Το τρίτο «ΟΧΙ»

kriti4.jpg

«Γερμανοί αλεξιπτωτισταί κατέλαβον έν ύψωμα της Κρήτης...»

Η κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας από τις γερμανικές δυνάμεις εισβολής τον Απρίλιο του 1941 θα ήταν άνευ ουσίας χωρίς την κατάληψη της Κρήτης.

Τόσο για τη βρετανική όσο και για τη γερμανική στρατιωτική ηγεσία η Κρήτη αποτελούσε ισχυρό ναυτικό και αεροπορικό στήριγμα στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου για οποιαδήποτε δύναμη σκόπευε να διεξαγάγει επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή.

Με εντολή του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσόρτσιλ και μετά την ιταλική επίθεση στην Ελλάδα, η Βρετανία ανέλαβε την άμυνα της νήσου, η οποία έπρεπε να μετατραπεί σε Scapa Flow της Μεσογείου, σύμφωνα με τον Τσόρτσιλ.

Ομως η Κρήτη απείχε πολύ από το να χαρακτηριστεί ένα απόρθητο οχυρό: ελλιπείς υποδομές, ελάχιστες δυνάμεις, ανύπαρκτο δίκτυο αντιαεροπορικής προστασίας, φτωχό οδικό δίκτυο, ανύπαρκτες λιμενικές εγκαταστάσεις.

Στις 30 Απριλίου 1941 τη διοίκηση των συμμαχικών δυνάμεων Κρήτης ανέλαβε ο υποστράτηγος Μπέρναρντ Φράιμπεργκ, διοικητής της 2ης Νεοζηλανδικής Μεραρχίας.

Η συνολική στρατιωτική δύναμη ανερχόταν περίπου σε 11.500 Ελληνες και 31.500 Βρετανούς και Νεοζηλανδούς.

Στην Κρήτη κατέφυγε και η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, κατόπιν πρωτοβουλίας των μαθητών της σχολής και ορισμένων αξιωματικών, η οποία διακρίθηκε ιδιαίτερα πολεμώντας στον τομέα του Μάλεμε.

Η δύναμη αυτή αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα σε θέματα εξοπλισμού και ενίσχυσης: ο οπλισμός, τα πυρομαχικά και τα άλλα εφόδια βρίσκονταν πολύ κάτω της παραδεκτής αναλογίας, δεν στάθμευαν αεροπορικές δυνάμεις στη νήσο, ενώ τα διατιθέμενα πυροβόλα και άρματα κρίνονταν τελείως ανεπαρκή.

Ο Φράιμπεργκ κατένειμε τις δυνάμεις του σε τέσσερις τομείς: Μάλεμε-Αγυιάς, Χανίων-Σούδας, Ρεθύμνου-Γεωργιούπολης και Ηρακλείου.

Στην αντίπερα όχθη, στις 25 Απριλίου εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 28 διαταγή γενικών κατευθύνσεων, για την κατάληψη της Κρήτης, με την κωδική ονομασία «Ερμής» («Merkur»).

Η προπαρασκευή και εκτέλεση της επιχείρησης ανατέθηκε στον πτέραρχο Αλεξάντερ Λερ, ο οποίος διέθετε 22.750 άνδρες, κατάλληλα εξοπλισμένους, 1.370 αεροσκάφη και 70 αποβατικά σκάφη.

Πρωτεύων στόχος του γερμανικού σχεδίου ήταν η κατάληψη των αεροδρομίων και των λιμανιών της Κρήτης, με κύρια προσπάθεια στο Μάλεμε, με τη χρήση αλεξιπτωτιστών και ανεμοπλάνων.

Στη συνέχεια, με αποβατικές και αεραποβατικές δυνάμεις θα ολοκληρωνόταν η κατάληψη του εσωτερικού της νήσου.

Οι γερμανικές αερομεταφερόμενες δυνάμεις κατανεμήθηκαν σε τρεις ομάδες επίθεσης, με κωδικές ονομασίες «Κομήτης», «Αρης» και «Ωρίων».

Η επίθεση ήταν σχεδιασμένη να πραγματοποιηθεί σε δύο κύματα.

Αντικειμενικός σκοπός του πρώτου κύματος ήταν διττός: με την ομάδα «Κομήτης» ήταν η κατάληψη του αεροδρομίου Μάλεμε και με ένα σύνταγμα της ομάδας «Αρης» η κατάληψη των Χανίων.

Ομοίως, την ίδια ημέρα το δεύτερο κύμα επίθεσης στόχευε με ένα σύνταγμα της ομάδας «Αρης» στην κατάληψη του Ρεθύμνου και του αεροδρομίου Πηγής και με την ομάδα «Ωρίων» στην κατάληψη της πόλης και του αεροδρομίου του Ηρακλείου.

Η επίθεση στους τομείς Μάλεμε και Χανίων εκδηλώθηκε το πρωί της 20ής Μαΐου 1941, ενώ στο Ρέθυμνο και στο Ηράκλειο εκδηλώθηκε στις 16.00 της ίδιας ημέρας. Επειτα από σφοδρό βομβαρδισμό, άρχισαν οι ρίψεις αλεξιπτωτιστών καθώς και η προσγείωση ανεμοπλάνων με αερομεταφερόμενα τμήματα στους τομείς Χανίων και Μάλεμε.

Στον τομέα του Μάλεμε, οι Γερμανοί, παρά τις σοβαρές απώλειες, ανάγκασαν τις δυνάμεις της 2ης Νεοζηλανδικής Μεραρχίας να εγκαταλείψουν το ύψωμα 107 και το αεροδρόμιο του Μάλεμε. Τη νύχτα 21/22 Μαΐου οι Νεοζηλανδοί εκτόξευσαν αντεπίθεση στον τομέα Μάλεμε, για την ανακατάληψη του αεροδρομίου και του υψώματος 107, χωρίς όμως επιτυχία.

Ο αντιπτέραρχος Κουρτ Στούντεντ, διοικητής του ΧΙ Αεροπορικού Σώματος, υποστήριξε ότι «εάν ο εχθρός είχε επιχειρήσει μια καθολική προσπάθεια τη νύχτα της 20ής προς 21η ή το πρωί της 21ης, τότε τα κουρασμένα υπόλοιπα του συντάγματος δυνατόν να είχαν σαρωθεί». Αντίθετα στην περιοχή Χανίων-Σούδας τα επιδρομικά τμήματα δεν πέτυχαν τους αντικειμενικούς τους σκοπούς. Στις περιοχές Ρεθύμνου και Ηρακλείου οι αλεξιπτωτιστές υπέστησαν τρομακτικές απώλειες και δεν μπόρεσαν να σημειώσουν καμία επιτυχία.

Ωστόσο, οι γερμανικές δυνάμεις, ενισχυόμενες διαρκώς, ανέλαβαν από τις 24 Μαΐου την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα να γείρει η πλάστιγγα υπέρ τους. Ο αγώνας, στον οποίο συμμετείχε ενεργά, με ηρωισμό και αυτοθυσία, όλος ο λαός της Κρήτης, συνεχίστηκε μέχρι τις 29 Μαΐου, οπότε και άρχισε η εκκένωση του νησιού από τις βρετανικές δυνάμεις, η οποία και ολοκληρώθηκε στις 31 Μαΐου.

Στη μάχη της Κρήτης οι απώλειες των γερμανικών δυνάμεων ήταν τρομακτικές: συνολικά οι απώλειες των αλεξιπτωτιστών ξεπέρασαν τους 8.000 άνδρες. Οπως παραδέχτηκε ο Στούντεντ, η Κρήτη υπήρξε «ο τάφος των Γερμανών αλεξιπτωτιστών». Ομως το αίμα των Γερμανών αλεξιπτωτιστών ξεπληρώθηκε με το αίμα αμάχων ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, ενώ ολόκληρα χωριά και οικισμοί παραδόθηκαν στην οργή των εισβολέων.

* ιστορικός, ανχης (ΤΘ)

Μέλος της
ΕΝΕΔ