδεψε, με τις λεκτικές παρεμβάσεις και το συγγραφικό έργο του, τη δημόσια ζωή στις Ηνωμένες Πολιτείες, όταν ρωτήθηκε πώς μπορεί να παροτρύνει έναν ρατσιστή ώστε ν’ αλλάξει τρόπο σκέψης άρα και ζωής, απάντησε: «Μοιραστείτε τις ομοιότητές μας, επευφημήστε τις διαφορές μας. Μόνο έτσι θα λυτρωθούν οι ανθρώπινες σχέσεις». Επιλέξαμε τη συμβολική ρήση ψυχιάτρου ακριβώς επειδή οι ρατσιστές είναι άρρωστοι! Καταρχήν χρήζουν… συμπάθειας για την ηθική ανεπάρκειά τους αλλά και ετοιμότητα για τους κινδύνους που εγκυμονεί η συμπεριφορά τους.

Η ίδια πεποίθηση ενισχύεται στις συνεντεύξεις μου, κοντά τέσσερις δεκαετίες πλέον, κυρίως με Αφρικανούς -τα πλέον… πρόσφορα θύματα του συμπλέγματος ενός ρατσιστή- αλλά και διαφορετικής προέλευσης, αλλά πάντως ετερόχρωμους ποδοσφαιριστές, όσους εντάχθηκαν σε ελληνικές ποδοσφαιρικές ομάδες. Η δημοσιογραφική καταγραφή όσο και η επίσημη σχετικών, συνήθως αντιρατσιστικών, φορέων καταδεικνύει πως σε ρατσιστικά κρούσματα καταφεύγει τμήμα του πληθυσμού μας που δεν συνιστά… απομονωμένη μειοψηφία του (κάθε άλλο), αλλά σημαντικό ποσοστό του. Πολλοί παίκτες έχουν διηγηθεί πιεστικές συνθήκες για την παρουσία τους στα γήπεδά μας αλλά και γενικότερα ως διαβάτες στους δρόμους μας, στα μέσα μεταφοράς ή στους χώρους εστίασης. Εκεί, όπου… τόλμησαν να μπουν για να φάνε, να πιουν ή, να ακούσουν, όπως κάθε λευκός γηγενής, μουσική χωρίς να σκεφθούν τι πρόκειται να αντιμετωπίσουν λόγω διαφορετικού χρώματος στο δέρμα τους.

«Ο πρώτος αράπης»!

«Ωιμέ» και αλήθεια…

Με ήπια διατύπωση μπορούμε να περικλείσουμε την ίδια αλήθεια στα λόγια που είχα ακούσει, για την «Αθλητική Ηχώ», από τον Ντανιέλ Μπατίστα, την επομένη της πρώτης εμφάνισής του ως παίκτη της Εθνικής Ελλάδος (12/10/1994, Ελλάδα-Φινλανδία 4-0 στο «Καυτανζόγλειο»). Είχε πετύχει, με κεφαλιά από σέντρα του Τουρσουνίδη, και το δεύτερο γκολ: «Ξέρω ότι για τους περισσότερους δεν είμαι ο πρώτος μαύρος που έπαιξε στην Εθνική αλλά “ο πρώτος αράπης”. Δεν πειράζει, από μικρό παιδί στον Εθνικό τα συνήθισα αυτά. Ακουσα χειροκροτήματα μόλις μπήκα στο γήπεδο, μετά το παιχνίδι αφιέρωσα το γκολ που έβαλα στη Μακεδονία και το εννοούσα! Αυτή είναι η απάντησή μου, αρκεί… Στην Ελλάδα έχω πάρει και έχω δώσει αγάπη, αναγνώριση, αλλά αυτό δεν μου απαγορεύει να μιλώ με ανησυχία για τα ρατσιστικά κρούσματα εντός και εκτός γηπέδου. Παίκτες άλλων ομάδων, κατά καιρούς, μαύροι ή και Ασιάτες, μάλλον επειδή είδαν το χρώμα του δέρματός μου και θέλησαν να μιλήσουν ελεύθερα, έχουν μοιραστεί μαζί μου τις δικές τους, ανάλογες, εμπειρίες».

Για να μην τους τα… λερώσει

«Ωιμέ» και αλήθεια…

Μαζί του συμφωνούν, για την ακρίβεια συχνά υπερθεματίζουν, πολλοί άλλοι. Ο Πίτσο Μοσιμάνε (Ιωνικός Νίκαιας, 1989-1995) στη συζήτησή μας για το περιοδικό «Λίμπερο» (22/1/1991), άρχισε από τη δυσάρεστη έκπληξη του συμβολαίου του, αυτός κι αν είναι ρατσισμός για κάποιον που δεν γνωρίζει ελληνικά: «Οταν ήρθα, υπέγραψα για ένα χρόνο, μετά εμφανίστηκε συμβόλαιο με διάρκεια τεσσάρων ετών, είμαι δεμένος με ψεύτικο συμβόλαιο». Εμενε σε ένα σπίτι δύο τετράγωνα πιο πέρα από εκείνο του προπονητή του, Γιάνους Κόβαλικ, αλλά πήγαινε στην προπόνηση του Ιωνικού με δύο λεωφορεία: «Γλυφάδα – Πειραιάς, Περαιάς – Νίκαια, δεν με έβαζε ούτε ο Κόβαλικ, ούτε Ελληνας παράγοντας της ομάδας που έμενε κι εκείνος στη Γλυφάδα στα αυτοκίνητά τους. Για να μην τους τα… λερώσει ο αράπης!» μας είχε θυμίσει («Ελευθεροτυπία», 6/5/2010), όταν ήταν βοηθός του Βραζιλιάνου Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα στην τεχνική ηγεσία της Εθνικής Νότιας Αφρικής. Είχαμε συναντηθεί στο Ντέρμπαν ενόψει έναρξης του Παγκοσμίου Κυπέλλου στην αφρικανική χώρα.

Δίπλα του, ο εμβληματικός Βραζιλιάνος προπονητής δεν είχε δείξει να απορεί: «Η Ελλάδα, αλήθεια δεν έχει καλή φήμη στον τομέα της αποδοχής. Το γνωρίζω και από Βραζιλιάνους που έχουν έρθει σε ελληνικές ομάδες, σε όλες τις εποχές. Μόνο μια παρατήρηση από εμένα επειδή οι Βραζιλιάνοι τρέφουμε ιδιαίτερη συμπάθεια στη χώρα σας από τα σχολικά χρόνια μας. Παρόμοιες ρατσιστικές συμπεριφορές, πόσο μάλλον αν συμβαίνουν συχνά, δεν τιμούν όχι ειδικά το ελληνικό ποδόσφαιρο αλλά συνολικά την έννοια “Ελλάδα”. Αλλοτε είχατε διδάξει σε όλο τον κόσμο πολιτισμό, γιατί όχι και τώρα;» είχε αναρωτηθεί. Του απάντησα με συγκαταβατικό νεύμα και ανάλογη έκφραση από το σκυμμένο κεφάλι μου.

Ο Λουίς Αντρεούτσι

«Ωιμέ» και αλήθεια…

To… κεφάλι όλοι μας δεν το σκύψαμε, το αντίθετο, όταν το 1980 στο γήπεδο της Λεωφόρου έκανε αισθητή την παρουσία του o Λουίς Αντρεούτσι. Είχε έρθει από την Αργεντινή στον Παναθηναϊκό ως δεινός σκόρερ, μόνο ως τέτοιος δεν έπαιζε όμως. Οι οπαδοί του «τριφυλλιού» έπαψαν μόνο να αδημονούν σιωπηλοί για την ατελέσφορη μεταγραφή. Στο παιχνίδι της έκτης αγωνιστικής με την Καβάλα, άρχισαν, από τα πρώτα λεπτά, να τον αποδοκιμάζουν, εκείνος… επέλεξε να απαντήσει με γκολ στο 30΄. Το πανηγύρισε… ιδιότυπα. Δεν σήκωσε πανηγυρικά τα χέρια του, αλλά κύρτωσε τις παλάμες, έπιασε τα γεννητικά όργανά του και τα έστρεψε… θριαμβευτικά προς τους αμφισβητίες της εξέδρας.

Τον συναντήσαμε το 2001 στο Μπουένος Αϊρες. Χαμογέλασε με νόημα και είπε: «Για δύο πράγματα είμαι σίγουρος για τους Ελληνες. Πρώτο, πως δεν έχετε υπομονή και βιάζεστε να αμφισβητήσετε δεδομένες αξίες όπως ήμουν εγώ τότε στο πρωτάθλημα της χώρας μου και δεύτερο πως πολλοί από εσάς έχετε αφήσει τον ρατσισμό να… κατοικήσει στη σκέψη σας. Στο μικρό διάστημα που έμεινα στην Ελλάδα αλλά και από τότε ώς σήμερα, όταν μιλώ με Νοτιοαμερικανούς παίκτες που έπαιξαν σε ελληνικές ομάδες ή με μάνατζερ που εκπροσωπούν κυρίως Αφρικανούς ποδοσφαιριστές, όλοι τους μου λένε πως συχνά έγιναν στόχοι ρατσιστικών επιθέσεων. Θεωρώ μη ανθρώπους τους ρατσιστές, αν με ρωτούσες σε ποιον θα ήθελα να ξανακάνω αυτή την εκρηκτική χειρονομία που θυμάστε τότε στη Λεωφόρο, απαντώ “στο πρόσωπο ενός ρατσιστή μήπως και ξυπνήσει για να σώσει τον εαυτό του από το δηλητήριο που κρύβει στο μυαλό του!”».

«Βρομάνε, μακριά του!»

«Γιατί όλα αυτά;» Οποιος αναρωτηθεί μπορεί να του απαντήσει ο πατέρας του μικρού παιδιού στην Πάτρα που θέλησε αυτόγραφο από τον Αμαέτζι Οτιτζι το 1997 («Ελευθεροτυπία», 4/10): «Με πλησίασε, με στυλό και χαρτί, φώναξε “Otitzi, please”, ο πατέρας του τον τράβηξε μακριά μου και του είπε «βρομάνε οι αράπηδες, μακριά του, μόνο από την εξέδρα θα του φωνάζεις!».

Ή, έστω, να αφουγκραστεί τα λόγια που άκουσα από τον Ρομέλου Λουκάκου («Εφημερίδα των Συντακτών», 21/9/2019). Ο παίκτης της Ιντερ, Βέλγος υπήκοος με αφρικανική καταγωγή, «καθιερωμένος στόχος ρατσιστών», όπως τον αποκάλεσε η «Gazzeta» (16/9/2019), υπέγραψε τη συζήτηση, λίγες μέρες μετά την τελευταία στοχοποίησή του, με λέξεις-λεπίδες: «Πάντα αναρωτιέμαι, και αυτό είναι χειρότερο από τις πράξεις και τα λόγια τους προς εμάς που γεννηθήκαμε μαύροι, τι παιδιά-πολίτες τού αύριο μεγαλώνουν οι ρατσιστές στα σπίτια τους».