Τα αίματα και τα ψέματα

may-trump.jpg

Η Τερέζα Μέι και ο Ντόναλντ Τραμπ με τους υπόλοιπους ηγέτες των G7 στην Ιταλία AP Photo/Emilio Morenatti

Εχει τα δίκια της η νέα «σιδηρά κυρία» της Αγγλίας, η Τερέζα Μέι, που τα έχει πάρει στο κρανίο με τις συνεχείς «διαρροές ασφαλείας» των αμερικανικών, ιδίως, μυστικών υπηρεσιών, μετά το νέο τρομοκρατικό χτύπημα στην Αγγλία.

Πράγματι, όσο περισσότερα πράγματα μαθαίνουμε για τον Σαλμάν Αμπέντι, τον νεαρό καμικάζι του Μάντσεστερ που πήρε μαζί του στον άλλο κόσμο 22 αθώες ψυχές, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να αποδεχτούμε το επίσημο «αφήγημα» των βρετανικών αρχών για το νέο μακελειό: ένα «στόρι» που παρουσιάζει τον ισλαμιστή αυτόχειρα ως περίπου άγνωστο στις αρχές «μοναχικό λύκο», που έδρασε αυτόνομα, χωρίς ισχυρή οργάνωση και συνεργούς.

Ψέματα! Οχι μόνον οι Εγγλέζοι ασφαλίτες γνώριζαν εδώ και πέντε τουλάχιστον χρόνια(!) τη «ριζοσπαστικοποίηση» και τις... αυτοκτονικές τάσεις τού (γεννημένου στο Μάντσεστερ, Βρετανού πολίτη, αλλά λιβυκής καταγωγής) Αμπέντι, αλλά και μοιάζει αδύνατον να μη γνώριζαν με κάθε λεπτομέρεια τις συνεχείς μετακινήσεις του στη Λιβύη, τη Συρία, την Τουρκία και άλλους όπως και να το κάνουμε... ύποπτους προορισμούς.

Για την ακρίβεια, λίγες μόνον ημέρες πριν από το μαζικό φονικό, ο Αμπέντι είχε βρεθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε επαφές με άλλους ισλαμιστές, και επέστρεψε στη Βρετανία μέσω Ντίσελντορφ – τη γερμανική πόλη όπου ζούσε και ο φονιάς της χριστουγεννιάτικης αγοράς του Βερολίνου, ο Ανις Αμρι.

Ολες οι τελευταίες αποκαλύψεις από βρετανικές, αμερικανικές και γαλλικές πηγές συγκλίνουν στο συμπέρασμα πως ο 22χρονος Αμπέντι -όπως και οι Γάλλοι αδελφοί Κουλιμπαλί και τόσοι άλλοι «γηγενείς» Ευρωπαίοι τρομοκράτες- δεν ήταν «ένα παιδάκι που σάλταρε», αλλά ένας «ψημένος», εκπαιδευμένος στη φωτιά της Συρίας ισλαμιστής μαχητής, η οικογένεια του οποίου διέθετε στενούς δεσμούς με τη λιβυκή αντιπολίτευση ενάντια στον Καντάφι.

Οι έγκυροι Financial Times έγραψαν μάλιστα πως είχε επισκεφθεί τη Λιβύη δύο φορές μέσα στο τελευταίο δωδεκάμηνο, επιστρέφοντας και τις δύο φορές μέσω της Πόλης.

Πώς εξηγείται τέτοια χαλαρότητα από τις βρετανικές αρχές ασφαλείας, όταν γνωρίζουμε ότι ήξεραν τα πάντα για το ιστορικό του;

Δεν εξηγείται – εκτός αν δεχτούμε την άβολη αλήθεια ότι ο νεαρός Βρετανο-Λίβυος απολάμβανε ιδιαίτερης, «πρακτόρικης» θα λέγαμε ασυλίας, που του επέτρεπε να μπαινοβγαίνει στη χώρα κατά το δοκούν.

Αυτή την άβολη αλήθεια που έχει κάνει τη Μέι να χάσει τον ύπνο της.

Δώστε βάση: εδώ και δεκαετίες, όλες ανεξαιρέτως οι βρετανικές κυβερνήσεις και υπηρεσίες (παρέα, φυσικά, με εκείνες των ΗΠΑ) καλλιέργησαν τις σχέσεις τους με ισλαμιστικές οργανώσεις σε χώρες-κλειδιά του περίφημου «άξονα του κακού», όπως η Λιβύη και η Συρία, με σκοπό -τι άλλο;- την ανατροπή των ενοχλητικών για τη Δύση καθεστώτων τους.

Μία τέτοια οργάνωση φανατικών σουνιτών σαλαφιστικού τύπου, η LIFG (Libyan Islamic Fighting Group) είχε για πολλά χρόνια την έδρα της στο Λονδίνο, συμμετέχοντας μάλιστα στην αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Καντάφι το 1996.

Ενας από τους πιο σκληρούς πυρήνες μελών της LIFG ζούσαν στο Μάντσεστερ και συγκεκριμένα στη συνοικία Whalley Range, πολύ κοντά στο πατρικό των Αμπέντι, στο Fallowfield.

Πάμε παρακάτω: ο πατέρας του καμικάζι, ο Ραμαντάν Αμπέντι, που συνελήφθη προχθές στην Τρίπολη, είναι γνωστός αντικανταφικός και μέλος του LIFG, που δουλεύει ως «σεκιουριτάς» στο αεροδρόμιο της πόλης, μια δουλειά που ως γνωστόν απαιτεί πολλαπλούς ελέγχους ασφαλείας.

Κι όταν ξέσπασε η... «αυθόρμητη» (αλλά, όπως ξέρουμε πια, εντελώς ξενοκίνητη) εξέγερση ενάντια στον Καντάφι, το 2011, ο πατήρ Αμπέντι έσπευσε πίσω στην πατρίδα του για να πολεμήσει, αναλαμβάνοντας μάλιστα και διοικητικό ρόλο-κλειδί σε μια από τις ισχυρότερες ισλαμικές πολιτοφυλακές της Τρίπολης, τη λεγόμενη «Κεντρική Μονάδα Ασφαλείας» (CSF).

Αλλά και η μητέρα του φονιά, η Σαμία Αμπέντι, μόνον άγνωστη στις αρχές δεν είναι, αφού είναι -σύμφωνα με την Daily Mail- πρώην συμφοιτήτρια, στενή φίλη και γειτόνισσα στο Μάντσεστερ της Ουμ Αμπντούλ Ραχμάν, της χήρας ενός κορυφαίου πρώην στελέχους της αλ-Κάιντα, του Αμπού αλ-Λίμπι.

Ο αλ-Λίμπι, για την ιστορία, συνελήφθη στην Τρίπολη το 2013 από Αμερικανούς κομάντο και πέθανε κρατούμενος από καρκίνο, δύο χρόνια αργότερα.

Το θρίλερ έχει και συνέχεια: σε επίσημη ανακοίνωσή της μετά το μακελειό στο Μάντσεστερ, η «εμφυτευμένη» από τους ξένους επικυρίαρχους αλλά ουσιαστικά ανύπαρκτη και... περιφερόμενη από πόλη σε πόλη λιβυκή κυβέρνηση του Αμπντουλάχ Θίνι κατηγορεί ευθέως τη βρετανική κυβέρνηση και προσωπικά τον προκάτοχο της Μέι, τον Ντέιβιντ Κάμερον, για υπόθαλψη τρομοκρατών και υποστήριξη τρομοκρατικών οργανώσεων!

Ο Θίνι έχει κάθε λόγο να εξοργίζεται με τους Εγγλέζους, καθώς οι ισλαμιστές πολιτοφύλακες -σαν τη CSF του μπαμπά Αμπέντι- συνέβαλαν στον διωγμό του από την Τρίπολη το 2013: καταγγέλλει λοιπόν τον Κάμερον ότι υποστήριξε ενεργά ισλαμιστικές τρομοκρατικές ομάδες που «όχι μόνον καταστρέφουν τις πόλεις μας, αλλά επιχειρούν να μετατρέψουν τη Λιβύη σε εξαγωγέα τρομοκρατίας προς όλον τον πλανήτη»!

Το έργο αυτό, της άρρητης και κοντόθωρης «κολεγιάς» με το τέρας του ισλαμισμού από τους... δόκτορες Φρανκενστάιν της Δύσης, δεν είναι φυσικά καινούργιο - το έχουμε δει ξανά και ξανά στο Αφγανιστάν με την αλ-Κάιντα, στο Ιράκ με τους σουνίτες «πρόγονους» του ISIS, στη Συρία με την αλ-Νούσρα και πάει λέγοντας.

Πώς είναι όμως δυνατόν όλοι αυτοί οι πανέξυπνοι και παντοδύναμοι «Τζέιμς Μποντ» να μη μαθαίνουν από τα λάθη τους;

Πώς μπορεί κανείς να αποσείσει τη φρικτή υποψία ότι οι ανά τον κόσμο ασφαλίτες διαιωνίζουν ηθελημένα τον φαύλο κύκλο της βίας, «κατασκευάζοντας» εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς, προκειμένου να επεκτείνουν και να αναπαράγουν την παγκόσμια εξουσία τους;

Το έγραψα και την επομένη του χτυπήματος στο κύριο άρθρο της εφημερίδας, και το επαναλαμβάνω εδώ: βολεύει πολύ τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης να επιμένουν να εστιάζουν στις εικόνες τρόμου και τα ματωμένα παιδάκια και να προσπερνάνε με ευκολία τις γενεσιουργές αιτίες του φαινομένου - ανάμεσα σε άλλες, τις συνεχιζόμενες μετα-αποικιοκρατικού τύπου παρεμβάσεις των «πολιτισμένων» Δυτικών στον ισλαμικό κόσμο και τα καθημερινά λουτρά αίματος και τις σφαγές αμάχων σε μουσουλμανικά, πρωτίστως, κράτη, όπως η Συρία και το Ιράκ.

Αλλά και τους καθημερινούς πνιγμούς μουσουλμάνων, κυρίως, συνανθρώπων μας προσφύγων στα ανοιχτά τής (τόσο βολικά ακυβέρνητης) Λιβύης, ή τον τρομερό λιμό και τις επιδημίες στην άτυχη Υεμένη και το νεότερο κράτος του κόσμου, το νότιο Σουδάν.

Η άβολη αλήθεια όμως είναι πως, όσα τείχη κι αν υψώσουμε, όσο παχύδερμη ανοχή κι αν αποκτήσουμε απέναντι στον οργανωμένο τρόμο, η απάντηση σε αυτές τις επιθέσεις δεν μπορεί ποτέ να είναι περισσότερη καταστολή και υποχώρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών για χάρη της ασφάλειας: αντίθετα, αυτή είναι η τέλεια συνταγή για τη διαιώνιση του φαύλου κύκλου της τρομοκρατίας, από τη στιγμή μάλιστα που, όπως βλέπουμε, οι περισσότεροι ισλαμιστές τρομοκράτες είναι γηγενείς υπήκοοι των κρατών και συχνά «γέννημα θρέμμα» των πόλεων που αιματοκυλούν.

Μόνη βιώσιμη λύση, σε βάθος χρόνου, λοιπόν, είναι ο τερματισμός των πολέμων και το «άνοιγμα» των ευρωπαϊκών κοινωνιών στους πρόσφυγες και στα παιδιά τους.

Αλλιώς, θα ζούμε πάντα με τον τρόμο της επόμενης επίθεσης.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας