«Πώς να μην έχει κανείς την τρελή ελπίδα για έναν κόσμο δικαιότερο;»

karistiani-630.jpg

 Ιωάννα Καρυστιάνη Η Ιωάννα Καρυστιάνη λέει πως «την ενδιαφέρουν εκείνοι που δεν έχουν αναλάβει να σώσουν τον κόσμο, ούτε την τιμή κανενός…» | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Θέλει να ζυγίζει σχολαστικά το τι θα γράψει, το τι θα πει. Στα μυθιστορήματά της, στα σενάρια που υπογράφει για τις ταινίες του Παντελή Βούλγαρη, στην κοινωνική της συναναστροφή, στις συνεντεύξεις της. Στα βιβλία της, με όχημα τον απλό καθημερινό άνθρωπο και με τρόπο συγκλονιστικά καίριο οδηγεί τον αναγνώστη στον πυρήνα της ύπαρξής του.

Συζητήσαμε με την Ιωάννα Καρυστιάνη με αφορμή «Το τελευταίο σημείωμα», που διαγράφει ήδη μια πετυχημένη πορεία στις κινηματογραφικές αίθουσες, και τα διηγήματά της που ανεβάζει στον Πολυχώρο «Αλεξάνδρεια» η Εύη Δημητροπούλου

Πήγα σε μία πρόβα – δεν μου αρέσει να μπλέκομαι στα πόδια κανενός εκτός κι αν μου το ζητήσουν. Συμφώνησα για τα διηγήματα παρ’ όλο που δεν ξέρω αν λένε κάτι σήμερα· έχω την αίσθηση ότι είναι παλιά. Αγαπώ, θαυμάζω τους ηθοποιούς. Ευάλωτοι, γενναίοι, εκτεθειμένοι απόλυτα, στη σκηνή μισό μέτρο από τον κόσμο· στο σινεμά με το πρόσωπό τους.

Και μόνο η εμπειρία των άπειρων οντισιόν που έχουν υποστεί προσδοκώντας έναν ρόλο ή ένα ρολάκι σε ταινία, παράσταση, τηλεοπτική παραγωγή – όταν υπήρχαν τέτοιες… Μια διαδικασία εξέτασης σε ελάχιστο χρόνο, τόσο κρίσιμη γι’ αυτούς. Και πόσο δύσκολη η απόρριψη, όχι επειδή είναι κακοί, αλλά για λόγους τεχνικούς, δεν ταιριάζει το φιζίκ, η μενταλιτέ στο σύνολο που χτίζει ο σκηνοθέτης

• Γράφετε ιστορίες ανθρωποκεντρικές. Κι έχει κανείς την αίσθηση ότι οι ήρωές σας είναι διαλεγμένοι λες και πρόκειται για ανθρώπους δικούς σας, φίλους, πλάσματα που αγαπάτε.

Θέλω να χτυπάω πόρτες καθημερινών ανθρώπων, βιοπαλαιστών που ζουν σε άδοξες γειτονιές, σε ταπεινά σπίτια, που ξέρουν ότι ολομόναχοι παλεύουν τη ζωή μην περιμένοντας από αλλού τη λύση.

Στα διηγήματα τρέχω καρφί σ’ αυτούς. Σαν να κάνω μαζί τους έναν περίπατο. Σκύβω πολλές ώρες πάνω από έναν χαρακτήρα, να φανταστώ το οικογενειακό μπακράουντ, τις προσδοκίες, το περιβάλλον, τις επιθυμίες που εκπληρώνονται ή όχι, τις επιθυμίες που δεν θα εκπληρωθούν ποτέ. Θεωρώ τη ρουτίνα ευλογημένη, στα βιβλία μου διυλίζω το τετριμμένο. Η εποχή μας είναι καταιγιστική σε ηχηρά γεγονότα.

Δεν το εμπιστεύομαι το ηχηρό· το φοβάμαι, παρ’ όλο που αναγνωρίζω την αξία της «εν βρασμώ» τέχνης, αυτής που έχει μια άμεση τοποθέτηση στο σήμερα. Γράφω, σβήνω, σχίζω, μουντζουρώνω, ξαναγράφω. Μου αρέσει το «εν καιρώ», όταν καταλαγιάζουν τα πράγματα, όταν αποκτάς σφαιρική εικόνα των πραγμάτων. Θέλω να λαμβάνω πάντα υπόψη αυτό που αποκαλούμε «λαϊκό κόσμο»· έχω μια αγωνία μην ξεκόψω.

Γιατί αυτός είναι ο πραγματικός κόσμος, αυτό είναι το πλήθος που συναποτελεί τη συλλογική εμπειρία, την κοινή πορεία μας, κι όχι η «κορυφογραμμή» των μεγάλων προσωπικοτήτων, των σημαντικών, των ξεχωριστών στιγμών.

• Ο φόβος μιας αλλοτρίωσης που συνδέεται, ίσως, με την ιδεολογία των νεανικών χρόνων;

Καταρχάς με την καταγωγή μου, προέρχομαι από μια λαϊκή, πολύτεκνη οικογένεια. Αυτός ήταν και είναι ο κόσμος μου. Εχουμε ελάχιστους φίλους από το σινάφι, κινηματογραφικό ή συγγραφικό. Οι περισσότεροι δικοί μας άνθρωποι, άσχετοι με τις δουλειές μας, είναι απ’ όλη την Ελλάδα, από τη γειτονιά. Ανθρωποι με ανοιχτή καρδιά, ανυστερόβουλοι, όπου δεν απαιτείς, δεν απαιτούν.

Μοιράζεσαι το τσίπουρο, μπορείς να μην κρύβεις το βλέμμα σου, κοιτάζεις ίσια στα μάτια χωρίς να φοβάσαι ή να φοβούνται κάτι. Σχέσεις γνήσιες, ειλικρινείς, ανθεκτικές στον χρόνο που εκφράζονται με λόγια ή με πολλές σιωπές –δεν χρειάζονται πάντα οι λέξεις–, μέσα από έναν περίπατο, ένα τραπέζι.

Κοντά τους δεν ακούω βαρετά ελληνικά, νιώθω ότι, πραγματικά, με κερνούν θαλπωρή. Δεν με ενδιαφέρουν όποιοι νομίζουν ότι η Ιστορία αρχίζει από το έτος γεννήσεώς τους, αλλά εκείνοι που δεν έχουν αναλάβει να σώσουν τον κόσμο, ούτε την τιμή κανενός…

• Σας έχει συμβεί να χάσετε το κέντρο σας, να ξεστρατίσετε;

Κάποιες φορές συνέβη να ξεκόψω, να ξεχαστώ, να αφεθώ σε μια ιδιώτευση που δεν μου έκανε καλό. Την ώρα του γραψίματος πρέπει να κατεβάσεις ρολά, να απομονωθείς, με την προϋπόθεση όμως ότι είσαι μέσα στην κοινωνία, την αφουγκράζεσαι, συναποτελείς συνειδητά μέρος, μέλος της.

Οταν συγκεντρώνεσαι οφείλεις να έχεις τον έλεγχο, να τσεκάρεις από μικρή απόσταση, να ζυγίζεις ξανά τα πράγματα – να είσαι μόνος όταν ζυγίζεις, χωρίς κόσμο τριγύρω που θα σε σπρώχνει εδώ κι εκεί. Για να εμπιστευτείς το ένστικτό σου, τη ματιά που πρέπει να είναι ολόδική σου. Οπως δικό σου θα είναι το αποτέλεσμα, η ευθύνη, είτε καταφέρεις κάτι είτε αποτύχεις.

• Πότε ο συγγραφέας νιώθει ότι «το έχει», πότε γράφει την τελευταία λέξη;

Δεν υπάρχει τελευταία λέξη ούτε στην τέχνη ούτε στην επιστήμη ούτε στην έρευνα ούτε στη ζωή. Εκεί που έχεις τελειώσει, κάποιος άλλος θα συνεχίσει καλύτερα, θα το δει από άλλη γωνία, θα προσθέσει ένα στοιχείο που εσύ δεν το βρήκες αλλά ήταν εκεί.

Πρέπει να είμαστε προσγειωμένοι, δεν κομίζει κανείς καινούργιους χαρακτήρες· μεταπλάθει λογοτεχνικά υπάρχουσες εμπειρίες της πραγματικότητας, ενσωματώνει πράγματα με τον δικό του τρόπο στην ενιαία διαχρονική παρακαταθήκη.

• Πόσο διαφορετική γίνεται η διαδικασία γραφής στον συνεργατικό κόσμο του κινηματογράφου;

Στο βιβλίο είσαι μόνος, με το κεφάλι στον ντορβά. Το σενάριο δεν είναι ολοκληρωμένη καλλιτεχνική δημιουργία· είναι υποσχετική, ένα προσύμφωνο δημιουργίας.

Ακόμα κι αν έχεις κάνει πενήντα διορθώσεις, δεν υφίσταται αν δεν γίνει εικόνα. Πρέπει να πάει στα χέρια ηθοποιών, διευθυντή φωτογραφίας, παραγωγού –για λόγους ανωτέρας βίας όπου και… προσγειώνεσαι– και πάνω απ’ όλα του σκηνοθέτη που έχει την τελική ευθύνη.

Θα εκφέρουν γνώμη, θα δώσουν την όποια δική τους ανατρεπτική διάθεση. Ε, όλο αυτό είναι άσκηση ταπεινοφροσύνης για τον συγγραφέα, ο οποίος με τον καιρό έχει αναπτύξει μια αυταρέσκεια…

• Κυριεύεται από τις λέξεις;

Και νομίζει ότι έχει τον απόλυτο έλεγχο στα πράγματα ή την επιδεξιότητα να την κοπανήσει όπου εντοπίζει για τον εαυτό του κάτι που δεν του αρέσει… Με τον Παντελή έχω την εμπειρία. Δεν θα κάνω τρελά πράγματα, να γράψω δηλαδή σκηνές με τρεις χιλιάδες κομπάρσους… Ξέρω πια καλά την κινηματογραφική πραγματικότητα.

Κουβεντιάζουμε, εδώ η λέξη χρειάζεται, εκεί όχι. Σε συνεργασία με ηθοποιούς ή σκηνοθέτη γίνονται κάποιες αλλαγές. Στο γύρισμα είμαι στρατιώτης.

Ο,τι γράφω θα το πει ο ηθοποιός, η φράση πρέπει να χωράει στο στόμα του, να μη «γδέρνει τον λαιμό του»… Η εμπειρία των γυρισμάτων –είμαι παρούσα μέχρι το μοντάζ, μ’ ένα μπλοκάκι στο χέρι– μου κάνει καλό και στο γράψιμο. Το γύρισμα κάθε ταινίας είναι από μόνο του μυθιστόρημα. Με πρωταγωνιστές, δεύτερους ρόλους, κομπάρσους, ανατροπές, διαπλεκόμενες ιστορίες, διαφορετικές προσδοκίες και τον παράγοντα του απροόπτου παρόντα.

• Και η κριτική; Είναι καλοδεχούμενη;

Τελειώνοντας κάτι, έχοντάς το ψάξει από παντού, ξέρω βαθιά μέσα μου τι έχω καταφέρει και τι όχι. Επειδή έχω ανατρέψει, αναδιατάξει, διαγράψει και ξαναγράψει τα πάντα, γνωρίζω –ακόμα κι αν ο κριτικός δεν το προσέξει– τα δύσκολα σημεία, ότι εκεί απέκρυψα, με κάποιον τρόπο, μια αδυναμία μου.

Προσπαθώ να είμαι ψύχραιμη στην κριτική εξετάζοντας την πρόθεση του γράφοντος, το ειλικρινές ενδιαφέρον του. Αν ο κρίνων το καλλιτεχνικό έργο αγαπάει την τέχνη, τους δημιουργούς, τότε είναι αποδεκτή και η αυστηρότερη κριτική. Οπως όλοι οι άνθρωποι στη δουλειά τους, έχουμε βιώσει την εμπειρία της αποτυχίας.

Στον χώρο μας, ξέρω από συναδέλφους του Παντελή και των παιδιών μου, αργούμε πάρα πολύ να συνέλθουμε από την αποτυχία. Επωμιζόμαστε το καλλιτεχνικό και το οικονομικό κόστος, πληρώνουμε σπασμένα, χτυπάμε το κεφάλι μας, λιώνουμε στην αυτοκριτική αν δώσαμε όλες τις δυνάμεις μας.

Οι καλλιτέχνες είναι απροστάτευτοι, γίνονται βορά στο μένος και την πολιτική ελαφρότητα. Ακόμα κι όταν δηλώνουν αυθόρμητα μια πολιτική προτίμηση – το είδαμε τελευταία. Και βλέπουμε εκείνους που πηγαινοέρχονται στα ΜΜΕ κρίνοντας και κατακρίνοντας, να ξεπερνούν τις... πατάτες τους, να συνεχίζουν με την ίδια φόρα και άνεση.

ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

• Επτά αδέλφια επιστρέφουν στον μίτο της οικογένειας επιχειρώντας μια καθαρτήρια κατάβαση σ’ ένα κρητικό φαράγγι. Πώς προέκυψε «Το φαράγγι»;

Αυτή τη διαδρομή χωρίς παιδιά και συζύγους την κουβεντιάζαμε με τα αδέλφια μου. Δεν την πραγματοποιήσαμε· την έκανα εγώ μέσα από το βιβλίο. Μπήκα στο Φαράγγι για να ολοκληρώσω μια υποχρέωση που αισθανόμουν.

Αλλαξα τα πρόσωπα, δεν πρόκειται για τις ιστορίες των αδελφών μου. Μέσα από τη διακύμανση της ζωής του καθενός στα χρόνια, με έμμεσο και επίμονο τρόπο, ήθελα να φτάσω από τα παλιά στα σημερινά. Εδωσα στον αναγνώστη την αρμαθιά των «κλειδιών» για τα πρόσωπα, αλλά στη διάρκεια της διαδρομής δεν έγιναν εκπυρσοκροτήσεις.

Ηθελα να υπάρχει, συνειδητά, το βάρος της απόκρυψης και το βάρος της εκμυστήρευσης. Δεν υπάρχουν άνθρωποι ανοιχτά βιβλία, όπως λέμε. Καθένας μέσα του είναι ένα βιβλίο με σελίδες σχισμένες, θολές, δυσανάγνωστες.

• Η θάλασσα, κυρίαρχη στο «Σουέλ», τη «Μικρά Αγγλία», μ’ έναν τρόπο διαπερνάει όλα σας τα βιβλία.

Μια τζούρα θάλασσας υπάρχει παντού, ακόμα και στα «Σακιά». Αγαπώ πολύ τους ναυτικούς – το ένιωσα στην Ανδρο. Οταν το 1989 πάτησα εκεί το πόδι μου, δεν μου άρεσε. Εβλεπα κυπαρίσσια δίπλα στη θάλασσα, το τέλεια διατηρημένο αρχιτεκτονικό σύνολο με τα νεοκλασικά στη Χώρα δεν μου έλεγαν τίποτα. Συνάντησα έναν παλιό συμφοιτητή από τη Νομική, με κάλεσε για καφέ.

Και τότε είδα στον τοίχο πέντε μαυρόασπρες φωτογραφίες ναυτικών. Συνειδητοποίησα ότι βρίσκομαι σ’ ένα από τα πολλά σπίτια του νησιού, λαβωμένα από ναυάγια. Αντρες παραγωγικής ηλικίας στη θάλασσα και γυναίκες πίσω χωρίς σύζυγο, άντρα, αδελφό, πατέρα. Να ζουν με την αγωνία του κακού μαντάτου: χάθηκε το καράβι σύψυχο.

Πώς σηκώνει ένας τόπος τέτοιο φορτίο πένθους; Το σώμα του ναυτικού να χάνεται στον μακρινό ωκεανό, να μην επιστρέφει για την ταφή στη γενέθλια γη. Με τάραξε η μη κανονικότητα αυτής της κοινωνίας, η ματιά πάνω σ’ αυτό που λέμε ανθρώπινη ύπαρξη, ανθρώπινη περιπέτεια.

Υπάρχει ένα ιδιότυπο στοιχείο μελαγχολίας σ’ αυτήν τη συλλογική ταυτότητα, ίσως εξαιτίας του μεγάλου πένθους που σηκώνει η κοινωνία. Δεν ήταν το τι μου έλεγαν, ή ό,τι έβρισκα στα αρχεία. Ηταν αυτά τα φευγάτα βλέμματα. Τους κοίταζα στα μάτια κι έβλεπα τη μοναχικότητα, την ευθύνη του ταξιδιού, τον ίδιο τον ειρηνικό ωκεανό.

• Τι γράφετε τώρα;

Καμιά φορά αναρωτιέμαι: δικαιούμαι να γράφω; Δεν έχω ούτε αυτοεκτίμηση ούτε αυτοπεποίθηση. Κάνω απολογισμούς και το ισοζύγιο δεν είναι ενθαρρυντικό. Μη με ρωτήσετε το γιατί… Αλλά ναι, γράφω, δεν ζω χωρίς να μουντζουρώνω κάτι. Ισως γιατί μόνο με το χαρτί και το μολύβι ξεκλέβω ανάσες ελευθερίας.

Εχω μια βαλίτσα χειρόγραφα. Πρέπει να ελέγξω αν αντέχουν μέσα μου, το τι και το πώς. Να τα ξαναζυγίσω με νηφαλιότητα. Δεν μπορείς να μιλήσεις για τη ζωή αν δεν έχεις στοχαστεί πάνω στον θάνατο, στο πένθος. Και αντιστρόφως, αν δεν έχεις βιώσει το δοξαστικό της ζωής, τι να πεις για την απώλεια;

• Εξοικειωνόμαστε ποτέ με τον θάνατο;

Και πώς να μιλήσεις γι’ αυτόν χωρίς να παρασυρθείς σε λόγο βαρύγδουπο, άσκοπο, άστοχο, ασταθή; Ολα είναι ζωή κι όλα είναι θάνατος ταυτόχρονα. Αδιάσπαστος ο δεσμός με τη θνητότητα, θέλοντας και μη είναι συνεχώς μπροστά μας. Γι’ αυτό, ξαναλέω, με τους απλούς, συνηθισμένους ανθρώπους παίρνω τα καλύτερα μαθήματα. Εκεί αντλείς και κουράγιο και υλικό για αναστοχασμό, επανάγνωση πολλών που νομίζεις, τάχα, ότι κατέχεις.

Εκεί, στον «κόσμο του κιλού» που λέω εγώ, οι συνθήκες αποτυπώνουν την πιο αξιόπιστη και αδιάψευστη μαρτυρία για το αχανές της ανθρώπινης περιπέτειας. Εκεί, στο καντάρι της καθημερινότητας και των διακυμάνσεών της ζυγίζονται όλα. Εκεί η έννοια της δικαιοσύνης αποκτά σοβαρότητα – δίχως αυτή δεν υπάρχει μνήμη.

Πολιτική: η τέχνη του επιτρεπτού

• Θα λέγατε ότι είστε ακόμα αριστερή;

Ναι, πάντα θα είμαι αριστερή. Στο πέρασμα της ιστορίας, συχνά με ευθύνη των ίδιων των κομμάτων-φορέων της μαρξιστικής ιδεολογίας, έγιναν λάθη που εν τέλει δυσφήμησαν αυτόν τον χώρο.

Πώς να τη βγάλει κανείς χωρίς την τρελή ελπίδα, την ονειροπόληση ότι κάποτε θα γίνουν όλα πιο δίκαια για τον κόσμο; Να μην αποζητά να γίνουν αλλιώς τα πράγματα, ειδικά σήμερα που η ψαλίδα ανάμεσα στον πλούτο και τη φτώχεια ανοίγει πια προκλητικά, χωρίς προσχήματα; Οταν ξέρεις ότι 33 τρισεκατομμύρια δολάρια είναι παρκαρισμένα σε φορολογικούς παραδείσους. Κι ότι μόνο το 10% να είχε φορολογηθεί δεν θα υπήρχε Εμπολα, πείνα στον Τρίτο Κόσμο.

• Και η δική μας… κυβερνώσα Αριστερά;

Αισθάνομαι ότι τα πράγματα μπαίνουν κάπως σ’ ένα αυλάκι εξόδου από τη λεγόμενη κρίση, όμως διολισθαίνουν ξανά προς στην ίδια κοίτη, στην πεπατημένη του γνωστού πολιτικοοικονομικού συστήματος. Ακούμε πως η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού.

Αλλά εφικτό μπορεί να είναι κάτι πέρα των όσων βλέπουμε να πραγματώνονται. Νομίζω ότι πολιτική είναι η τέχνη του επιτρεπτού από τους ισχυρούς πολιτικά και οικονομικά, κι αυτό με αποκαρδιώνει.

• Τι μπορεί να είναι εφικτό;

Να πάρει ο κόσμος τη ζωή του στα χέρια του. Δύσκολο πράγμα η βούληση, η απόφαση για κάτι τέτοιο, μετά από απανωτές δοκιμασίες διάψευσης. Οι άνθρωποι είναι φοβισμένοι, μοιρολάτρες, κάποιοι γίνονται απαθείς, κυνικοί, τραμπούκοι.

«Δεν ξέρω πόσο αναγκαία είναι μια συνέντευξη, αν βοηθάει, αν παίζει κάποιον διαμεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα στο κοινό και το καλλιτεχνικό έργο· οι δημοσιογράφοι ξέρετε καλύτερα. Κάποιοι αισθάνονται άνεση· εγώ αγχώνομαι, φοβάμαι την καταφυγή σε μια βολική ρητορεία.

Μου έχει τύχει να σκεφτώ τη σωστή απάντηση σε ερώτηση, δηλαδή την πιο ακριβή, ειλικρινή, δεκαπέντε μέρες μετά τη συνέντευξη…Πιο έγκυρη είμαι στα διηγήματα ή μυθιστορήματά μου, γιατί το παιδεύω από πεντακόσιες μεριές. Ακόμα κι εκεί, κάποτε, συμβαίνει να νιώθω ότι κάτι μείζον μου διέφυγε, συχνά μάλιστα ξέρω ποιο είναι»…

Η τέχνη δεν είναι κομματικό συνέδριο

Με το «Τελευταίο σημείωμα» περίμενα μια αντικομμουνιστική υστερία και πέσαμε σε φιλοκομμουνιστική… Ο Παντελής δεν ήρθε ουρανοκατέβατος – η δουλειά, η εντιμότητά του είναι γνωστή. Αν στόχευε σε κάποιου είδους αναθεωρητισμό, όπως επισημάνθηκε στην εφημερίδα σας προτού ακόμα η ταινία βγει στις αίθουσες, δηλαδή να αποσιωπήσει τον ρόλο του ΚΚΕ στη διάρκεια της κατοχής, θα επέλεγε την ιστορία των διακοσίων της Καισαριανής;...

«Το τελευταίο σημείωμα» «Το τελευταίο σημείωμα» | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Η επιλογή του συγκεκριμένου θέματος μαρτυρά, μ’ έναν τρόπο, πολιτική δήλωση για την παραδοχή του ρόλου του κομμουνιστικού κινήματος τότε. Γι’ αυτό ακριβώς βρήκα το σχόλιο άδικο, βιαστικό. Γνωρίζω την έπαρση στεγνά κομματικοποιημένων ανθρώπων που «ξέρουν» και «προβλέπουν» τα πάντα αρνούμενοι να αφεθούν στην τέχνη, να νιώσουν και να εισπράξουν ό,τι δεν γίνεται να πάρουν από μια πολιτική διακήρυξη, ένα διάγγελμα, την ανακοίνωση μιας κεντρικής επιτροπής.

Η τέχνη δεν κάνει κομματικό συνέδριο. Δεν είδαμε τα πρόσωπα της ταινίας σαν σπέσιαλ εφέ, αλλά ως καθημερινούς ανθρώπους, κάποιοι εξ αυτών έμειναν για τις ιδέες τους οκτώ χρόνια σε φυλακές και εξορίες αφήνοντας πίσω οικογένειες. Μερικές φορές αναρωτιέσαι αν αξίζει τον κόπο. Μια ταινία εποχής κοστίζει, ποτέ δεν φέρνει πίσω χρήματα στους παραγωγούς, δεν πρόκειται να βγάλει τα έξοδά της.

Γι’ αυτό με στενοχωρούν παιχνίδια στην καμπούρα όσων μόχθησαν και ζύγισαν πολύ σοβαρά γιατί χρειάζεται μια τέτοια ταινία – μακάρι να γίνονταν περισσότερες. Ειδικά σε μια εποχή που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει γεμίσει από ναζιστικά κόμματα έτσι όπως τα έχουν καταφέρει οι φοβερές πολιτικές ηγεσίες.

Πολυχώρος Τέχνης «Αλεξάνδρεια» (Σπάρτης 14, πλ. Αμερικής, τηλ.: 210-8673655). «Ψυχή στα μανταλάκια». Από τα διηγήματα «Η κυρία Κατάκη» και «Καιρός Σκεπτικός» της Ιωάννας Καρυστιάνη. Διασκευή-Σκηνοθεσία-Φωτισμοί: Εύη Δημητροπούλου. Σκηνικά-Κοστούμια: Λέα Κούση. Τραγούδι παράστασης: Νότης Μαυρουδής. Παίζουν: Βασίλης Βλάχος, Τζένη Σκαρλάτου, Κάτια Σπερελάκη, Ελισάβετ Σταυρίδου, Αλέξανδρος Τσακίρης.

 

 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας