«Το βίωμα δεν ντύνει, ξεγυμνώνει»

papadaki.jpg

Κάλλια Παπαδάκη Η λογοτέχνις και σεναριογράφος Κάλλια Παπαδάκη αυτοαποκαλύπτεται | Βασίλης Μαθιουδάκης

Συναντηθήκαμε με την Κάλλια Παπαδάκη μια από τις πρώτες φθινοπωρινές μέρες. «Καλό το φθινόπωρο», μου λέει, «αλλά εγώ αγαπώ το καλοκαίρι. Ακόμα και η σήψη που φέρνει το καλοκαίρι σε προετοιμάζει για μια καινούργια αρχή».

Η συγγραφέας των «Δενδριτών*»(Εκδόσεις Πόλις), του βιβλίου που πήρε φέτος το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας, είναι μια νέα γυναίκα που μπορεί με άνεση να ταξιδεύει σε κάθε πόλη του κόσμου και να παρατηρεί τους ανθρώπους, αγαπά τη δουλειά του κινηματογράφου όσο τη συγγραφή, περπάτα τα βράδια στη γειτονιά της στο Θησείο, ακούει κλασική μουσική (και ροκ), και συγκινείται με τον Λειβαδίτη όσο και με τον Ελιοτ.

Στο καφέ της αυλής του «Ωδείου Athenaeum», στο Μοναστηράκι, ανάμεσα σε ανθρώπους από όλο τον κόσμο, που μιλούν αγγλικά, γαλλικά, κινέζικα, η ποιήτρια και σεναριογράφος Κάλλια Παπαδάκη αυτοαποκαλύπτεται.

Κάλλια Παπαδάκη Βασίλης Μαθιουδάκης

• Τι θυμάσαι από την πόλη που γεννήθηκες, το Διδυμότειχο;

Καμιά φορά σε καθορίζουν τα βιώματα των άλλων. Θυμάμαι περισσότερο την Ορεστιάδα και το Διδυμότειχο μέσα από φωτογραφίες και διηγήσεις για εκείνα τα χρόνια.

• Διάβαζαν οι γονείς σου;

Ναι, κυρίως η μητέρα μου. Μεγάλη βιβλιοθήκη. Θυμάμαι τον πατέρα μου να διαβάζει τα βράδια για την ειδικότητα, ήταν γιατρός... Η μητέρα μου ήταν καθηγήτρια Γαλλικής Φιλολογίας. Στο σπίτι υπήρχε Φλομπέρ και ψυχανάλυση. Μάτεσις και πολλή ποίηση. Με σημάδεψε κι η δημοτική βιβλιοθήκη του ωδείου όταν πήγαινα, έψαχνα βιβλία...

• Στο ωδείο τι έκανες;

Πιάνο. Δέκα χρόνια.

• Ηθελες να γίνεις σολίστ του πιάνου όταν ήσουν μικρή;

Ποτέ! Με το μπάσκετ ήθελα να ασχοληθώ! Επαιζα και σε ομάδα.

• Τι θέση είχες;

Πλέι μέικερ! Λόγω ύψους (γέλια). Το μυαλό και η στρατηγική! Ισόποσα με καθόρισαν τα βιβλία και ο αθλητισμός! Με κέρδισαν βέβαια τα βιβλία... Ομως βοήθησε και ο αθλητισμός όταν κατέθεσα την αίτηση για το πανεπιστήμιο στην Αμερική! Ετσι πήρα την υποτροφία...

• Από πότε θυμάσαι τον εαυτό σου να γράφει;

Από πάντα. Από πέντε χρόνων έγραφα.

• Τι έγραφες τότε δηλαδή;

Ο,τι θες! Από πεζά μέχρι ποίηση.

• Ο Σαρτρ έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο, τις «Λέξεις», για το πώς το γράψιμο τον βοήθησε να αντεπεξέλθει δύσκολα παιδικά χρόνια. Εσύ τα διάβαζες στους άλλους αυτά που έγραφες;

Τότε ναι! Ηταν ο τρόπος μου να επικοινωνώ.

Κάλλια Παπαδάκη Βασίλης Μαθιουδάκης

• Τι παιδί ήσουν;

Ημουν αντικοινωνικό παιδί, αν και οι άλλοι θα σου πουν το αντίθετο. Αργότερα, τα χρόνια της εφηβείας ήταν άχαρα. Συσσωρεύεις πράγματα και κάποια στιγμή βγαίνουν. Ο χαρακτήρας μου διαμορφώθηκε στην Αμερική. Κουβαλώ πολλά χρόνια από εκείνα τα φοιτητικά χρόνια. Στην Αμερική έκανα εγώ το «πέταγμα».

• Πώς πήρες την απόφαση να φύγεις από τα 18 στην Αμερική;

Στην αρχή ξεκίνησε σαν μια πιθανότητα. Δεν το πήρα και πολύ σοβαρά. Εδωσα τις εξετάσεις. Και μια μέρα ήρθε το γράμμα που έλεγε πως μπορώ να πάω αν θέλω.

• Δεν σε φόβισε η τόσο μακρινή απόσταση;

Ημουν σε ένα campus πολύ προστατευμένο. Στην αρχή με σόκαραν οι μεγάλες αποστάσεις, σαν να ήμουν κι εγώ μέρος μιας ταινίας που αλλιώς είναι να τη βλέπεις στην τηλεόραση κι αλλιώς είναι να παίζεις. Εφτασα λοιπόν στο campus του πανεπιστημίου και ήταν μαγικό. Γιατί στην Ελλάδα πασχίζεις για να τα καταφέρεις σ’ ένα πράγμα κι εκεί σου δίνεται η δυνατότητα να μάθεις πολλά και διαφορετικά πράγματα και να επιλέξεις με τι θέλεις να ασχοληθείς στη ζωή σου. «Αναγκάζομαι» να κάνω τέχνη, γλώσσες, ενώ σπουδάζω Οικονομικά.

• Εχεις ήδη ερωτευτεί τον κινηματογράφο με τον οποίο ασχολείσαι σήμερα ως σεναριογράφος;

Ναι. Τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Την τριλογία του Κισλόφσκι σίγουρα. Αλλά εκείνη την εποχή δεν έχει κατασταλάξει μέσα μου κάτι. Εβλεπα πολλά πράγματα όμως, διαφορετικά, που αργότερα μου χρειάστηκαν.

• Και μετά την Πολιτεία της Νέας Υόρκης;

Συνεχίζω το μεταπτυχιακό στη Βοστόνη. Δεν μου άρεσε η Βοστόνη. Ολα ήταν πολύ οριοθετημένα και τακτοποιημένα. Με πείραζε που όλα ήταν τόσο όμορφα κι ιδανικά. Οπως πολλοί συγγραφείς, έτσι κι εγώ δεν μπορώ να γράψω σε ωραία περιβάλλοντα, θέλω μπροστά μου τον τοίχο για να συγκεντρωθώ. Εμεινα δυόμισι χρόνια εκεί και αρχίζω να νιώθω ότι τα Οικονομικά δεν είναι αυτό που θέλω να κάνω.

Κάλλια Παπαδάκη Βασίλης Μαθιουδάκης

• Πότε γύρισες οριστικά στην Ελλάδα;

Γύρισα τις μέρες των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα όπου όλα ήταν τέλεια. Αρχίζω λοιπόν να την καλοβλέπω. Επιασα δουλειά στα χρηματοοικονομικά, αλλά πολύ γρήγορα τα εγκαταλείπω. Λέω «εγώ θέλω να ασχοληθώ με τη σκηνοθεσία». Και τότε γίνεται μια εγκάρσια τομή στον χρόνο! Ηταν πολύ δύσκολη απόφαση γιατί πρέπει να αναθεωρήσεις ό,τι έχεις κάνει μέχρι τότε. Είναι σαν ένα βιβλίο που γράφεις και ξαφνικά σταματάς και λες «στοπ, εγώ άλλο βιβλίο ήθελα να γράψω» και ξαναρχίζεις πάλι.

• Και τι κάνεις τότε;

Γράφομαι στη Σχολή Σταυράκου, στην οποία διδάσκω τώρα. Εκεί έκανα τότε σκηνοθεσία, αλλά σκηνοθέτης δεν έγινα ποτέ. Τότε όμως ξεκινάω να γράφω τους «Ηχους του ακάλυπτου».

• Ακουγες όντως ήχους στον ακάλυπτο;

Ναι, αλλά δεν ήταν τόσο οι ήχοι όσο οι εικόνες που τους συνόδευαν. Μια εικόνα σού υπενθυμίζει πράγματα που έχεις αφήσει μισοτελειωμένα. Εγώ χαζεύω πολύ τους ανθρώπους, κρυφακούω πολλές φορές, στήνω αυτί που λένε! Παντού υπάρχει έμπνευση. Γράφουμε για πράγματα που έχουμε βιώσει ή μας ταιριάζουνε!

• Τελειώνεις το βιβλίο και πας κατευθείαν στις εκδόσεις «Πόλις»;

Α, ναι! Βάζω τρεις ιστορίες σε ένα φάκελο και τις αφήνω εκεί. Επειτα από λίγο καιρό με παίρνουν τηλέφωνο και μου λένε «ok, θα το βγάλουμε». «Μα», τους λέω, «έχω κι άλλες ιστορίες αλλά είναι μισοτελειωμένες». Τις φτιάχνω κι αυτές και βγαίνει ο «ακάλυπτος».

• Πώς ήταν να το έχεις στα χέρια σου;

Δεν μπορώ να σου πω ότι ένιωσα τη συγκίνηση που ένιωσα με την ταινία, το «September», της οποίας έγραψα το σενάριο και κατενθουσιάστηκα όταν βγήκε στις αίθουσες. Ηταν κάτι ζωντανό, το έβλεπες μαζί με άλλους ανθρώπους να παίρνει σάρκα. Το βιβλίο είναι κάτι πιο προσωπικό, θέλει τον χρόνο του. Ακόμη κι όταν το κρατάς έχεις μια δυσπιστία ότι έχει συμβεί.

• Κι έρχεται κάποια στιγμή το βραβείο από το περιοδικό «Διαβάζω» και λες πια είμαι συγγραφέας;

Ακόμα και τώρα με δυσκολία το λέω! Σε κάθε βιβλίο πασχίζεις να είσαι καλύτερος, έχει μια παροδικότητα και κάθε φορά αμφιβάλλεις!

• Πώς περνάς εκείνη την εποχή;

Περπατάω πολύ και ωριμάζω.

• Ωριμάζω σημαίνει και φθείρομαι;

Σου έρχονται κάποια πράγματα κατάμουτρα και καταλαβαίνεις τι γίνεται. Για να γίνει κανείς συγγραφέας πρέπει να ωριμάσει. Οσο μεγαλώνεις γράφεις καλύτερα.

• Υπάρχει και η άποψη που λέει πως τα καλύτερα τους έργα οι μεγάλοι συγγραφείς τα έχουν γράψει νέοι...

Διαφωνώ. Το βίωμα δεν ντύνει, ξεγυμνώνει.

• Συμπληρώνεις κάποια ποιήματα και βγαίνει και «Η Λεβάντα στον Δεκέμβρη». Πώς σε δέχτηκε το κοινό; Ενιωσες ότι θα εκτεθείς;

Οχι καθόλου. Αλλιώς δεν θα έγραφα. Καμιά φορά νομίζουν πως αποκαλύπτεσαι με τη γραφή, αλλά κρύβεσαι καλύτερα. Ποτέ κανείς δεν σε γνωρίζει στα αλήθεια. Ποτέ δεν θα μάθει εσύ ποιος είσαι. Η ποίηση είναι η πρώτη μου επαφή με τη γραφή, είναι κάτι πρωταρχικό για μένα. Κάτι πολύ βαθύ, η ουσία των πραγμάτων.

• Ο «Σεπτέμβρης» πότε γράφεται;

Στο Βερολίνο το 2011. Την ιδέα την είχε η Πέννυ Παναγιωτοπούλου, την οποία πρωτογνώρισα στο Μεσογειακό Ινστιτούτο Κινηματογράφου στη Νίσυρο, όπου βρίσκεται εκεί, και μου λέει: έχω αυτή την ιδέα για σενάριο, τι λες; Κάνουμε την αίτηση για το Βερολίνο και μετακομίζουμε εκεί τέσσερις μήνες.

Κάλλια Παπαδάκη Βασίλης Μαθιουδάκης

• Πώς είναι να ζεις στο Βερολίνο;

Εγώ είμαι άνθρωπος της ρουτίνας. Δεν μπορώ να υπάρξω χωρίς μια κανονικότητα. Ακολουθώ τις ίδιες διαδρομές, πάω τα τελευταία οκτώ χρόνια στα Κύθηρα... Λατρεύω τη ρουτίνα. Το Βερολίνο, ούτε παραγγελία να το είχα. Κάνει ψοφόκρυο, πηγαίνω δουλεύω στο γραφείο του παραγωγού, έρχεται και η Πέννυ, μιλάμε, συζητάμε, το βράδυ σινεμά, ωραία ζωή.

• Οταν γράφεις ένα σενάριο είναι τελειωμένο μέσα σου;

Καθόλου. Ανακαλύπτεις συνεχώς πράγματα. Μπορεί να έχεις μια βάση, αυτό που λέμε σχεδίασμα, αλλά καμιά φορά τα πράγματα σε οδηγούν αλλού και καταλαβαίνεις ότι αλλάζει αυτό που ήθελες να πεις, γιατί κι εσύ δεν είσαι ξεκάθαρος. Οπως και στη μυθοπλασία...

• Ποια είναι η ιστορία του «Σεπτέμβρη»;

Μια μοναχική γυναίκα χάνει το μοναδικό πλάσμα για το οποίο αισθανόταν συντροφικότητα, τον σκύλο της, και έτσι «ερωτεύεται» μια οικογένεια στο απέναντι σπίτι και τη ζεστασιά που έχουν μεταξύ τους, αυτό που της λείπει δηλαδή. Αμφιταλαντεύεται όταν μπαίνει σ’ αυτή την οικογένεια που θεωρεί ευτυχισμένη. Η οικογένεια έχει τις δικές της ρωγμές κι όταν μπαίνει αυτή σαν ξένο σώμα τις ανοίγει περισσότερο.

• Ποια ήταν η στιγμή που θυμάσαι περισσότερο από την ταινία;

Στο πρώτο γύρισμα μέσα από το μόνιτορ, γυρίζαμε την τελευταία σκηνή, η Κόρα Καρβούνη να μπαίνει στο λεωφορείο κι εκεί λέω: να το αυτό είναι, όπως το φαντάστηκα! Ο σκηνοθέτης και ο μοντέρ είναι οι μικροί θεοί που δίνουν πνοή στα λόγια σου...

• Είναι δύσκολη υπόθεση το σενάριο;

Είναι τρομερή πρόκληση, σε ταπεινώνει το σενάριο κι είναι ωραίο γιατί παιδεύεσαι πολύ. Η γραφή σε παρασύρει, αφήνεσαι. Στο σενάριο πας με το φρένο συνέχεια.

• Ετοιμάζεις κάτι άλλο;

Ετοιμάζω σε σενάριο με την Πέννυ, το «Σαράντα μέρες», την πέμπτη ιστορία από τους «Ηχους του Ακάλυπτου».

• Πότε άρχισες να γράφεις τους «Δενδρίτες»;

Ο «Σεπτέμβρης» βγήκε το 2013 κι εγώ εκείνη την Πρωτοχρονιά γράφω την πρώτη σελίδα των «Δενδριτών». Εχω ήδη κάνει έρευνα ένα χρόνο, ψάχνω, ρωτάω διαβάζω, δεν ξέρω ακριβώς ποια είναι τα πρόσωπα του βιβλίου. Αν δεν βάλεις την πρώτη γραμμή κάτω δεν υπάρχει βιβλίο, μόνο όταν γράφεις την πρώτη λέξη έχει νόημα.

• Ηξερες ότι έχεις στα χέρια σου ένα καλό βιβλίο;

Πάντα αμφιβάλλεις, ποτέ δεν ξέρεις όταν βάζεις την τελευταία τελεία. Ηξερα ότι ήταν ένα πιο ώριμο έργο, γιατί εγώ ήμουν πιο ώριμη αλλά δεν ξέρεις ακριβώς αν έχεις γράψει κάτι καλό. Αμφιβάλλεις, το δίνεις στον εκδότη και φοβάσαι.

• Και τι σου είπε τελικά ο εκδότης σου για το βιβλίο;

«Εχεις κάνει ένα άλμα συγγραφικά», μου είπε. Η χαρά μου ήταν μεγαλύτερη από αυτή του πρώτου βιβλίου.

• Στην αρχή του βιβλίου αναφέρεσαι στα πρώτα συμπτώματα της μεγάλης κρίσης στην Αμερική. Ποια είναι τα πρώτα συμπτώματα που έβλεπες ή άκουγες για την κρίση στην Ελλάδα;

Η συμπτωματολογία και η παραβατικότητα της κρίσης φάνηκαν στον «Ακάλυπτο» μέσα από τη συμπεριφορά της ίδιας της πόλης. Μέσα από τις ιστορίες των ανθρώπων.

• Μου έχει μείνει στο μυαλό μια φράση που λέει η μικρή Λητώ για τους γονείς της στους «Δενδρίτες»: τους προσάπτει ότι «παρέμειναν αμετάβλητα αισιόδοξοι»...

Αυτό που λένε και για τους Εβραίους. Οι απαισιόδοξοι πήγαν στη Νέα Υόρκη, οι αισιόδοξοι στο Αουσβιτς. Καμιά φορά κλείνουμε τα μάτια, μένουμε προσκολλημένοι σε μια καθημερινότητα και δεν θέλουμε να αλλάξουμε. Μπαίνουμε τέλος μόνο στη διαδικασία της μάχης.

• Δεν βλέπουμε καθαρά την εικόνα;

Αυτό έχει να κάνει με την κακή πληροφόρηση ή τη δική μας αδιαλλαξία.

Κάλλια Παπαδάκη Βασίλης Μαθιουδάκης

• Πώς έμαθες ότι πήρες το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας;

Με πήραν τηλέφωνο. Το κοινοποίησε ο εκδότης μου στα social media. Ενιωσα μεγάλη χαρά και άγχος ταυτόχρονα. Εχω μια συστολή από τη φύση μου γι' αυτό και δεν έχω λογαριασμούς στα social media. Προσπαθώ να μην κάνω θόρυβο.

• Ποιοι είναι οι «Δενδρίτες» των Ελλήνων στην Αμερική;

Είναι δυο διακλαδώσεις κυρίως. Αυτοί που έδωσαν έμφαση στην αμερικανική ταυτότητα, όταν άλλαξε το ‘50 κι ο μεταναστευτικός νόμος στην Αμερική και οι ελληνορθόδοξοι που εμμένουν στην ελληνική ταυτότητα. Οι πρώτοι δεν ξέρουν καν ελληνικά και θέλουν να απαλλαγούν από οτιδήποτε ελληνικό και οι άλλοι που έχουν μια βαθιά συντηρητικότητα και διατηρούν οτιδήποτε ελληνικό.

• Υπάρχει αποκλεισμένη μνήμη και εθελούσια λήθη;

Οσο κι αν αντιμάχεσαι μια μνήμη εκείνη βρίσκει χαραμάδες και μπαίνει μέσα, η μνήμη είναι αυτό που είμαστε. Μέχρι να μάθουμε τους παρελθοντικούς χρόνους σε μια ξένη γλώσσα δεν μπορούμε να μιλήσουμε.

• Στη μικρή Λητώ, ένα από τα πρόσωπα του βιβλίου, δεν αρέσει το όνομα που της έδωσε ο Ελληνας πατριός της, δεν μοιάζει με τα αμερικάνικα. Ως Κυριακή, την καταλαβαίνω...

Μιλάς σε μια Καλλιόπη. Οι γονείς κάνουν αμάρτημα με κάποια ονόματα! Βέβαια τα ονόματα σε ξεχωρίζουν με μια μοναδικότητα και μια ιδιαιτερότητα που αργότερα καταλαβαίνεις και παίρνεις μια ιδέα πώς αισθάνονται οι μειονότητες.

• Γράφεις τώρα;

Ούτε μια λέξη. Δεν είμαι έτοιμη. Τώρα νιώθω στεγνή από πράγματα. Πρέπει να κάνεις μια παύση σαν να παίρνεις μια ανάσα μετά από ένα μεγάλο μακροβούτι.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας