Robert Mapplethorpe: Πολλαπλές αναγνώσεις ενός αιρετικού έργου

foto11.jpg

Ken Moody and Robert Sherman, 1984 Ken Moody and Robert Sherman, 1984 | Robert Mapplethorpe

Η συζήτηση που έχει ανοίξει τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα σχετικά με τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, την ταυτότητα φύλου, τα ζητήματα που βάζει η LGBTQI+ κοινότητα, αλλά και γενικότερα ό,τι αφορά τις έμφυλες σχέσεις και τον σκληρό πυρήνα τους, τις ερωτικές σχέσεις, θα μπορούσε να πει κάποιος ότι τελικά έχει -μεταξύ άλλων- ως βασικό επίδικο ακριβώς τη δυνατότητα αυτή, να αποτελεί κομμάτι της δημόσιας σφαίρας, να αποτελεί κάτι εξίσου ορατό με οτιδήποτε άλλο.

Κάτι που να υπερβαίνει το δίπολο ανάμεσα στο ταμπού και το φετίχ εντός μιας αυστηρά ιδιωτικής σφαίρας.

Μέρος αυτών των διαδικασιών, η εικόνα τους, η οπτική-φωτογραφική τους (ανα)παράσταση έχει διεκδικήσει εδώ και χρόνια την ορατότητα αυτή. 

Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση στον χώρο της φωτογραφίας είναι αυτή του διάσημου Αμερικανού φωτογράφου Robert Mapplethorpe.

Ενα σημαντικό μέρος της δουλειάς του, αυτό που προκάλεσε και τη μεγαλύτερη αναστάτωση, καταπιάστηκε με τον ομοερωτισμό και με την B.D.S.M. κοινότητα της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του 1970. Αναστάτωση που γιγαντώθηκε την άνοιξη του 1989 -αμέσως μετά τον θάνατό του λόγω επιπλοκών οφειλόμενων στον HIV.

Επάνω από αριστερά: Αυτοπορτρέτο, -1980, Αυτοπορτρέτο, 1977. Κάτω: Thomas, 1987 - Ken and Lydia and Tyler, 1985 Επάνω από αριστερά: Αυτοπορτρέτο, -1980, Αυτοπορτρέτο, 1977. Κάτω: Thomas, 1987 - Ken and Lydia and Tyler, 1985 | Robert Mapplethorpe

Μια πραγματική θύελλα πανεθνικής εμβέλειας ξεσηκώθηκε στις ΗΠΑ, με αφετηρία την απόφαση της αστυνομίας στο Οχάιο να βάλει λουκέτο, στις 7 Απριλίου 1989, στην έκθεση «The Perfect Moment», που μόλις είχε εγκαινιαστεί στο Contemporary Arts Center.

Είχε προηγηθεί η ακύρωση της αντίστοιχης έκθεσης του Mapplethorpe στην Corcoran Gallery of Art στην Ουάσιγκτον, η οποία είχε χρηματοδοτηθεί εν μέρει από το Εθνικό Κληροδότημα για τις Τέχνες.

Δημοσιογράφοι, φανατικοί θρησκόληπτοι, τεχνοκριτικοί, δικαστήρια, ακόμα και το ίδιο το Κογκρέσο ενεπλάκησαν σε μία αντιπαράθεση η οποία είχε βασικά θέματα το αν οι φωτογραφίες του Mapplethorpe είναι τέχνη ή πορνογραφία, το αν έχουν θέση σε μουσεία και το αν μια τέτοια δουλειά δικαιούται χρηματοδότηση από το κράτος, και έφερε στο προσκήνιο για άλλη μια φορά τη γνωστή φιλολογία περί του αν επιτρέπονται όλα στο όνομα της τέχνης. 

Συντηρητικοί κύκλοι, με το επιφανειακό επιχείρημα ότι φωτογραφίες που απεικονίζουν ή αναπαριστούν με λεπτομέρειες ομοφυλοφιλικές, σαδομαζοχιστικές περιπτύξεις αποτελούν de facto προσβολή της δημοσίας αιδούς και, συνυπολογίζοντας τη φιλικά προσκείμενη στάση του φωτογράφου σε σχέση με τις καταστάσεις αυτές, τις καταδίκασαν απερίφραστα. Και αποφάνθηκαν ότι ούτε χρηματοδότηση από το κράτος αρμόζει σε κάτι τέτοιο ούτε έχει θέση σε μουσεία.

Καθώς ακόμα και αν αποτελούν κάποιο είδος τέχνης, τότε πρόκειται, όπως έγραψε στους New York Times ο Hilton Kramer, για «αποτυχημένη και επιζήμια τέχνη», και συνειρμικά μας έρχονται στον νου οι αντιλήψεις και πρακτικές των ναζί σχετικά με ό,τι θεωρούσαν «εκφυλισμένη τέχνη». 

Στον αντίποδα, εμβληματικές φιγούρες, όπως ο Arthur Danto και η Suzan Sontag, βρίσκονταν στο πλευρό του Mapplethorpe (η τελευταία μάλιστα είχε εκφράσει δημόσια την εκτίμησή της καιρό πριν ανοίξει τόσο ευρέως η κουβέντα).

Η καλλιτέχνις Veronica Vera, επίσης στους New York Times, ισχυρίστηκε ότι το έργο του αποδομεί τις κατεστημένες αντιλήψεις περί πορνογραφίας και συμβάλλει στο να ξεφορτωθεί η κοινωνία όλες εκείνες τις προκαταλήψεις που αφορίζουν και γκετοποιούν πτυχές της σεξουαλικότητας.

Η Kay Larson στο New York Magazine απέδωσε στο έργο την αξία ενός κοινωνικού ντοκουμέντου με διεισδυτικότητα αντίστοιχη του θρυλικού φωτογράφου Weegee και με φορμαλιστικές αρετές επιπέδου Edward Weston, ενώ η Ingrid Sischy δεν δίστασε να αναγνώσει σε αυτό ακόμα και ενδεχόμενες διαστάσεις σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. 

Jim, Sausalito, 1977 Jim, Sausalito, 1977 | Robert Mapplethorpe

Αξιοσημείωτες βέβαια υπήρξαν και ορισμένες πιο σύνθετες απόψεις που εκφράστηκαν, όπως αυτή του Stuart Morgan στο Artforum, ο οποίος ενώ υπερασπίστηκε το έργο στους βασικούς άξονες αντιπαράθεσης που άνοιξαν, ανέδειξε ωστόσο κάποιες επιπλέον όψεις του οι οποίες σχετίζονται με μια πιθανή αντικειμενοποίηση των μαύρων αντρών και μια υποβάθμισή τους, με εξουσιαστικό τρόπο, απλώς σε σεξουαλικά αντικείμενα.

Δεν έλειψαν ακόμα και αντιδράσεις εκ μέρους ομοφυλόφιλων, οι οποίοι παρέθεσαν το επιχείρημα ότι η συνύφανση από τον Mapplethorpe της ομοφυλοφιλίας με τον σαδομαζοχισμό και με «σκοτεινές» όψεις της σεξουαλικής δραστηριότητας, δεν βοηθούσε στον δημόσιο λόγο την gay κοινότητα να υπερασπιστεί την ομοφυλοφιλία ως κάτι εξίσου υγιές με την ετεροφυλοφιλία. 

Η υπόθεση αυτή με εμφατικό τρόπο έκανε παραπάνω από σαφή την ανεπάρκεια του δόγματος «η τέχνη για την τέχνη» στην ερμηνεία και την κριτική, αναδεικνύοντας γλαφυρά το ότι η καλλιτεχνική πρακτική είναι ένα μείζον κοινωνικό φαινόμενο διόλου αποκομμένο από τις υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις και αποτελεί ένα κατεξοχήν πεδίο σύγκρουσης. Είναι ο πιο ευαίσθητος παλμογράφος των κάθε φορά υπόγειων ρευμάτων που κοχλάζουν.

Και ο καλλιτέχνης αντικειμενικά, είτε εμπρόθετα είτε όχι, με κάθε του χειρονομία παίρνει θέση.

Και όταν το έργο του Mapplethorpe, κλονίζοντας κάθε πολιτική ορθότητα, έθεσε τα παραπάνω ζητήματα στη δημόσια σφαίρα, φανέρωσε ότι αυτά κάθε στιγμή αντανακλούν διακυβεύματα μεταξύ αντιτιθέμενων ιδεολογιών, εν μέσω ενδογενών αντιφάσεων των εμπλεκόμενων μερών, είναι «οχυρά» σε έναν μακρόχρονο «πόλεμο θέσεων». 

Οι απαντήσεις βέβαια εκπορεύονται από το θεωρητικό πλαίσιο και τα συνακόλουθα κριτήρια που τίθενται κάθε φορά.

Και αν τοποθετήσουμε το έργο του Mapplethorpe στη μεγάλη εικόνα της ιστορίας της φωτογραφίας, αλλά και της πολιτικής ιστορίας, θα δούμε μια πραγματικά κομβική συμβολή.

Από τη μία, συνεχίζοντας (με ένα δικό του ύφος) μια παράδοση που συναντούμε στον Lewis Hine και στον Brassai, καταφέρνει να μιλήσει για εξοβελισμένες κοινωνικές ομάδες με όρους υψηλής αισθητικής αρτιότητας που πια αναγνωρίζεται από τους σημαντικότερους φωτογραφικούς θεσμούς διεθνώς, κάτι που απαντά πια και στο αν είναι τέχνη.

Από την άλλη, φέρει μια πολιτική τόλμη που βάζει τα θεμέλια για την ορατότητα εκατομμυρίων ανθρώπων στον δημόσιο βίο και μετατοπίζει τον προβληματισμό από το ερώτημα αν όλα επιτρέπονται προς το ουσιαστικότερο ερώτημα, τι υπάρχει ανάγκη να λεχθεί.

Από τον «Φωτεινό Θάλαμο» του Ρολάν Μπαρτ δανειζόμαστε το όνομα για αυτόν εδώ τον χώρο. Μια σελίδα γεμάτη πληροφορίες και σύμβολα, που ψηλαφίζουν ασυνείδητες οπτικές, αναζητούν πολύπλοκους σημασιοδοτικούς μηχανισμούς, αιτιώδεις συνδέσεις και συνειρμούς, καταδηλώσεις και συνδηλώσεις, διαστάσεις που προσεγγίζονται μεθοδικά κι άλλες που διαφεύγουν.
Με όχημα τη φωτογραφική πρακτική επιχειρούμε να ανοίξουμε - και να ανοιχτούμε- (σ)τις απεριόριστες δυνατότητες της οπτικής ανάγνωσης. 

Επιμέλεια:  Ντίνα Δασκαλοπούλου, Δημήτρης Κεχρής, Ελένη Παγκαλιά.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας