Τούρκος στα Πομακοχώρια

exinos-25_martiou_1970.jpg

Επίσημος εορτασμός της 25ης Μαρτίου στον Εχίνο γύρω στο 1970 Επίσημος εορτασμός της 25ης Μαρτίου στον Εχίνο γύρω στο 1970 | Π. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ, ΠΟΜΑΚΟΙ (1995)

«Προ παντός οι Πομάκοι να συνεχίσουν να έχουν ως ιδανικόν των την θρησκείαν, διότι η εις αυτήν προσήλωσίς των είναι πάντα αβλαβής δι’ ημάς»

Μηνάς Μηναΐδης, επιθεωρητής Μειονοτικής Εκπαίδευσης (6/7/1966)

Επτάμισι ολόκληρα χρόνια μετά την άτυπη χρεοκοπία του Ελληνικού Δημοσίου και την κατάδυσή μας στην κόλαση των αλλεπάλληλων μνημονίων, κάποιοι εξακολουθούν να θεωρούν την Τουρκία το βολικότερο φόβητρο για τον εθνικό σωφρονισμό της ελληνικής κοινωνίας. Το πάρτι της μιντιακής κινδυνολογίας που συνόδευσε την επίσκεψη Ερντογάν υπήρξε από κάθε άποψη αποκαλυπτικό.

Ακόμη χαρακτηριστικότερο δείγμα αποτέλεσε το άρθρο του Θέμου Αναστασιάδη στο «Πρώτο Θέμα» της περασμένης Κυριακής, με αφορμή την προγραμματισμένη επίσκεψη του Ταγίπ Ερντογάν στην Κομοτηνή:

«Δεν του φτάνουν του Τσιπραίικου τα δυο-τρία Ειδικά Δικαστήρια που έχει καβαντζώσει ήδη, πλην όμως αν θέλει να τσιμπήσει καμιά σοβαρή κατηγορία περί Εσχάτης Προδοσίας, ιδού Σουλτάνος λαμπρός. Η επίσκεψη του διακηρυγμένου λάτρη της... Θράκης μας δεν αντέχει σε καμία λογική. [...] Διότι στην ουσία, μ’ αυτή του την κίνηση, τι κάνει ο Τσίπρας; Ενθαρρύνει τους όποιους εξτρεμιστές μουσουλμάνους και όλο τον τουρκικό υπόκοσμο και τις πρακτοράντζες στη Θράκη μας... να ξεσαλώσουν κι άλλο!
Αν δουν τον Ερντογάν από κοντά, πόσο μάλλον στις εθνικά ευαίσθητες περιοχές μας, θα αφιονιστούν! Σου λέει, εδώ είμαστε, κάνουμε ό,τι γουστάρουμε! [...]
Με τον Σουλτάνο εδώ αρχίζει να εδραιώνεται η κατηγορία για προπαρασκευαστικές ενέργειες Εσχάτης Προδοσίας».

Τι κι αν τον Ερντογάν η μειονότητα της Θράκης «τον έχει δει από κοντά» ήδη τον Μάιο του 2004, όταν την Ελλάδα κυβερνούσε ο Καραμανλής τζούνιορ –και μάλιστα υπό τις επευφημίες των εθνικώς ορθών αθηναϊκών ΜΜΕ, που φρόντισαν να εξυμνήσουν τη «φιλελληνική στάση» του;

Το μέτρο της σοβαρότητας του γραμματοκομιστή αρθρογράφου το δίνει άλλωστε η διακήρυξή του, στο ίδιο άρθρο, πως εκτός από τη Δυτική «και η Ανατολική Θράκη είναι δική μας, βέβαια». Εμπρός της Ελλάδος παιδιά, ντου για την Αδριανούπολη, τις Σαράντα Εκκλησιές και την Πόλη!

Η αντίληψη που θέλει τη μειονότητα της Θράκης να καθορίζει τον εθνικό της προσανατολισμό βάσει των εκεί επισκέψεων κάποιων υψηλόβαθμων Τούρκων αξιωματούχων δεν είναι βέβαια καθόλου καινούργια.

Στην εγχώρια εθνικιστική φιλολογία, ως καθοριστική στιγμή για την «απόσπαση των Πομάκων από την Ελλάδα» μνημονεύεται λ.χ. συχνά η επίσκεψη στα Πομακοχώρια της Ροδόπης του Τούρκου πρέσβη Κιαμουράν Γκιουρούν τον Οκτώβριο του 1973, στη διάρκεια της δικτατορίας.

Επίσκεψη που θα παρακολουθήσουμε εδώ από κοντά, μέσα από το βλέμμα του ανθρώπου που έκανε αυτή τη δουλειά για λογαριασμό του ελληνικού βαθέος κράτους: του επίτιμου επιθεωρητή των μειονοτικών σχολείων Μηνά Μηναΐδη, Μικρασιάτη πρόσφυγα από την τουρκόφωνη Νίγδη, επίσημου συνοδού του Γκιουρούν κατά την τριήμερη περιοδεία του στην «Επιτηρούμενη Ζώνη» της Ροδόπης.

Η πυκνογραμμένη και «άκρως απόρρητη» δωδεκασέλιδη σχετική έκθεση που υπέβαλε στο Γραφείο Πολιτικών Υποθέσεων της Περιφερειακής Διοικήσεως Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης (με ακόμη 16 αποδέκτες στον στρατό, την ΚΥΠ, τη Χωροφυλακή και τις Επιθεωρήσεις Μειονοτικής Εκπαίδευσης) εντοπίστηκε προ 15ετίας στο Αρχείο του Συντονιστικού Γραφείου Ξένων και Μειονοτικών Σχολείων, κατά τη βραχύβια φύλαξή του στα ΓΑΚ Ν. Καβάλας.

Επιτηρούμενη Ζώνη

Για να κατανοήσει τις αποχρώσεις αυτής της υπηρεσιακής αφήγησης, ο αναγνώστης πρέπει φυσικά να λάβει υπόψη κάποια δεδομένα της εποχής.

 Η περιοχή που επισκέφθηκε ο Τούρκος πρέσβης αποτελούσε μέρος της Επιτηρούμενης Ζώνης (Ε.Ζ.) που είχε επιβληθεί κατά μήκος των βόρειων συνόρων της χώρας επί Μεταξά (1937) και παρέμεινε σε λειτουργία, για μεν την υπόλοιπη χώρα ίσαμε τη Μεταπολίτευση (στην περίπτωση των χριστιανικών χωριών της Ξάνθης, στην περιοχή της Σταυρούπολης, ώς το 1979), για τα δε Πομακοχώρια μέχρι το 1996. Οι κάτοικοι των χωριών της Ε.Ζ. εφοδιάζονταν με ειδικές ταυτότητες, που επέτρεπαν την κυκλοφορία μόνο «σε ακτίνα 30 χιλιομέτρων» από τον τόπο μόνιμης κατοικίας τους.

Η είσοδος στην Ε.Ζ. και η έξοδος από αυτήν γινόταν από συγκεκριμένα σημεία, όπου υπήρχαν φυλάκια του στρατού, μέχρι ορισμένη ώρα· για τους εκτός Ζώνης απαιτούνταν ειδική άδεια, που εξέδιδε η Ασφάλεια. Ο δε στρατός είχε την αποκλειστική και ανεξέλεγκτη αρμοδιότητα διαχείρισης των φυσικών πόρων της περιοχής, προνόμιο που διατήρησε και μετά την κατάργηση των παραπάνω περιορισμών επί κυβέρνησης Σημίτη.

 Κεντρικό διακύβευμα των ενδομειονοτικών αντιπαραθέσεων, αλλά και της υπόγειας ελληνοτουρκικής αναμέτρησης για τον έλεγχο της μειονότητας, εξακολουθεί εκείνη την εποχή να αποτελεί η αντίθεση μεταξύ «νεωτεριστών» (οπαδών των κεμαλικών μεταρρυθμίσεων) και «παλαιομουσουλμάνων» ισλαμιστών.

Οι πρώτοι προβάλλουν μια νεωτερική, εθνική (τουρκική) ταυτότητα, υποστηρίζουν τον περιορισμό της επιρροής του Ισλάμ στην καθημερινή ζωή, εισάγουν στα σχολεία τη σύγχρονη τουρκική γραφή με το λατινικό αλφάβητο και υποστηρίζονται από το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής.

Οι δεύτεροι εμμένουν στην «ιερή» οθωμανική γραφή με αραβικούς χαρακτήρες, εχθρεύονται καθετί νεωτερικό (από τις επιστήμες μέχρι την -όποια- γυναικεία χειραφέτηση) και στηρίζονται υλικά και θεσμικά στην ελληνική διοίκηση. Τα μειονοτικά χωριά, ιδίως τα Πομακοχώρια, παραμένουν διχασμένα: άλλα έχουν παραδοσιακό και άλλα νεωτεριστικό σχολείο, ενώ δεν λείπουν οι περιπτώσεις ανταγωνιστικής συμβίωσης και των δύο.

 Ανάλογη πολυδιάσπαση εμφανίζει και το εκπαιδευτικό προσωπικό: «σαρικοφόροι» παλαιομουσουλμάνοι δάσκαλοι (που στηρίζουν την ελληνική διοίκηση και στηρίζονται απ’ αυτήν), «προσοντούχοι» μειονοτικοί απόφοιτοι τουρκικών Διδασκαλείων, κάποιοι «μετακλητοί» δάσκαλοι από την Τουρκία (βάσει διακρατικής αμοιβαιότητας: υπάρχουν αντίστοιχοι Ελλαδίτες στα ελληνικά σχολεία της Κωνσταντινούπολης) και, τέλος, η πρώτη γενιά αποφοίτων από την Ειδική Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης (ΕΠΑΘ), που ιδρύθηκε το 1968 και μετεκπαίδευε κυρίως αποφοίτους των παραδοσιακών Ιεροδιδασκαλείων, με σκοπό την εκτόπιση των «προσοντούχων» από τα μειονοτικά σχολεία.

Ενα προηγούμενο

Ο Τούρκος πρέσβης Κιαμουράν Γκιουρούν επιδίδει τα διαπιστευτήριά του στον αντιβασιλέα Γεώργιο Παπαδόπουλο (24/11/1972) Ο Τούρκος πρέσβης Κιαμουράν Γκιουρούν επιδίδει τα διαπιστευτήριά του στον αντιβασιλέα Γεώργιο Παπαδόπουλο (24/11/1972) | ΓΓΤΠ-ΓΓΕΕ

Η επίσκεψη Γκιουρούν δεν ήταν η πρώτη του είδους στον χώρο της μειονότητας, ούτε στην Επιτηρούμενη Ζώνη.

Η τελευταία ήταν, βέβαια, κατά κανόνα απροσπέλαστη στους διπλωμάτες των γειτονικών χωρών, όπως πιστοποιούν τα απομνημονεύματα δύο απ’ αυτούς: του Τούρκου Ζεκί Κουνεράλπ, που επισκέφθηκε τη Θράκη το καλοκαίρι του 1959 στο περιθώριο διαπραγματεύσεων με τον Ελληνα ομόλογό του Δημήτριο Μπίτσιο (Zeki Kuneralp, «Just a diplomat», Κωνσταντινούπολη 1992, σ. 82-4), και του Βούλγαρου πρέσβη στην Αθήνα το 1971-1974 Λιούμπομιρ Ποπόφ, που πληροφορούνταν τα τεκταινόμενα στην Ε.Ζ. μόνο μέσω του Βέλγου ύπατου αρμοστή του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες στην Αθήνα (Любомир Попов, «Един посланик разказва...», Σόφια 2009, σ. 203-4).

Στις παραμονές του πραξικοπήματος του 1967, η τουρκική πρεσβεία υπέβαλε αίτημα επίσκεψης του προξένου Κομοτηνής στα Πομακοχώρια. Το αίτημα εξετάστηκε από το καθ’ ύλην αρμόδιο Συντονιστικό Συμβούλιο Θράκης (ΣΣΘ), ένα σκιώδες όργανο που είχε την εξουσία να απαγορεύει σιωπηρά ακόμη και την εφαρμογή των ελληνικών νόμων στον χώρο της μειονότητας.

Η ομόφωνη γνωμοδότησή του προς το υπουργείο Εξωτερικών (27/3/1967) ήταν αρνητική, με το εξαιρετικά εύγλωττο επιχείρημα ότι «τυχόν επίσκεψις Τούρκου Προξένου εις την περιοχήν αυτήν των συνόρων μας και μάλιστα των Βουλγαρικών διασπά μίαν αρχήν και δημιουργεί κακόν προηγούμενον, το οποίον επαναλαμβανόμενον θα ενισχύση την Τουρκικήν προπαγάνδαν [...] αφού θα αποδειχθή ότι και εκεί όπου οι μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής κυκλοφορούν με δελτία και ειδικάς αδείας, ο αντιπρόσωπος της Μεγάλης Τουρκίας κινείται ελεύθερα».

Η παράδοση αυτή έσπασε τελικά επί χούντας, όταν ο Τούρκος πρέσβης Ιλτέρ Τουρκμέν επισκέφθηκε στις 2/7/1969 για λίγες ώρες τα Πομακοχώρια. Οπως μας πληροφορούν οι τοπικές εφημερίδες, επρόκειτο για «την πρώτην επίσκεψιν ξένου διπλωμάτου εις την επιτηρουμένην παραμεθόριον περιοχήν» («Θρακικός Αγών» 7/7/1969).

Σύμφωνα με τα πρακτικά ειδικής σύσκεψης του υπουργείου Βορείου Ελλάδος που πραγματοποιήθηκε τον επόμενο μήνα στην Καβάλα (2/8/1969), η ενέργεια αυτή «έσχεν απήχησιν μεταξύ του Πομακικού Πληθυσμού υπερβαίνουσαν τας δυσμενεστέρας προβλέψεις, έτι δε αιφνιδιάσασαν ουσιαστικώς τας Ελληνικάς Αρχάς».

Κρίθηκε ως εκ τούτου απαραίτητο να υποβληθούν εκθέσεις από την ΚΥΠ, τον στρατό, τη Χωροφυλακή και τις νομαρχίες με «ανάλυσιν των σχετικών αιτίων», τα οποία έπρεπε να αναζητηθούν όχι μόνο στη δράση του προξενείου αλλά και «εις ενδεχομένην δυσαρέσκειαν των κατοίκων της περιοχής λόγω οικονομικής δυσπραγίας ή του τρόπου της επί τόπου ασκήσεως της Διοικήσεως».

Η επόμενη σύσκεψη (23/10/1969) πήρε αποφάσεις για μέτρα βελτίωσης της τοπικής οικονομίας («αντικατάστασις καλλιεργείας καπνού, κτηνοτροφία, βοσκή, προϊόντα δάσους, κλαδονομή κ.λπ.»), διανομή «ζωοτροφών, σίτου, αραβοσίτου, ορύζης, σακχάρεως κ.λπ. εις δυσπραγούντα πομακικά χωρία κατά τον επερχόμενον χειμώνα» και έκδοση οδηγιών «προς τα κατώτερα όργανα της Διοικήσεως διά την εφαρμογήν της υφισταμένης Νομοθεσίας ουχί κατά τρόπον υπέρ άγαν αυστηρόν».

Αποφάσισε επίσης τη χαρτογράφηση του δικτύου «της διεξαγομένης υπό του Τουρκικού Προξενείου προπαγάνδας», προκειμένου «άπασαι αι υπηρεσίαι να ενεργήσουν κατά ενιαίον τρόπον προς εξουδετέρωσίν της».

Με δεδομένα τα χαρακτηριστικά του τότε καθεστώτος, αλλά και την ανάθεση της θεραπείας του προβλήματος στα ίδια όργανα που θεωρούνταν εν μέρει υπεύθυνα για τη δημιουργία του, στην πράξη τον λόγο είχαν κυρίως τα κατασταλτικά μέτρα.

Η επόμενη πρεσβευτική περιοδεία στα Πομακοχώρια ήταν αυτή του Κιαμουράν Γκιουρούν, επί κυβέρνησης Μαρκεζίνη (23-25/10/1973).

Οπως μας πληροφορούν τα άκρως απόρρητα πρακτικά του αρμόδιου Γραφείου Πολιτικών Υποθέσεων της περιφέρειας, που συνεδρίασε ένα μήνα νωρίτερα στην Καβάλα με συμμετοχή του υφυπουργού-περιφερειακού διοικητή Κωνσταντίνου Μπράβου (29/9/1973), «απεφασίσθη όπως πραγματοποιηθή ενέργεια υπό των κατά τόπους Αρχών Ασφαλείας, ίνα κατά τας ημέρας των τοιούτων επισκέψεων οι ως άνω αναφερόμενοι κάτοικοι απασχοληθούν εις τους αγρούς και ούτω μη πραγματοποιηθούν συγκεντρώσεις».

Από την έκθεση Μηναΐδη διαπιστώνουμε πως η απόφαση αυτή εφαρμόστηκε μεν, με αποτελέσματα όμως κάθε άλλο παρά τα αναμενόμενα.

Με γιασμάκια ανοιχτά

Σύμφωνα με την έκθεση, ο Γκιουρούν επισκέφθηκε μέσα σε ένα τριήμερο συνολικά 22 χωριά. Εξι της Ξάνθης (Μελίβοια, Κοτύλη, Εχίνος, Σάτρες, Μύκη, Ωραίον) και 16 της Ροδόπης: 11 πομακικά (Στυλάριον, Καλλυντήριον, Ανω Δροσίνη, Οργάνη, Μυρτίσκη, Ανω Βυρσίνη, Σμιγάδα, Δροσιά, Δοκός, Φιλύρα, Κέχρος) και 5 «πεδινά», κατοικούμενα εν μέρει ή ολοκληρωτικά από Τούρκους (Αρατος, Βραγιά, Σάππες, Λύκειον, Αρριανά).

Δύο Πομακοχώρια της Ροδόπης, που επίσης περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα (Πελαγία - Κίνυρα), παρακάμφθηκαν τελικά «λόγω του προκεχωρηκότος της ώρας».

Ο επιθεωρητής καταγράφει την πορεία του πρέσβη χωριό χωριό, παραθέτοντας λεπτομέρειες για την υποδοχή και τις επαφές του σε καθένα χωριστά.

Διασταυρώνοντας τα γραφόμενά του με την απογραφή πληθυσμού του 1971, διαπιστώνουμε κατ’ αρχήν άμεση αντιστοιχία ανάμεσα στο μέγεθος των χωριών και τις αντιδράσεις των κατοίκων: στα πολυπληθέστερα κεφαλοχώρια οι εκδηλώσεις υπέρ του επισκέπτη είναι σαφώς ζωηρότερες, ενώ στους μικρότερους οικισμούς η προληπτική παρέμβαση των υπηρεσιών ασφαλείας αποδείχτηκε σαφώς αποτελεσματικότερη.

Μια άλλη παράμετρος, λιγότερο εύκολα διαγνώσιμη, αφορά τον πραγματικό εσωτερικό συσχετισμό μεταξύ νεωτεριστών και παλαιομουσουλμάνων κάθε χωριού.

Οφθαλμοφανής είναι, πάντως, η ευθύγραμμη σχέση ανάμεσα στις νεωτερικές πρακτικές και τη δημόσια εκδήλωση τουρκικής εθνικής συνείδησης, ιδίως όσον αφορά την εμπλοκή των γυναικών.

Η χαρακτηριστικότερη περιγραφή αφορά τον πρώτο σταθμό της περιοδείας, τη Μελίβοια, χωριό 837 κατοίκων:

«Εις την είσοδον του χωρίου νεάνιδες ηλικίας μεταξύ 13-30 ετών, με γιαζμάκια [=φερετζέδες] ανοικτά, υπεδέχθησαν τον κ. πρέσβυν με πρωτοφανείς εκδηλώσεις, χειροκροτήματα και ομαδικάς προσφωνήσεις “Χος Γκελδινίζ”, καλώς ωρίσατε.
Συγχρόνως δε προσεφέρθησαν πολλαί ανθοδέσμαι, χειραψίαι δε απ’ αρκετόν αντηλλάγησαν.
Κατά την εις την κεντρικήν πλατείαν είσοδον Β' ομάς, αποκλειστικώς από άνδρας διαφόρου ηλικίας, υπεδέχθησαν με τας αυτάς εκδηλώσεις».

Ο μειονοτικός δάσκαλος «τον προσεφώνησεν εκ μέρους των κατοίκων, εκφράσας την χαράν και αγαλλίασιν, ως και την ευγνωμοσύνην των κατοίκων διά την επίσκεψίν του».

Ακολούθησε επίσκεψη στο σχολείο, όπου ο Γκιουρούν «ήκουσεν την ανάγνωσιν του μαθήματος από μαθητήν της Στ' Τάξεως» και «εζήτησεν να γνωρίση τους διδασκάλους της Ελληνικής, εις τους οποίους συνέστησε να καταβάλλουν πάσαν δυνατήν προσπάθειαν διά την εκμάθησιν της επισήμου γλώσσης του Κράτους εις ίσην μοίραν με την Τουρκικήν».

Πολύ χλιαρότερη υπήρξε η στάση του επισκέπτη απέναντι στα θρησκευτικά σύμβολα. Οταν, κατά την αναχώρησή του, «ομάς ωρίμων γυναικών» τού έκλεισε τον δρόμο και, «δίκην μαινάδων κραυγαζουσών και χειροκροτουσών» τον οδήγησαν στο τζαμί, ο Γκιουρούν τις ακολούθησε απρόθυμα («άκων»). Αυτό τουλάχιστον εκτιμά ο επιθεωρητής, δεδομένου ότι νωρίτερα, «διερχόμενος έμπροσθεν του μεγάλου τεμένους απηξίωσεν να εισέλθη εις αυτό, ειπών “δεν με ενδιαφέρουν τα τζαμιά, διότι δεν έχω σχέσιν με την θρησκείαν”». Συνειδητοποιώντας τη βαθιά θρησκευτικότητα των ντόπιων, στην πορεία θα προσαρμόσει ωστόσο τη συμπεριφορά του σ’ αυτό το δεδομένο.

Στη γειτονική Κοτύλη (745 κ.), αντίθετα, «η υποδοχή ήτο μετρία και άνευ ακροτήτων. Ανδρες μόνον, και ούτοι ηλικιωμένοι κατά το πλείστον, τον ωδήγησαν εις το σχολείον, ένθα ευρίσκετο μόνον ο Κρατικός διδάσκαλος τον οποίον και συνεχάρη, διότι εκράτει μόνος τα παιδιά, απόντος του Μ/νου συναδέλφου του. Οι παριστάμενοι αφού επήνεσαν και αυτοί την εν γένει δράσιν και συμπεριφοράν του Ελληνος διδασκάλου, κατηγόρησαν τον απουσιάζοντα διδάσκαλον ως αδαή και αμαθή και εζήτησαν την τοποθέτησιν ετέρου εργατικού διδασκάλου, υποδείξαντες ως τοιούτον τον παριστάμενον απόφοιτον της Ειδικής Παιδαγωγικής Ακαδημίας [Θεσσαλονίκης] Φαρούκ, άρτι απολυθέντα των τάξεων του στρατού. Ο κ. πρέσβυς συνεφώνησε επί της προτάσεως των παρισταμένων και συνέστησεν όπως διά της κανονικής οδού υποβάλουν το αίτημά των εις τας αρμοδίας Αρχάς, διότι, είπεν, “είμαι πεπεισμένος ότι ο φίλος μου κ. Νομάρχης θα ικανοποιήση το δίκαιον αίτημά σας”. Ο γέρων ιμάμης παρεκάλεσεν τον κ. πρέσβυν να επισκεφθή και το νεκροταφείον των. Πρόθυμος ο κ. πρέσβυς εδέχθη και ηκολούθησε τον ιμάμην εις μίαν οδόν λασπώδη βαίνουσαν προς το νεκροταφείον, ένθα ιμάμης, πρέσβυς και γεν. πρόξενος υψώσαντες τα χείλη εδεήθησαν μυστικώς υπέρ της ψυχής των θανόντων».

Κατά την επιστροφή των επισκεπτών, ένα απροσδόκητο επεισόδιο θα φωτίσει την αθέατη όψη των τεκταινομένων:

«Ομάς των γυναικών των Μελιβοίων, σχηματίσασα ημικύκλιον ημπόδισε την διέλευσιν του αυτοκινήτου.
Ολαι εκβάλλουσαι θρηνώδεις κραυγάς ωδύροντο κραυγαλέως, πράγμα όπερ εφόβισεν όλους, μήπως συνέβη δυστύχημα τι.
Πάραυτα ο πρέσβυς κατήλθε της αμάξης και ηρώτησε τι συμβαίνει.
Η επικεφαλής της ομάδος διακοπτομένη από ολολυγμούς ανέφερεν ότι όργανον της ασφαλείας ή του στρατού -δεν διηυκρίνισεν επαρκώς- τας είπε: “Τι περιμένετε και δεν σκορπίζεστε; Ο πρέσβυς σε λίγο θα φύγη. Αλλά εσείς θα μείνετε και τότε θα δείτε τι έχετε να πάθετε. Εγώ σας πήρα τα ονόματά σας”.
Ο Τούρκος πρέσβυς εκάλεσε τον εις το β' αυτοκίνητον ανθυπασπιστήν να τας διαβεβαιώση ότι δεν έχουν να πάθουν τίποτε.
Αύται όμως ομαδικώς κλαίουσαι εζήτησαν την προστασίαν του πρέσβεως, όλες και διά φωνών εντόνων.
Τας διαβεβαίωσεν ότι δεν πρόκειται να θιγή ούτε θριξ της κεφαλής τους.
Εδήλωσεν δε εμφατικώς ότι αν πάθουν τι το παραμικρόν, να τον ενημερώσουν μέσω του Γεν. προξενείου, οπότε θα δημιουργήση ζήτημα και θα ζητήση ικανοποίησιν.
Κατόπιν τούτου υπεχώρησεν η γυναικεία ομάς και έγινε η εκκίνησις προς Εχίνον».

Στιγμιότυπα από υποδοχές Ελλήνων επισήμων και σκηνές της καθημερινότητας σε Πομακοχώρια γύρω στο 1970.

↳ Στιγμιότυπα από υποδοχές Ελλήνων επισήμων και σκηνές της καθημερινότητας σε Πομακοχώρια γύρω στο 1970. Αντλήθηκαν από το βιβλίο κρατικού δασκάλου στο Ιεροσπου-δαστήριο Εχίνου, που επρόκειτο να εκδοθεί από το Συντονιστικό Συμβούλιο Θράκης ως δήθεν ιδιωτικό εγχείρημα· σύμφωνα με τα πρακτικά του ΣΣΘ (27/3/1968), την προμήθεια του φωτογραφικού υλικού είχε αναλάβει η Νομαρχία Ξάνθης. Από αριστερά πάνω: μαθήτριες και μαθητές στη Σμίνθη, μαθήτριες του Εχίνου, το σχολείο της Γλαύκης προσευχή στο τζαμί του Εχίνου και έξοδος των πιστών από το τζαμί της Κοτύλης // Π. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ, ΠΟΜΑΚΟΙ (1995)

Αν δεν κλάψει το μωρό...

Στον Εχίνο, κεφαλοχώρι 2.395 κατοίκων που απόρρητη υπηρεσιακή στατιστική του ΣΣΘ (1966) χαρακτηρίζει «κέντρον της Πομακικής περιοχής» και, μαζί με τη Μελίβοια, ως τον «σκληρό πυρήνα της τουρκικής προπαγάνδας» (Αρχείο Βασιλικών Ανακτόρων, φ. 390, σ. 17), η υποδοχή είναι εξίσου ενθουσιώδης, δίχως όμως συμμετοχή γυναικών.

Ο Γκιουρούν έγινε δεκτός «με χειροκροτήματα, κραυγαλέας φωνάς πρωτοφανούς εντάσεως και ανθοδέσμας πολλάς» από ένα «πλήθος κατοίκων αρρένων μικρών και μεγάλων αναμίξ», που ποδοπάτησε «κυριολεκτικώς» τους συνοδούς του.

Κατά την επίσκεψή του στο Ιεροσπουδαστήριο, θα ζητήσει μάλιστα από τους χωροφύλακες να εμποδίσουν από κάποιο σημείο και μετά την είσοδο του κόσμου, «διότι ήρχισαν να τρίζουν αι σανίδες του πατώματος και της κλίμακος».

Αντιμέτωπος με τα παράπονα ορισμένων κατοίκων για την ελληνική διοίκηση, ο Τούρκος πρέσβης θα συστήσει μετριοπάθεια και νομιμοφροσύνη, ως τη μόνη αποτελεσματική στρατηγική.

Οταν στο σχολείο του χωριού κάποιος «νεαρός αναιδής, οιονεί φωνασκών, κατεφέρθη κατά των Μ/νων χοτζάδων και διδασκάλων, διότι τυφλώνουν τα τέκνα των, διότι είναι άχρηστοι και οκνηροί και ασυνείδητοι, μη δεχόμενοι να παραχωρήσουν τας θέσεις των εις τους νέους διδασκάλους αποφοίτους των Διδασκαλείων» και απείλησε ότι «δεν θα στείλουν τα παιδιά τους εις το σχολείον αν δεν διορισθούν προσοντούχοι διδάσκαλοι», ο Γκιουρούν «επέκρινε τον ομιλητήν διά την ασυνήθη βιαιότητά του και συνέστησεν εις τους κατοίκους όπως, αφού στείλουν τα τέκνα των εις το σχολείον, ακολούθως υποβάλουν το αίτημά των εις τας αρμοδίους Αρχάς, αι οποίαι θα κρίνουν αυτό με κατανόησιν».

Στο Ιεροσπουδαστήριο, πάλι, «συνέστησεν όπως πέραν των θρησκευτικών μαθημάτων διευρύνουν και τα λοιπά εγκύκλια μαθήματα, αφού μάλιστα οι απόφοιτοι της σχολής κατατάσσονται εις την Ειδικήν Παιδαγωγικήν Ακαδημίαν». Επέπληξε τον διευθυντή για την αμέλειά του να ζητήσει διδακτικά βιβλία «από τας αρμοδίους Αρχάς», θύμισε «το λαϊκόν γνωμικόν “αν το μωρό δεν κλάψη, η μάνα δεν το δίνει βυζί” και τω συνέστησεν ν’ ακολουθήση την κανονικήν οδόν» για την απόκτησή τους.

Επιθεωρητής 007

Μια πολύ διαφορετική εικόνα τούς περίμενε στις Σάτρες, χωριουδάκι μόλις 210 κατοίκων:

«Ουδείς τον υπεδέχθη. Ανά 1-2 άτομα τον εθεώντο απαθώς ιστάμενα προ του Κοινοτικού Καταστήματος, του ιατρείου και του καφενείου χωρίς να σπεύσουν να τον χαιρετήσουν, έστω και τυπικώς.
Κατηφής, ο κ. πρέσβυς κατηυθύνθη εις το σχολείον όπου εδίδασκε ο Μ/νος διδάσκαλος. Αμα τη εισόδω του πρέσβεως, τον υπεδέχθησαν οι μαθηταί με τον χαιρετισμόν Ελληνιστί “καλώς ωρίσατε”, όπερ τον εξενεύρισεν έτι περισσότερον.
Εξελθών του σχολείου συνήντησε έναν Μ/νον, ο οποίος ήρχισε να του ομιλεί ψιθυριστά.
Αφού επεσκέφθη το τέμενος απόντος του ιμάμη, μετέβη εις το καφενείον όπου και παρήγγειλε τέια.
Εν τω μεταξύ 5-6 Μουσουλμάνοι εισερχόμενοι δειλά εκάθηντο σιωπηλοί, οπότε ο πρέσβυς τούς είπεν: “Γιατί κάθεστε σιωπηλοί σαν βουβοί; Ηλθα σαν ένας επισκέπτης και λυπάμαι για την στάσιν σας”.
Ουδείς απήντησεν, αλλ’ ένας, σχεδόν μουρμουριστά, είπεν “δεν ξέραμε πως θα 'ρθήτε γιατί δεν μας το είπε κανείς”».

Η συνέχεια της αφήγησης θυμίζει κατασκοπευτική ταινία: ένας από τους χωρικούς, σημειώνει ο επιθεωρητής, «έβγαλε εν σπουδή φάκελλον, τον οποίον τεχνηέντως έβαλεν εις το θυλάκιον του πρέσβεως, πράγμα το οποίον διέκρινα διά μέσου των ομματοϋαλίων του».

Εξίσου έμπειρος, ο επισκέπτης δεν έκρυψε την ενόχλησή του:

«Κατά την αναχώρησιν, στραφείς προς εμέ είπεν ότι είναι προφανής η άσκησις πιέσεως εκ μέρους της τοπικής Αστυνομίας, η οποία ήτο έτι έκδηλος τόσον από την πρωτοφανή στάσιν και των ολίγων παρισταμένων όσον και εκ της διαπιστώσεως ότι αρκετοί των προκρίτων, ως επληροφορήθη, εκλήθησαν την ημέραν της επισκέψεώς του από διαφόρους αρχάς, πράγμα το οποίον αποτελεί παράβασιν των στοιχειωδών κανόνων της φιλοξενίας».

Μια άλλη πτυχή θα του γνωστοποιηθεί στη Μύκη (636 κ.), με την καταγγελία κάποιου χωρικού ότι «χωροφύλαξ συνέλαβε τον αδελφόν του και τον εκράτησε επί αρκετάς ώρας επειδή ήκουε τραγούδια από Τουρκικόν ραδιόφωνον».

Με αρκετή διπλωματικότητα, ο πρέσβης εκτιμά ότι πρόκειται «περί αυτοβούλου και μονομερούς ενεργείας του χωροφύλακος», ξεκαθαρίζει όμως ταυτόχρονα πως «ουδεμία απαγορευτική διάταξις διεθνώς υφίσταται και ότι οι Μουσουλμάνοι δύνανται να προβούν εις την λήψιν οιουδήποτε ραδιοφωνικού σταθμού ξένης χώρας και ότι, αν υποστούν καμμίαν ενόχλησιν, δέον να τον ενημερώσουν διά του Γεν. Προξενείου».

Ο πόλεμος των αλφαβήτων

Χαρακτηριστικές σελίδες από αναγνωστικό της Στ' Δημοτικού με αραβικούς χαρακτήρες, τυπωμένο το 1972 ειδικά για τη μειονότητα Χαρακτηριστικές σελίδες από αναγνωστικό της Στ' Δημοτικού με αραβικούς χαρακτήρες, τυπωμένο το 1972 ειδικά για τη μειονότητα | ΑΡΧΕΙΟ ΛΑΜΠΡΟΥ ΜΠΑΛΤΣΙΩΤΗ

Το κυριότερο ζήτημα που απασχόλησε τον Γκιουρούν, σύμφωνα με την έκθεση Μηναΐδη, ήταν η αντικατάσταση του αραβικού αλφαβήτου από το λατινικό –αναγκαία προϋπόθεση για την πνευματική επικοινωνία της μειονότητας με τη μητέρα πατρίδα.

Στη Μύκη, ο διευθυντής του σχολείου τον πληροφορεί «ότι η πλειονότης των γονέων αντιτίθεται εις την προμήθειαν λατινικών βιβλίων, εμμένουσα εις την αποκλειστικήν διδασκαλίαν της παλαιάς γραφής. [...] Εις σχετικήν ερώτησιν του πρέσβεως προς τους κατοίκους, παγερά σιωπή επεκράτησεν, οπότε ούτος ήρχισε να αναπτύσση διά μακρών τα αγαθά της χρησιμοποιήσεως της νέας γραφής και συνέστησεν εις τους σχολικούς εφόρους και τους κατοίκους να αναθεωρήσουν την απόφασίν των».

Στο Στυλάριον (310 κ.), όπου «ουδεμία υποδοχή τού εγένετο πλην 5-6 Μ/νων, δικαιολογηθέντων ότι ο κόσμος κοιμάται κατόπιν της αγρυπνίας λόγω του Ραμαζανίου», θα εκφράσει αντίθετα την ικανοποίησή του για τη χρήση της λατινικής γραφής στο σχολείο, «πλην του Κορανίου».

Στη Σμιγάδα (320 κ.), πάλι, όπου «35-40 κάτοικοι υπεδέχθησαν τον κ. πρέσβυν προ του τεμένους διότι ήτο η ώρα της προσευχής», κατά την επίσκεψή του στο σχολείο «διημείφθη ανταλλαγή απόψεων, αντιθέσεων και γνωμών ως προς την νέαν γραφήν» με τον μειονοτικό δάσκαλο «επ’ αρκετόν». Μεταξύ άλλων, διαβάζουμε, ο τελευταίος «διετύπωσεν την παράδοξον άποψιν ότι το Ισλάμ εντέλλεται μόνον την εκ δεξιών προς τα αριστερά γραφήν, καταδικάζουσαν το αντίθετον».

Η πιο εύγλωττη περιγραφή προέρχεται από το Ωραίον (1.124 κ.), όπου ο Γκιουρούν έγινε δεκτός από «έξαλλα πλήθη» με εκδηλώσεις αντίστοιχες «των Μελιβοίων και του Εχίνου».

Ο ιμάμης καταγγέλλει δημόσια τον κοινοτάρχη (και πρόεδρο της Εφορείας του Α' Μειονοτικού Σχολείου) «διότι, παρά την γενικήν απαίτησιν των κατοίκων, προσέλαβεν ως διδασκάλους δύο αποφοίτους της Ειδικής Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσ/νίκης και όχι προσοντούχους Τουρκικού Διδασκαλείου», εξαιτίας του οποίου «οι κάτοικοι δεν ενέγραψαν τα τέκνα των εις το σχολείον, απαιτούντες να πραγματοποιηθή πρώτον οπωσδήποτε το αίτημά των».

Για ακόμη μια φορά, ο πρέσβης κάνει μάθημα διπλωματίας: να «στείλουν τα τέκνα των εις το σχολείον και δεχθούν τους παρά της σχολικής Εφορείας τοποθετηθέντες δύο διδασκάλους αποφοίτους της ΕΠΑΘ και εν συνεχεία επιζητήσουν τον διορισμόν και ενός αποφοίτου Τουρκικού διδασκαλείου».

Λιγότερο διπλωματικά θα φερθεί κατά την επίσκεψή του στο Β' Μειονοτικό Σχολείο, «εις το οποίον διδάσκεται αποκλειστικώς η Αραβική γραφή». Υστερα από «μακράν συζήτησιν» με τον «νεαρόν και ευθαρσύν σαρικοφόρον διδάσκαλον», προτρέπει τους συγκεντρωμένους να «μην εγγράψωσιν τα τέκνα των εις το σχολείον τούτο των σκοταδιστών» –για να πληροφορηθεί πως το ζήτημα δεν ήταν καθόλου απλό:

«Εις το σημείον τούτο επενέβη ο μέχρι τούδε σιωπών ιμάμης και είπεν ότι 7 γονείς και κηδεμόνες –μεταξύ των οποίων και δύο γυναίκες– ευρίσκονται εις τας φυλακάς διότι ηρνήθησαν να εγγράψουν τα τέκνα των εις το Β' Σχολείον, το οποίον δεν εχορήγησεν αποδεικτικόν μετεγγραφής των τέκνων των εις το Α' Σχολείον.
Ο κ. πρέσβυς έλαβεν υπό σημείωσιν το θέμα, δηλώσας ότι θα αναφερθή εις τον κ. Νομάρχην».

Ειρήνη υμίν

Σπουδαστές και δάσκαλοι του Ιεροσπουδαστηρίου Εχίνου σε εκδρομή στη Θεσσαλονίκη (1965) Σπουδαστές και δάσκαλοι του Ιεροσπουδαστηρίου Εχίνου σε εκδρομή στη Θεσσαλονίκη (1965) | Π. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ, ΠΟΜΑΚΟΙ (1995)

Στα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν το 1994 στην Κωνσταντινούπολη, ο Γκιουρούν μνημονεύει ως κυριότερο επίτευγμα της περιοδείας του τη συμφιλίωση μεταξύ «προοδευτικών» και «αντιδραστικών» παραγόντων της μειονότητας (Aarbakke 2000, σ. 186-7).

Σε άλλες κοινότητες, η διχόνοια μεταξύ των μειονοτικών είχε πάλι υλικότερες ρίζες.

Στην Οργάνη (598 κ.), όπου «η υποδοχή ήτο τυπικωτάτη» (κοινοτάρχης, κρατικοί υπάλληλοι, 10-15 «γέροντες» και 25-30 «ενήλικοι»), ο Μηναΐδης καταγράφει λ.χ. έναν εξαιρετικά έντονο διαπληκτισμό μεταξύ των κατοίκων για την παραχώρηση από τον κοινοτάρχη κάποιας βακουφικής έκτασης στο Δημόσιο.

Ακόμη και στον Δοκό (964 κ.), όπου έγινε δεκτός από «γενικόν συναγερμόν εκατοντάδων κατοίκων, αδιακρίτου ηλικίας» και θαύμασε τους εφτά πολυελαίους του τοπικού τεμένους, ο Γκιουρούν θα συστήσει έτσι «ομόνοιαν, σύμπνοιαν και αγάπην».

Την εικόνα ολοκληρώνει η επίσκεψή του στις Σάππες, κωμόπολη με μικρό πληθυσμό, όπου στην είσοδο του μειονοτικού σχολείου τον περίμεναν «οι πέντε διδάσκαλοι και οι μαθηταί» τους.

Τον τόνο της υποδοχής θα δώσει εδώ «ο εκ Τουρκίας διδάσκαλος, ευγενικός και ευπροσήγορος», εξαίροντας «την εις το σχολείον επικρατούσαν ομόνοιαν και αγάπην μετά των διδασκάλων, ιδία δε τας φιλικωτάτας σχέσεις μετά των κρατικών συναδέλφων του», καθώς και τη συμβολή αυτών των τελευταίων στην πρόοδο των μαθητών.

«Ιδιαιτέρως», διαβάζουμε, «ο κ. πρέσβυς ικανοποιήθη όταν επληροφορήθη ότι εις το σχολείον τούτο εξωβελίσθη παντελώς η Αραβική γραφή, μη χρησιμοποιουμένη ούτε εις το Κοράνιον».

Αξιοσημείωτες είναι, τέλος, οι συμβουλές του Γκιουρούν για την αντιμετώπιση των Πομάκων: «διά μακρών προσεπάθει να με πείση», σημειώνει ο Μηναΐδης, «ότι συμφέρον της Ελληνικής Διοικήσεως είναι να συντελέση αύτη εις το να λησμονήσουν ούτοι το γλωσσικόν ιδίωμά των, διότι, ως είπεν, η Ελλάς δεν θα ενοχλείται τότε παρά της Βουλγαρικής Κυβερνήσεως, η οποία ισχυρίζεται πάντοτε εις Διεθνή συνέδρια ότι οι Πομάκοι είναι βούλγαροι Μωαμεθανοί. Συνεπώς, είπεν, ο πλήρης εκτουρκισμός των Πομάκων θα συσφίγξη έτι περισσότερον τους μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας φιλικούς και Συμμαχικούς δεσμούς».

Ο ίδιος ο πρέσβης, πάντως, σε όλη τη διαδρομή «ουδέποτε έκαμεν χρήσιν της λέξεως “Πομάκοι”».

 Διαβάστε
 
► Τάσος Κωστόπουλος, Το «Μακεδονικό» της Θράκης. Κρατικοί σχεδιασμοί για τους Πομάκους, 1956-2008 (Αθήνα 2009, εκδ. Βιβλιόραμα). Η κρατική πολιτική στο μειονοτικό, με επίκεντρο τη διαχείριση της σλαβόφωνης «μειονότητας μέσα στη μειονότητα», όπως προκύπτει από δεκάδες αδημοσίευτα (και ως επί το πλείστον άκρως απόρρητα) υπηρεσιακά έγγραφα.
 
► Παναγιώτης Φωτέας, Οι Πομάκοι της Δυτικής Θράκης (Κομοτηνή 1978, εκδ. Μορφωτικός Ομιλος Κομοτηνής). Μία από τις πρώτες ημιεπίσημες απόπειρες δημόσιου διαχωρισμού των Πομάκων από την υπόλοιπη μειονότητα, διά χειρός του τότε νομάρχη Ροδόπης. Η επίσκεψη του Γκιουρούν στα Πομακοχώρια το 1973 σκιαγραφείται σαν η «αποφασιστική» στιγμή για την «ψυχική απόσπαση των Πομάκων από την Ελλάδα» και «κάτι περισσότερο από έγκλημα».
 
► Vemund Aarbakke, «The Muslim minority of Greek Thrace» (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, University of Bergen 2000). Εξαντλητική επισκόπηση του μειονοτικού της Θράκης από έναν καθηγητή -πλέον- του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, αμετάφραστη δυστυχώς στα ελληνικά. Ειδική αναφορά στην περιοδεία του 1973, βάσει των απομνημονευμάτων του ίδιου του Γκιουρούν (σ. 186-7).

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας