Πολιτικά συμφραζόμενα ενός ταξιδιού

Αυτή η τόσο φροντισμένη έκδοση του ΜΙΕΤ παρουσιάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το «Χρονικό ενός ταξιδιού» που ο πολύς Πιέτρο Μαρία Μπάρντι δημοσίευσε το 1933 στο ιταλικό περιοδικό Quadrante, το οποίο διηύθυνε, μεταφρασμένο τώρα και σχολιασμένο από τον Α. Γιακουμακάτο, καθηγητή ιστορίας αρχιτεκτονικής στην ΑΣΚΤ.

Ενα πραγματικό ιστορικό μυθιστόρημα
«Ταξίδι στην Ελλάδα. Αρχιτεκτονική και πολιτική στη Μεσόγειο του Μεσοπολέμου» Εισαγωγή-μετάφραση-επιμέλεια: Ανδρέας Γιακουμακάτος ΜΙΕΤ, 2016 Σελ. 184
Στην εκτεταμένη και πλουσιοπάροχα σχολιασμένη εισαγωγή του στο «Χρονικό» του Μπάρντι, ο Α. Γιακουμακάτος μας προϊδεάζει ότι έχουμε να κάνουμε με μια «αναπάντεχα λεπτομερή, εξαιρετικά διεισδυτική και σχεδόν συγκινητική ελλαδογραφία της εποχής». Σειρά μας λοιπόν είναι να κρίνουμε αν ισχύουν αυτοί οι χαρακτηρισμοί, καθώς πιστεύουμε ότι το θέμα ξεπερνά τις διαστάσεις ενός αθώου ιστορικού τεκμηρίου. 

Την αφορμή του ταξιδιού στην Ελλάδα, στο οποίο μετέχει τελικά ο Μπάρντι με τρεις νέους Ιταλούς αρχιτέκτονες (Τεράνι, Μποτόνι και Πολίνι), προσφέρει η οργάνωση το 1933 του θρυλικού πλέον διεθνούς συνεδρίου Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής, με την επωνυμία 4ο συνέδριο CIAM και με θέμα τη λειτουργική πόλη, που κατέληξε στην Αθήνα.

Η οργάνωσή του ήταν περιπετειώδης, καθώς προοριζόταν αρχικά να γίνει στη Μόσχα, αλλά συνάντησε εμπόδια (από τους Σοβιετικούς, που δεν έβλεπαν πια με καλό μάτι τους μοντέρνους) και η λύση της Ελλάδας έσωσε τα προσχήματα.

Αυτή η εκ των ενόντων λύση διέθετε πρωτοτυπία: οι σύνεδροι μπάρκαραν σε πλοίο που ταξίδεψε από τη Μασσαλία προς τον Πειραιά, ενώ στη διάρκεια του ταξιδιού μετείχαν σε παρουσιάσεις εθνικών ομάδων και συζητήσεις. Οι δουλειές του συνεδρίου συνεχίστηκαν με παρουσιάσεις, ομιλίες και εκθέσεις στην Αθήνα, όπου κατέληξε η κρουαζιέρα. 

Το «Χρονικό» καταγράφει γλαφυρά τις εντυπώσεις του Μπάρντι από τη διοργάνωση του συνεδρίου και τις συμπληρωματικές του εκδηλώσεις. Αυτό το διεθνούς εμβέλειας γεγονός έχει τροφοδοτήσει διεξοδικές αναλύσεις, παλιές και σύγχρονες, ειδικότερα στην Ελλάδα όπου θεωρείται «δική μας υπόθεση», οπότε η μαρτυρία του Μπάρντι, την οποία ο Α. Γιακουμακάτος αξιολογεί ως «ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί» πάνω στο θέμα, έρχεται να συμπληρώσει μια ήδη πλούσια βιβλιογραφία. 

Σπεύδουμε να διευκρινίσουμε πως η αξία αυτού του «Χρονικού» βρίσκεται στην καταγραφή περιφερειακών γεγονότων που τρέχουν παράλληλα με το συνέδριο, όπως του απαραίτητου προσκυνήματος των συνέδρων στην Ακρόπολη και το Σούνιο, της συνάντησης με διεθνείς προσωπικότητες και ιδίως με τον μεγάλο σταρ της εποχής, τον πνευματώδη Κορμπιζιέ, που φρόντιζε να βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε συζήτησης και δράσης, και της περιήγησης στην Πελοπόννησο όπου μετείχε ο Μπάρντι με την παρέα του. 

Ειδικά στις περιηγητικές του εντυπώσεις, πέρα από τα ευφυολογήματα που αραδιάζει ο Μπάρντι επιδεικνύοντας συχνά αβυσσαλέα άγνοια για όσα περιγράφει, αφήνεται ελεύθερος να εκφράσει τις κωμικά λυρικές του εξάρσεις για μια ενοποιητική έκφραση αρχιτεκτονικής βασισμένη στη Μεσόγειο (που όμως ακόμα και σήμερα έχει απήχηση) και για έναν ρασιοναλισμό (ως γνήσια έκφραση του μοντέρνου πνεύματος) που κατατροπώνει τους εκπροσώπους κάθε στείρου ακαδημαϊσμού.

Το «Χρονικό» απευθυνόταν στο αναγνωστικό κοινό του περιοδικού Quadrante, μαχητικά εξασκημένο να βλέπει τον τελικό θρίαμβο της μοντέρνας αρχιτεκτονικής. 

Καθώς ο Α. Γιακουμακάτος, στον υπότιτλο του βιβλίου, βάζει ισότιμα την αρχιτεκτονική με την πολιτική, μας δίνει την ευκαιρία να αναφερθούμε στα πολιτικά συμφραζόμενα του «ταξιδιού» του Μπάρντι. Επιδεικτικά προκλητικός, ο Μπάρντι είναι ο τυπικός διανοούμενος φασίστας, άριστος σε διπλωματικούς ελιγμούς και πλήρως ενταγμένος στα πολιτικά δρώμενα της χώρας του, προπαγανδιστής ενός καθεστώτος που τότε (ακόμα) προκαλούσε ενδιαφέρον σε όσους δεν ψιλοκοσκίνιζαν τα πράγματα.

Το φαινόμενο δεν ήταν σπάνιο, τότε ή αργότερα, και ο φίλος μας δεν ήταν ο μόνος που ακολουθούσε μια τέτοια γραμμή στην ανήσυχη περίοδο ανάμεσα στους δύο πολέμους. Ξέρουμε πια πως ακόμα και ο μεγάλος ήρωας Κορμπιζιέ βρέθηκε μπλεγμένος σε τέτοια σκοτεινά μονοπάτια και γι' αυτό δεν μας εκπλήσσει ιδιαίτερα ένα σκίτσο του, που παραθέτει ο Μπάρντι και χρησιμοποιεί μάλιστα ο Α. Γιακουμακάτος στο εξώφυλλο του βιβλίου.

Σε αυτό, οι «άριστοι» βρίσκονται στην κορυφή, τα «μηδενικά» στον πάτο κι ανάμεσά τους οι «μέτριοι». Ο «λαμπρότατος αρχιτέκτων», δηλαδή ο Κορμπιζιέ, εξηγεί σε όσους τον ακούν ότι τον ενδιαφέρουν τα δύο άκρα μόνο. Αλήθεια, τι πόζα! 

Στην ουσία ο Μπάρντι του 1933 «λειτουργεί» ως το ιδανικό παρέκταμα ενός καθεστώτος που πουλάει πρωτοπορία ως επίσημη ιδεολογία. Ενώ ο Χίτλερ κατακεραύνωνε τη μοντέρνα αρχιτεκτονική της εποχής ως «μπολσεβικισμό», ο Μουσολίνι ευνοούσε, έστω για όσο καιρό κράτησε, την προσάρτηση των νέων ταλαντούχων αρχιτεκτόνων στο άρμα του.

Οσο για τον Μπάρντι, αυτός εκμεταλλεύτηκε τον ούριο άνεμο και αρμένιζε άνετος. Αυτή η διασκεδαστική θεατρική σκηνή, ιδωμένη από τη δική μας (μετα)νεωτερική σκοπιά, μας διδάσκει πολύ περισσότερα για έναν αριβίστα που διατρέχει το ’30 αμέριμνα και ναρκισσιστικά, κάτι που ίσως θυμίζει λιγάκι ήρωες του Α. Μοράβια, παρά για τις τύχες της αρχιτεκτονικής τότε ή, ακόμα περισσότερο, για μια Ελλάδα πνιγμένη από την προσφυγιά κάτω από την ένδοξη Ακρόπολη.