Οπερέτα με ανθρωποθυσίες

konstantinos-tatoi.jpg

8 Νοεμβρίου 1967. Επιθεώρηση Ικάρων από τον Κωνσταντίνο στο Τατόι, έναν μήνα πριν από το βασιλικό κίνημα 8 Νοεμβρίου 1967. Επιθεώρηση Ικάρων από τον Κωνσταντίνο στο Τατόι, έναν μήνα πριν από το βασιλικό κίνημα | ΓΓΤΠ-ΓΓΕΕ

«Η αντεθνική συνωμοσία συνετρίβη. Οι συνωμόται ετέθησαν εκτός έθνους»

Γεώργιος Παπαδόπουλος (προς τις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας) 14/12/1967

Hταν μια επέτειος που πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Ο λόγος για τα πενηντάχρονα του κωμικοτραγικού «αντιπραξικοπήματος» της 13ης Δεκεμβρίου 1967, όταν ο τότε βασιλιάς Κωνσταντίνος προσπάθησε να παραμερίσει τους συνταγματάρχες σφετεριστές της εξουσίας «του», για να διαπιστώσει μέσα σε λίγες ώρες πως ένα παρόμοιο εγχείρημα απαιτούσε τελικά πολύ περισσότερα κότσια απ’ ό,τι το προσφιλές του σπάσιμο τούβλων με χτυπήματα καράτε.

Ο ίδιος ο τέως έχει, πάντως, φροντίσει εγκαίρως για την ερμηνεία αυτής της συλλογικής λήθης. Εγκαλώντας, μάλιστα, γι’ αυτό την Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία που τον διαδέχθηκε: «Το αφύσικο και θλιβερό για την αυτοσυνειδησία της δημοκρατίας ήταν ότι πολύ συχνά έκανε κι αυτή σαν να μην υπήρξε εκείνο το Αντικίνημα», διαβάζουμε στα απομνημονεύματα που υπαγόρευσε στον Γεώργιο Μαλούχο και διακινήθηκαν πρόπερσι μέσω Βήματος.

«Στην πραγματικότητα, ο ελληνικός λαός, ακόμη και σήμερα, ελάχιστα γνωρίζει για την απόπειρα ανατροπής της δικτατορίας που εξ ονόματός του ανέλαβε ο Βασιλεύς αυτής της χώρας. [...] Ουδείς εξ αυτών [των αξιωματικών που συνεργάστηκαν μαζί του στο κίνημα], ουδέποτε, έχει κληθεί στο προεδρικό μέγαρο για τη Γιορτή της Δημοκρατίας τον Ιούλιο, παρά τα όσα έκαναν για τη Δημοκρατία» (Βασιλεύς Κωνσταντίνος, «Χωρίς τίτλο», Αθήνα 2015, τ. Γ΄, σ. 38-9 & 47).

Η στοχοθεσία

Διατηρώντας τις αμφιβολίες μας για το «ουδείς» και το «ουδέποτε», αξίζει να σταθούμε λίγο στην ουσία αυτού του βασιλικού παραπόνου: για ποιαν ακριβώς δημοκρατία έδρασαν, με τον τρόπο που θα δούμε παρακάτω, οι βασιλικοί κινηματίες του 1967;

Το ηχογραφημένο βασιλικό διάγγελμα που μεταδόθηκε το μεσημέρι της 13/12/1967 από τους ασθενικούς ραδιοσταθμούς της Λάρισας, της Καβάλας και της Κομοτηνής δεν μας διαφωτίζει ιδιαίτερα επ’ αυτού.

Απέπνεε ουκ ολίγη συμπλεγματική μεγαλομανία, ελάχιστες όμως νύξεις περιείχε για τις ουσιαστικές προθέσεις του εστεμμένου κινηματία:

«Ελληνες. Επέστη η στιγμή ν’ ακούσετε την φωνήν του Βασιλέως σας. [...]
Το εθνικόν συμφέρον απαιτεί την εκ μέρους μου εκδήλωσιν πρωτοβουλίας διά να αποτρέψω τας καταστρεπτικάς συνεπείας εκ της παρατάσεως της παρούσης ανωμάλου καταστάσεως.
Το αυτό εθνικόν συμφέρον μού επιβάλλει να επιτρέψω την κατάλληλον προετοιμασίαν ίνα η Χώρα επανέλθη εις την δημοκρατικήν ομαλότητα.
Διά τους λόγους αυτούς εζήτησα ανασχηματισμόν της Κυβερνήσεως, απηλλαγμένης όμως των ακραίων στοιχείων τα οποία δεν εγγυώνται ομαλήν εξέλιξιν. [...]
Ο Στρατός, το Ναυτικόν, η Αεροπορία και τα Σώματα Ασφαλείας ευρίσκονται παρά το πλευρόν μου.
Ελληνες αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώται, έχετε αμέριστον την εμπιστοσύνην μου. [...]
Επιθυμώ να είναι εις πάντας σαφές ότι δεν θα ανεχθώ πλέον ουδεμίαν ανυπακοήν ή παρεκτροπήν, ήτις θα παταχθή αμειλίκτως. [...]
Ελληνες, ακολουθήστε με εις τον δρόμον της εθνικής αναγεννήσεως!».

Από το εθνικό αυτό προσκλητήριο, ο άναξ φρόντισε άλλωστε να εξαιρέσει ρητά την κατεξοχήν αξιόμαχη μερίδα του πληθυσμού, διαιωνίζοντας τη διαχωριστική γραμμή πάνω στην οποία είχε βασίσει το πραξικόπημά της και η χούντα: «Δηλώ απεριφράστως ότι ουδεμία συνεννόησις θα υπάρξη με τους απεργαζομένους τον εθνικόν όλεθρον κομμουνιστάς. Καθ’ όλην την διάρκειαν της τελευταίας εικοσιπενταετίας, η κομμουνιστική μειοψηφία δεν απέβλεπε παρά εις την ανατροπήν του κοινωνικού και πολιτικού καθεστώτος διά μέσων βιαίων και υπούλων. Επεσώρευσε καταστροφάς και ερείπια, μολύνει την νεολαίαν και θέτει εις κίνδυνον την υπόστασιν της φυλής μας».

Ακόμη λιγότερο διαφωτιστικό υπήρξε το ομοειδές διάγγελμα του χουντικού «πρωθυπουργού» (και πρώην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) Κωνσταντίνου Κόλλια, που εκών-άκων συνόδευσε τον βασιλιά στο εγχείρημά του.

Διάγγελμα που ξεκινούσε με τη νομιμοποιητική επίκληση του... πραξικοπήματος που είχε καταλύσει τη δημοκρατία:

«Την 21 Απριλίου ενεστώτος έτους διεκήρυξα ότι η υπ’ εμέ κυβέρνησις ανελάμβανε το βαρύτατον έργον της αναδημιουργίας και αναπλάσεως της Χώρας και της προπαρασκευής των προϋποθέσεων διά την κατά τον δυνατόν συντομώτερον χρόνον επάνοδον εις ομαλόν πολιτικόν βίον. [...]
Η προσπάθεια όπως διασώσω την αληθή δημοκρατίαν εκ των κινδύνων ους διέτρεχεν, ηπηλείτο εξ εσωτερικών αδυναμιών μελών της κυβερνήσεως και του στρατεύματος. [...]
Χάριν της διασώσεως της δημοκρατίας και της ενότητος του λαού, ανεδέχθην την εντολήν του βασιλέως προς σχηματισμόν [νέας] κυβερνήσεως, ίνα ούτω επανέλθη η Χώρα εις την ομαλότητα».

Σαφώς αποκαλυπτικότερο για τη στοχοθεσία του βασιλικού κινήματος αποδεικνύεται αντίθετα το χειρόγραφο προγραμματικό κείμενο που συνέταξαν οι δύο επικεφαλής στρατιωτικοί, ο διοικητής του Γ' Σ.Σ. αντιστράτηγος Γεώργιος Περίδης κι ο επιτελάρχης του, ταξίαρχος Ορέστης Βιδάλης.

Το ντοκουμέντο αυτό έπεσε στα χέρια του καθεστώτος, τμήματά του δημοσιοποιήθηκαν τον Ιούνιο 1973 (μετά την κατάργηση της βασιλείας) και η πατρότητά του αναγνωρίστηκε ρητά από τον Βιδάλη, κατά την κατάθεσή του στη δίκη των πραξικοπηματιών το 1975.

Φωτοτυπία του πρωτοτύπου περιέχεται στα απομνημονεύματα του τότε επικεφαλής της ΚΥΠ στη Βόρεια Ελλάδα, Στέφανου Καραμπέρη («Η επανάστασις της 21ης Απριλίου 1967», Αθήναι 2011, σ. 196-204).

Σύμφωνα μ’ αυτό το προγραμματικό κείμενο, σκοπός του κινήματος του Γκλίξμπουργκ δεν ήταν η αποκατάσταση της δημοκρατίας αλλά η «συμφιλίωσις της Επαναστάσεως με την Α.Μ. τον Βασιλέα, με το σύνολον των Ενόπλων Δυνάμεων, με το σύνολον του Ελληνικού λαού πλην κομμουνιστών και με την κοινήν γνώμην του ελευθέρου Δυτικού Κόσμου».

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου δικαιολογείται ρητά, με άπταιστα παπαδοπουλική φρασεολογία, σαν εθνικά ορθή ενέργεια που απλώς εκτροχιάστηκε στην πορεία λόγω υπέρμετρης φιλοδοξίας των πρωτεργατών του:

«Η Επανάστασις, ως έκφρασις δυναμικής επιθυμίας εξυγιάνσεως του νοσηρού πολιτικού αδιεξόδου και της δημοσίας ζωής, ορθώς και επικαίρως παρενεβλήθη εις την ζωήν του Εθνους, αλλά παρουσιάζεται καχεκτικώς και υπόπτως εξελισσομένη, διότι, καίτοι εξηγγέλθη και εφηρμόσθη επ’ ονόματι του Στρατού και των Ενόπλων Δυνάμεων ως συνόλου, εξετελέσθη υπό παρανόμου οργανώσεως με εσωτερικούς σκοπούς και τείνει να μεταβληθή εις μονίμου επικαθήσεως κίνημα, ολίγων αδιστάκτων σφετεριστών εκμεταλλευομένων την αγωνίαν και δίψαν δι’ αναγέννησιν του λαού και την προσωρινήν αναγκαίαν εξουσιοδότησιν των Ενόπλων Δυνάμεων. [...] Η Επανάστασις πρέπει να απαλλαγή των υπόπτων φιλοδοξιών και της βουλιμίας των ολίγων» και «ως αναπόσπαστον αντίδοτον της ασφαλούς εξαφανίσεως της φυλής, διά να εκπληρώση τους σκοπούς της πρέπει να τεθή και εξ αντικειμένου καταστή ενσυνειδήτως αποδεκτή και τύχη της εκθύμου υποστηρίξεως όλων των πολιτών, υπό την ηγεσίαν, πνοήν και ουσιαστικόν προβάδισμα της Α.Μ. του Βασιλέως».

Στην πράξη, η «αναγέννησις της Επαναστάσεως» θα ισοδυναμούσε με «άμεσον αποκατάστασιν [της] πειθαρχίας και ιεραρχίας εντός των Ενόπλων Δυνάμεων», «τελεσίδικον άρσιν των προϋποθέσεων εκβιασμού τούτων και του Ανωτάτου Αρχοντος» και αποκατάσταση της ενότητας των εθνικοφρόνων, «με σαφή και αδίστακτον διαχωρισμόν μόνον των κομμουνιστών»· γι’ αυτούς τους τελευταίους προβλεπόταν μάλιστα «τελεσίδικος αποκλεισμός εις το διηνεκές από την άμεσον ή έμμεσον επέμβασιν της ζωήν της χώρας» – απαγόρευση, δηλαδή, όχι μόνο του ΚΚΕ αλλά και κάθε νόμιμης αριστερής συλλογικότητας.

Την κρατική διαχείριση θ’ αναλάμβανε, «ως εντολοδόχος των Ενόπλων Δυνάμεων», μια «κυβέρνησις εξειδικευμένων, εμπείρων και διαβλήτων προσωπικοτητων, εις ην ΔΕΝ θα περιλαμβάνονται αναμιχθέντες εις την πολιτικήν», κάτω από την εποπτεία ενός Συμβουλίου Αρχηγών Γενικών Επιτελείων «υπό την Προεδρίαν της Α.Μ. του Βασιλέως».

Το εν λόγω Συμβούλιο θα καθόριζε και τη διάρκεια κάθε «φάσης» της μετάβασης σε κάποια μορφή ελεγχόμενου κοινοβουλευτισμού, «χωρίς να δημιουργήται εκ της επισπεύσεως κίνδυνος επανόδου εις το πολιτικόν αδιέξοδον» (τουτέστιν, στην κοινωνική δυναμική εκδημοκρατισμού των προηγούμενων χρόνων).

Μεταξύ άλλων, προβλεπόταν «κατάργησις της λογοκρισίας και καθιέρωσις της ευθύνης των οργάνων του τύπου» (αντικατάσταση, μ’ άλλα λόγια, της προληπτικής λογοκρισίας από δρακόντεια κατασταλτική, όπως ακριβώς έκανε κι ο Παπαδόπουλος τον Οκτώβριο του 1969).

Διατήρηση, επίσης, των στρατοδικείων για τα «αδικήματα εναντίον της εσωτερικής και εξωτερικής ασφαλείας», για οικονομικά εγκλήματα όπως η φοροδιαφυγή αλλά και για κάθε «προσβολή» της βασιλικής οικογένειας, των ενόπλων δυνάμεων ή των ΝΑΤΟϊκών συμμάχων.

Αναβίωση, μ’ άλλα λόγια, του «πραξικοπήματος των στρατηγών». Αυτού που προγραμμάτιζαν την άνοιξη τα ανάκτορα και μια μερίδα της ΕΡΕ για ν’ ανακόψουν τη διαφαινόμενη εκλογική νίκη των Παπανδρέου, αλλά το νήμα της εκτροπής το έκοψαν, την τελευταία στιγμή και για δικό τους λογαριασμό, τα εκτελεστικά όργανα που είχαν αναλάβει το τεχνικό μέρος του εγχειρήματος.

Η προετοιμασία

Πάνω: Επιθεώρηση νεοσυλλέκτων στον Σκαραμαγκά (5/5/1967) και στιγμιότυπο από υποδοχή του Κωνσταντίνου στον Νομό Δράμας (Ιούνιος 1967). Κάτω: συγκέντρωση του Παττακού στο Αγρίνιο, 23/6/1967 ΓΓΤΠ-ΓΓΕΕ

↳ Πάνω, επιθεώρηση νεοσυλλέκτων στον Σκαραμαγκά (5/5/1967) και στιγμιότυπο από υποδοχή του Κωνσταντίνου στον Νομό Δράμας (Ιούνιος 1967). Οι διατεταγμένες εκδηλώσεις σε στρατώνες και σχολεία έκαναν τον βασιλιά να πιστεύει πως η ανατροπή των «σφετεριστών» θα ήταν ένας απλός περίπατος. Εστω κι αν αυτοί αντέτασσαν τα δικά τους, εξίσου σκηνοθετημένα, δείγματα λαϊκής «αφοσίωσης» (Κάτω: συγκέντρωση του Παττακού στο Αγρίνιο, 23/6/1967)

Από τεχνική άποψη, η 13η Δεκεμβρίου απλώς επιβεβαίωσε την εμπειρία και τα δεδομένα της 21ης Απριλίου, αποδεικνύοντας ξανά πως η πραγματική εξουσία ανήκε στους «τεχνικούς» κι όχι στους κατ’ όνομα υψηλόβαθμους διαχειριστές της.

Το επιχειρησιακό σχέδιο κινήματος που «συντόνισε» ο επικεφαλής του βασιλικού Στρατιωτικού Οίκου, απόστρατος στρατηγός Κωνσταντίνος Δόβας (γνωστότερος ως ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός των καραμανλικών εκλογών βίας και νοθείας του 1961), βασιζόταν σε μια βαθιά ριζωμένη πεποίθηση: πως όλο το στράτευμα θα έσπευδε να υπακούσει στη «φυσική του ηγεσία», τον μονάρχη δηλαδή και τους στρατηγούς «του», μόλις αυτός διαχώριζε τη θέση του από τη χούντα.

Εξ ου και οι συνωμότες στρατηγοί δεν μπήκαν καν στον κόπο να οργανώσουν έστω και τους άμεσα υφισταμένους τους, προεξοφλώντας την υπακοή αν όχι την ενθουσιώδη συστράτευσή τους.

Εξίσου εύγλωττη ήταν η διαδικασία στρατολόγησης ανώτερων αξιωματικών που ακολούθησε ο Κωνσταντίνος, κατά τις περιοδείες του στη Βόρεια Ελλάδα: «Επρεπε να κοιτάω τον καθένα μέσα στα μάτια», εξηγεί στον Μαλούχο.

«Από εκεί βλέπει κανείς την αλήθεια ή το ψέμα.
Ετσι, για παράδειγμα, κατάλαβα ότι ο μακαρίτης ο στρατηγός Αγαμέμνων Γκράτσιος υποστήριζε τη χούντα. [...]
Τον κοίταξα στα μάτια και τον ρώτησα:
- Κύριε Γκράτσιε, πώς είναι τα πράγματα εδώ;
- Θαυμάσια, Μεγαλειότατε!
Τα μάτια του έλαμπαν. Ηταν ολοφάνερο ότι ήταν μαζί τους»
(ό.π., σ. 14-5).

Την ίδια ακριβώς διαδικασία σκιαγραφεί, από τη δική του οπτική γωνία, και ο παπαδοπουλικός αρχηγός της βορειοελλαδικής ΚΥΠ που πρωτοστάτησε στην καταστολή του βασιλικού κινήματος: στις «κατ’ ιδίαν συναντήσεις του» με διοικητές μεγάλων μονάδων, γράφει, ο Κωνσταντίνος «έθετε το ερώτημα: “Είσθε πιστοί εις τον Βασιλέα σας;” Βεβαίως οι Διοικηταί των ΜΜ, συνταυτίζοντες την Επανάστασιν με τον θρόνον, απήντουν καταφατικώς, μη γνωρίζοντες τας ενδομύχους σκέψεις του Ανακτος» (Καραμπέρης, ό.π., σ. 70).

Η μπρανκαλεονική αυτή συλλογιστική εξηγεί τόσο τις οφθαλμοφανείς φαιδρότητες του σχεδίου όσο και την παταγώδη αποτυχία του, παρ' όλο που εφαρμόστηκε κατά γράμμα.

Οπως εξηγεί και την προειλημμένη απόφαση των «αντιπραξικοπηματιών» να μην ωθήσουν επ’ ουδενί τα πράγματα σε ένοπλη σύγκρουση.

Μια ακόμη πτυχή συνέβαλε σ’ αυτή την υπεραισιοδοξία: η βεβαιότητα του Κωνσταντίνου ότι, σε τελική ανάλυση, θα του έκαναν πλάτες οι ΗΠΑ.

Ηδη από τις 13 Μαΐου είχε ζητήσει από τον Αμερικανό πρέσβη Φίλιπς Τάλμποτ να καταστρώσουν κοινό σχέδιο πραξικοπήματος, διαβεβαιώνοντάς τον πως «ό,τι και να κάνει πρέπει να πραγματοποιηθεί σε στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ» κι ερμηνεύοντας την ευμενή αντίδρασή του σαν απόδειξη ενεργητικής σύμπραξης.

Κατά την «ιδιωτική» συνάντησή του με τον πρόεδρο Τζόνσον στον Λευκό Οίκο (11/9/1967) θα ζητήσει πάλι την αποστολή... πεζοναυτών σε περίπτωση κρίσης των σχέσεών του με τη χούντα, εκλαμβάνοντας την ευγενική άρνηση του συνομιλητή του ως έμμεση συνηγορία για αυτοτελή δυναμική αναμέτρηση.

Στιγμιότυπο από την «ανεπίσημη» συνάντηση Κωνσταντίνου - Τζόνσον στον Λευκό Οίκο (11/9/1967) Στιγμιότυπο από την «ανεπίσημη» συνάντηση Κωνσταντίνου - Τζόνσον στον Λευκό Οίκο (11/9/1967) |

Ακολούθησαν αλλεπάλληλες επαφές με τον Τάλμποτ, που εισηγήθηκε την ιδέα μιας μεταβατικής κυβέρνησης Καραμανλή ή Πιπινέλη (5/12).

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκάλεσε πάντως στον πρέσβη η διαπίστωση (30/11) ότι, ενώ ο βασιλιάς συμφωνούσε με τον Παπαδόπουλο για την απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο, οι στρατηγοί του ήταν έξω φρενών μ’ αυτή τη συνθηκολόγηση.

Ο Καραμανλής βολιδοσκοπήθηκε από τον πρώην υπασπιστή του Κωνσταντίνου, Μιχάλη Αρναούτη, για το πόστο του «μεταβατικού» πρωθυπουργού (30/10), αλλά αρνήθηκε κατηγορηματικά, προτιμώντας μια θριαμβευτική κάθοδο στις πρώτες μεταδικτατορικές εκλογές.

Με επιστολή του προς τον βασιλιά (9/11) υποστήριξε δε την εγκαθίδρυση «της κυβερνωμένης αντί της κυβερνώσης δημοκρατίας», από μια μεταβατική κυβέρνηση με έκτακτες εξουσίες «ικανή να κρατήση πλήρη τον έλεγχον της καταστάσεως, δεδομένου ότι η απομάκρυνσις των επαναστατών θα δημιουργήση πιθανώτατα κλίμα επικίνδυνον», να λύσει το Κυπριακό και να «εξυγιάνη διά ριζικών και αντιδημοτικών μέτρων την οικονομίαν της χώρας».

Σε κάθε περίπτωση, από κάποιο σημείο και μετά το επικείμενο γεγονός αποτελούσε κοινό μυστικό: στις αρχές Δεκεμβρίου, θυμίζει ο δημοσιογράφος Σόλων Γρηγοριάδης, «όλοι συζητούσαν με έξαψι και ανέμεναν από ημέρα σε ημέρα το βασιλικό κίνημα. Στα γραφεία, στα σαλόνια, στις λέσχες αξιωματικών, στους στρατώνες, αυτό ήταν το θέμα της επικαιρότητας» («Ιστορία της δικτατορίας», Αθήνα 1975, τ. Α', σ. 152).

Αν πιστέψουμε μάλιστα τον τότε πρώτο γραμματέα της αμερικανικής πρεσβείας, όχι μόνο το πλήρες σχέδιο αλλά ακόμη και η ημερομηνία του κινήματος του είχαν γνωστοποιηθεί από τον κεντρώο πολιτικό και συνεργάτη του βασιλιά Γεώργιο Μαύρο, κι αποτυπωθεί σε δική του γραπτή έκθεση προς τον πρέσβη, ήδη από τις 14 Νοεμβρίου (Keeley 2010, σ. 266-8).

Η χούντα, από την πλευρά της, γνώριζε πως η αναμέτρηση με τον βασιλιά πλησίαζε, για τον ίδιο ακριβώς λόγο που την επέσπευδε και ο ίδιος: στα τέλη της χρονιάς οι ετήσιες κρίσεις των αξιωματικών θ’ αποστράτευαν την πιστή του ηγεσία του στρατεύματος, αφοπλίζοντάς τον ολοκληρωτικά.

Σε αντίθεση με τον Κωνσταντίνο, η χουντική ηγεσία διέθετε ωστόσο ένα αρκετά αξιόπιστο συνωμοτικό δίκτυο στις τάξεις του στρατού. Απολάμβανε δε τη διάχυτη συμπάθεια του σώματος των αξιωματικών που, όπως θα εξηγήσει μεταδικτατορικά ο Καραμανλής κεκλεισμένων των θυρών του υπουργικού συμβουλίου (7/3/1975), εν μιά νυκτί «έγιναν αφεντικά» κι απέκτησαν «μια ψυχολογία που λίγο-πολύ έκαμε όλον τον Στρατόν Χούντα».

Το φιάσκο

Πάνω, οι βασικοί συνεργάτες του βασιλιά Περίδης, Βιδάλης και Ερσελμαν. Κάτω, Παττακός και Παπαδόπουλος λίγες μέρες πριν από το βασιλικό κίνημα (6/12/1967) Πάνω, οι βασικοί συνεργάτες του βασιλιά Περίδης, Βιδάλης και Ερσελμαν. Κάτω, Παττακός και Παπαδόπουλος λίγες μέρες πριν από το βασιλικό κίνημα (6/12/1967) | ASSOSIATED PRESS

Οπως είπαμε ήδη, το σχέδιο της βασιλικής «αντεπανάστασης» υλοποιήθηκε όπως ακριβώς είχε προγραμματιστεί.

Με αποτελέσματα ως επί το πλείστον τραγελαφικά:

 Στις 9 π.μ. ο Κωνσταντίνος ανακοίνωσε στον Αμερικανό πρέσβη (σε προγραμματισμένο ραντεβού στο Τατόι) την έναρξη του κινήματος και του ζήτησε πέντε πράγματα: να πείσει τη χούντα να μην προβάλει αντίσταση· να διασφαλίσει πως «οι γείτονες της Ελλάδας δεν θα εκμεταλλευθούν την κατάσταση»· να αναμεταδώσουν οι ραδιοσταθμοί των ΗΠΑ το ηχογραφημένο διάγγελμά του· να ενημερώσει τον υπουργό Εξωτερικών Πιπινέλη και τον αντιπρόεδρο Σπαντιδάκη, που βρίσκονταν στις Βρυξέλλες, να τον στηρίξουν ενώπιον του ΝΑΤΟ και να σπεύσουν στη Θεσ/νίκη· να ενημερώσει σχετικά τα πεθερικά του στη Δανία και την αδερφή του στη Μαδρίτη. Ο Τάλμποτ υλοποίησε μόνο τα δύο τελευταία. Με τη σειρά τους, Πιπινέλης και Σπαντιδάκης προτίμησαν να κάνουν την πάπια.

 Στις 10.29 π.μ., η βασιλική οικογένεια αναχώρησε αεροπορικά για την Καβάλα προκειμένου να βρίσκεται κοντά στην προσωρινή έδρα του Γ' Σ.Σ. (Κομοτηνή). Τον άνακτα συνόδευαν η βασίλισσα με τον γυναικολόγο της, τα δύο μωρά τους με τη νηπιαγωγό τους, η βασίλισσα-μητέρα Φρειδερίκη με το σκυλάκι της, η πριγκίπισσα Ειρήνη, ο αυλάρχης Παπάγος, ο Δόβας, ο «πρωθυπουργός» Κόλλιας (που πληροφορήθηκε την αναχώρηση επιτόπου και δεν είχε μαζί του «ούτε πίλον ούτε επανοφώριον») αλλά και ο Α/ΓΕΑ Αντωνάκος, που επίσης ενημερώθηκε την τελευταία στιγμή. Στις 11.40 π.μ. αποβιβάζονται στο άδειο αεροδρόμιο της Καβάλας, όπου τους περιμένει ένας απόστρατος ταξίαρχος κι ένας πιστός θαλαμηπόλος με τα μπαγκάζια τους. Καταλαμβάνουν έναν όροφο του ξενοδοχείου «Αστήρ» κι ο βασιλιάς αρχίζει τα τηλέφωνα στους διοικητές των μεγάλων μονάδων, καλώντας τους ν’ «αντεπαναστατήσουν» και να δέχονται πλέον διαταγές μόνο από τον ίδιο και τον σωματάρχη Περίδη.

 Στο μεσοδιάστημα, ο γενικός επιθεωρητής στρατού Ιωάννης Μανέττας έχει παρουσιαστεί στις 11 π.μ. στον Α/ΓΕΣ Οδυσσέα Αγγελή, εγχειρίζοντάς του επιστολή με την οποία ο βασιλιάς τού ανακοινώνει το κίνημα, τον απαλλάσσει από τα καθήκοντά του και τον διατάσσει να παραδώσει στον κομιστή. Εν ριπή οφθαλμού, ο τελευταίος τίθεται σε περιορισμό κι ο Αγγελής παραμένει στη θέση του.

 Στις 11.30 π.μ., ο ραδιοσταθμός της Λάρισας εκπέμπει (με φροντίδα του αρχηγού Β' Σ.Σ.) το βασιλικό διάγγελμα, προκαλώντας την εντύπωση πως ο Κωνσταντίνος βρίσκεται στην πόλη. Αντίστοιχο εγχείρημα στη συμπρωτεύουσα αποτυγχάνει, καθώς οι εκεί στρατιωτικές μονάδες και η ΚΥΠ παραμένουν πιστές στον Παπαδόπουλο.

 Στην Ανατολική Μακεδονία-Θράκη, ο στρατηγός Περίδης εκδίδει -κι αυτός- διάγγελμα, απαγορεύοντας τις συγκεντρώσεις άνω των τριών πολιτών και προειδοποιώντας ότι «πάσα διασάλευσις της τάξεως θέλει κατασταλεί βιαίως και ενόπλως». Ο Κωνσταντίνος τον επισκέπτεται το απόγευμα στην Κομοτηνή με ελικόπτερο κι επιθεωρούν μαζί τιμητικό άγημα. Τα θωρακισμένα του, όμως, που θα καταλάμβαναν τη Θεσσαλονίκη και κατόπιν την Αθήνα, περνούν ταχύτατα στα χέρια των αντιπάλων, που διαθέτουν πραγματική επιρροή στο σώμα.

Στις 2.30 μ.μ., το δεξί του χέρι, ο διοικητής της 20ής Μεραρχίας, Ανδρέας Ερσελμαν, έχει ήδη συλληφθεί από τους υφισταμένους του. Οταν στη 1 π.μ. ακούει ερπύστριες έξω από το στρατηγείο του, ο σωματάρχης γνωρίζει πια πως ήρθε κι η δική του σειρά· προλαβαίνει μόνο να τηλεφωνήσει στο ξενοδοχείο «Αστήρ». Μόλις ακούει τα νέα, διαβάζουμε στο ημερολόγιο του αυλάρχη, ο βασιλιάς «ξαπλώνεται στο κρεββάτι μου και κλείνει τα μάτια. Είναι το τέλος της περιπέτειας» (Παπάγος 1999, σ. 49).

Από τις 9 μ.μ. ήταν άλλωστε ράκος, αφότου πληροφορήθηκε πως ο αρχιεπίσκοπος (και πνευματικός του) Ιερώνυμος είχε ορκίσει στην Αθήνα τον πάλαι ποτέ υπασπιστή του πατέρα του, Γεώργιο Ζωιτάκη, ως αντιβασιλιά – κι αυτός, με τη σειρά του, διόρισε τον Παπαδόπουλο πρωθυπουργό. Ο,τι απέμεινε από τα νεύρα του το τσακίζουν τα ραδιοφωνικά ανακοινωθέντα των νικητών, που τον φέρουν -κοτζάμ βασιλιά- να «κρύπτεται από χωρίου εις χωρίον».

 Στις 2 π.μ., ο άναξ παίρνει τη μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα. Καταφθάνουν, άλλωστε, δρομαίως από τις Σέρρες τα άρματα ενός από τους πιστούς του στρατηγούς, που είδε την τελευταία στιγμή το φως του και τα επόμενα χρόνια θ’ ανταμειφθεί με το πόστο του κυβερνητικού επιτρόπου στο ΕΜΠ.

Η βασιλική οικογένεια τα μαζεύει κι ακολουθεί πανικόβλητη φυγή ώς το αεροδρόμιο – καθώς, σημειώνει ο αυλάρχης, «υπάρχει κίνδυνος η φρουρά Καβάλας να πληροφορηθεί τα διατρέξαντα και να επαναστατήσει».

Στις 3.20 π.μ. το βασιλικό αεροσκάφος απογειώνεται στα τυφλά, με κατεύθυνση τη Ρώμη.

 Σε αντίθεση με τον Στρατό ξηράς, το Ναυτικό και η Αεροπορία στάθηκαν αποφασιστικά στο πλευρό του βασιλιά. Ο στόλος απέπλευσε το μεσημέρι από τη Σαλαμίνα και τη Σούδα, κατευθυνόμενος προς τη... Θεσσαλονίκη, θ’ ανακρούσει δε πρύμναν μόνο στις 8 το πρωί της 14ης Δεκεμβρίου, όταν όλα είχαν πλέον χαθεί. Η Αεροπορία πραγματοποίησε -σύμφωνα με το σχέδιο- «εκφοβιστικές» πτήσεις σε χαμηλό ύψος πάνω από το αθηναϊκό κέντρο και πρόβαλε δυναμική αντίσταση στην ανακατάληψη των αεροδρομίων της (βλ. παρακάτω).

Αυτοεξόριστος πλέον στη Ρώμη, ο Κωνσταντίνος θα συνεχίσει τα επόμενα χρόνια να εισπράττει τη βασιλική χορηγία που του στέλνει ο Παπαδόπουλος, με αντάλλαγμα τη σιωπή του.

Οι υπόγειες επαφές του με το καθεστώς, ενόψει κάποιας συμβιβαστικής λύσης, θα συνδυαστούν με εξίσου ερασιτεχνικές συνωμοσίες, μέχρι την επίσημη κατάργηση της βασιλείας από τον δικτάτορα (1/6/1973).

Στην Ελλάδα, οι νικητές θα δώσουν στις 23/12/1967 αμνηστία στους κινηματίες, φροντίζοντας να εκκαθαρίσουν τον Στρατό και την Αεροπορία, όχι όμως και το Ναυτικό: οι βασιλόφρονες αξιωματικοί ήταν εκεί τόσο πολλοί, που η απομάκρυνσή τους θα το αχρήστευε σαν όπλο.

Η τελευταία εκκρεμότητα, η διπλωματική αναγνώριση του καθεστώτος από τις ξένες κυβερνήσεις (οι πρέσβεις των οποίων ήταν τυπικά διαπιστευμένοι στον βασιλιά) θα κλείσει στα τέλη Ιανουαρίου 1968, με σχετικές επίσημες δηλώσεις της Τουρκίας (20/1), των ΗΠΑ (23/1), της Βρετανίας (25/1), της Δυτικής Γερμανίας (26/1) και της ΕΣΣΔ.

Τα θύματα

Επιστροφή στην κανονικότητα: μεταφορά της Ολυμπιακής Φλόγας με στρατιωτική συνοδεία (19/12/1967), επίσκεψη του δικτάτορα σε φυλάκιο του Εβρου (27/12/1967) Επιστροφή στην κανονικότητα: μεταφορά της Ολυμπιακής Φλόγας με στρατιωτική συνοδεία (19/12/1967), επίσκεψη του δικτάτορα σε φυλάκιο του Εβρου (27/12/1967) | ASSOSIATED PRESS //ΓΓΤΠ-ΓΓΕΕ

Μετά την επικράτησή τους, οι απριλιανοί υποστήριξαν εμφατικά πως η εξουδετέρωση της «αντεπαναστάσεως» επιτεύχθηκε δίχως την παραμικρή αιματοχυσία.

«Ο μέγας Θεός της Ελλάδος και η αποφασιστικότης της Επαναστάσεως εχάρισαν διά μίαν ακόμη φοράν εις τον τόπον την ευτυχίαν να αντιμετωπίση την κρίσιν αναιμάκτως», διακήρυξε λ.χ. ο Παπαδόπουλος κατά τη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε στην αίθουσα της καταργημένης Βουλής (14/12). Τον ίδιο ισχυρισμό προβάλλουν ακόμη και πρόσφατα έργα χουντικών, όπως οι αναμνήσεις του ΚΥΠατζή Καραμπέρη (ό.π., σ. 95).

Στην πραγματικότητα, το βασιλικό κίνημα σημαδεύτηκε από δύο τουλάχιστον θανάτους κληρωτών, στις μάχες για την ανακατάληψη των αεροδρομίων της Ελευσίνας και της Τανάγρας. Το πιστοποιούν οι υπηρεσιακές εκθέσεις αξιωματικών των τεθωρακισμένων που ήρθαν στο φως δύο δεκαετίες αργότερα («Τα Νέα» 10, 12 & 17/2/1985).

 Στην Ελευσίνα, το αεροδρόμιο έπεσε στα χέρια των αλεξιπτωτιστών το μεσημέρι της 13ης Δεκεμβρίου, άγνωστο με τι απώλειες. Οι περισσότεροι αξιωματικοί και σμηνίτες παραδόθηκαν, παρέμειναν ωστόσο ενεργές «αρκεταί εστίες πυρός εις την περίμετρον του αεροδρομίου και εντός αυτού, ιδίως εις τας θέσεις των πολυβολείων». Για την εκκαθάρισή τους στάλθηκαν από το Γουδί 10 θωρακισμένα διαφόρων τύπων (Μ 47, Μ 48, Μ 24 και Μ 113) με 3 αξιωματικούς, 7 υπαξιωματικούς και 39 στρατιώτες. Η επέμβασή τους τερμάτισε κάθε αντίσταση, επέφερε δε τον θάνατο του 21χρονου σμηνίτη Βαγγέλη Βασιλάκου.

 Αποφασιστικότερες υπήρξαν οι συγκρούσεις της ίδιας μέρας στην Τανάγρα. Ο διοικητής της Λάμπρος Πρωτοπαπάς αρνήθηκε να παραδοθεί, καταγγέλλοντας εγγράφως τους απριλιανούς ως «προδότας, στασιαστάς, κεκράκτας, συνωμότας και χαραμοφάηδες». Προς επίρρωσιν των λόγων του, έστρεψε τα αντιεροπορικά πυροβόλα του εναντίον ενός ουλαμού 4 αρμάτων Μ 24 και Μ 8 που κατευθυνόταν προς το αεροδρόμιο· προς υποστήριξή του επενέβησαν επίσης οκτώ αεροπλάνα από την Αγχίαλο, τον Αραξο και τη Σούδα.

Στις 4 μ.μ. τα πυρά των αμυνομένων χτύπησαν ένα Μ 24, σκοτώνοντας τον Ναουσαίο έφεδρο λοχία Δημήτρη Ρίζο και τραυματίζοντας δύο ακόμη φαντάρους, μέλη του πληρώματος· ένας τέταρτος κληρωτός υπέστη «θλάση ινών αριστερού ποδός», προσπαθώντας ν’ αποφύγει τα πυρά.

Ακολούθησαν στις 6 μ.μ. σκηνές αληθινού γουέστερν, με τον επικεφαλής του ουλαμού κι έναν απεσταλμένο του διοικητή ν’ αλληλοσημαδεύονται με τα πιστόλια – και τελικό αποτέλεσμα την αιχμαλωσία όλων των μαυροσκούφηδων που αρνήθηκαν πεισματικά ν’ ανοίξουν πυρ μετά το μακελειό που προηγήθηκε.

Η Τανάγρα παραδόθηκε τελικά μόνο στις 5 π.μ. της επομένης, όταν έγινε πια γνωστή η φυγή του βασιλιά. «Το προσωπικόν του αεροδρομίου υπήρξεν αρκετά φανατισμένον, ενήργησεν εις απάσας τας εκδηλώσεις μετά πρωτοφανούς μανίας και εφαίνετο αποφασισμένον να αντισταθή αντί πάσης θυσίας εις οιανδήποτε απειλήν», θ’ αποφανθεί ο αιχμάλωτος ουλαμαγός στην απολογιστική έκθεσή του.

Και στις δύο περιπτώσεις, οι νεκροί στάλθηκαν στις οικογένειές τους σε σφραγισμένα φέρετρα, με ασαφείς εξηγήσεις περί «ατυχήματος».

Η κρατική τρομοκρατία της εποχής δεν επέτρεψε φυσικά στους οικείους τους ν’ αμφισβητήσουν αυτή την εκδοχή, όχι μόνο δημόσια αλλά ούτε καν στον κοινωνικό περίγυρό τους.

Η ύπαρξη θυμάτων δεν έμεινε, πάντως, εντελώς κρυφή. Βιβλίο του ανταποκριτή της «Φιγκαρό», που κυκλοφόρησε στο Παρίσι την άνοιξη του 1968, αναφέρει λ.χ. τρεις νεκρούς στη μάχη της Ελευσίνας: έναν υπαξιωματικό, το άρμα του οποίου χτυπήθηκε με μπαζούκα, και δύο αξιωματικούς της Αεροπορίας, από τα πυρά θωρακισμένου (Jean-Francois Chauvel, «La Grèce à l’ombre des épées», σ. 263).

Κατά πάσα πιθανότητα, πρόκειται για στρεβλή περιγραφή των γεγονότων της Τανάγρας.

Οι εγχώριες αφηγήσεις χουντικών και βασιλοφρόνων, ακόμη και οι σχετικά πρόσφατες, προτιμούν αντίθετα να ξεχάσουν αυτή τη σπονδή αίματος στον βωμό του ενδοδικτατορικού εμφυλίου, μνημονεύοντας στην καλύτερη περίπτωση έναν μόνο «τραυματία» στην Τανάγρα.

Οσο για τον ίδιο τον τέως, στην πρόσφατη αυτοβιογραφία του διά χειρός Μαλούχου αποφεύγει οποιαδήποτε σχετική μνεία. Στο κάτω κάτω της γραφής, δεν επρόκειτο παρά για κοινούς θνητούς...

 Διαβάστε
 
► Αλεξάνδρα Στεφανοπούλου, 13 Δεκεμβρίου 1967 (Αθήνα 2009, εκδ. Φερενίκη). Εκλαϊκευμένη εξιστόρηση του βασιλικού κινήματος από μια δημοσιογράφο -τότε- του «Ελεύθερου Κόσμου». Εμφανής η προσπάθεια τήρησης των ισορροπιών ανάμεσα στις δύο ομόφρονες πλευρές.
 
► Λεωνίδας Παπάγος, Σημειώσεις 1967-1977 (Αθήνα 1999, εκδ. Ιδρυμα Γουλανδρή-Χορν). Ημερολόγιο του αυλάρχη του Κωνσταντίνου. Μεταξύ άλλων, αποκαλυπτικότατο για την εκκόλαψη, τη διεξαγωγή και τα μεθεόρτια του βασιλικού κινήματος.
 
► Βασιλεύς Κωνσταντίνος, Χωρίς τίτλο (συγγραφική αρωγή: Γεώργιος Μαλούχος, 3 τ., Αθήνα 2015, εκδ. «Το Βήμα»). Η επίσημη αυτοβιογραφία του τέως, διά χειρός ΔΟΛ. Ενδιαφέρουσα κυρίως για τις χοντροκομμένες ψευτιές, συγκαλύψεις και αυτοδικαιολογίες τού πάλαι ποτέ βασιλιά. Για το οπερετικό κίνημα του 1967, ο Κωνσταντίνος φορτώνει την ευθύνη της αποτυχίας αποκλειστικά και μόνο στην ανεπάρκεια των συνεργατών του, που ο ίδιος -αν και «τον έζωσαν τα φίδια»- δεν φρόντισε να εξουδετερώσει. 
 
► Κωνσταντίνος Κόλλιας, Βασιλεύς και Επανάστασις 1967 (Αθήναι 1984). Αυτοβιογραφική εξιστόρηση του πρώτου χουντικού πρωθυπουργού, που ισχυρίζεται πως ενημερώθηκε μέσες-άκρες από τον βασιλιά «μίαν εβδομάδα προ της 13ης Δεκεμβρίου» αλλά αγνοούσε την ακριβή ημερομηνία του κινήματος. Ενδιαφέρουσα κυρίως ως κατάθεση ενός βαθύτατα αντιδραστικού σκεπτικού, που επιμένει να θεωρεί «ανταρσία» ακόμη και την καταστολή του βασιλικού πραξικοπήματος. 
 
► Στέφανος Καραμπέρης, Η Επανάστασις της 21ης Απριλίου 1967 και τα κινήματα Βασιλέως και Ιωαννίδη (Αθήνα 2010, εκδ. Πελασγός). Απομνημονεύματα ενός απριλιανού πραξικοπηματία που πρωτοστάτησε στην καταστολή του βασιλικού κινήματος ως επικεφαλής της βορειοελλαδικής ΚΥΠ. Περιέχεται σε φωτοτυπία όλο το σχέδιο Περίδη-Βιδάλη. 
 
► Ορέστης Βιδάλης, Ιστορικό ημερολόγιο. Χρόνια εκπατρισμού, 1968-1975 (2 τ., Αθήνα 1997, εκδ. Libro). Η ογκώδης μαρτυρία ενός από τους πρωταγωνιστές του βασιλικού κινήματος, που εξελίχθηκε στην πορεία σε αυθεντικό δημοκράτη, για τη μετέπειτα αυτοεξορία του στις ΗΠΑ. Απογοητευτική -και συνάμα εύγλωττη- η άκρως περιορισμένη αναφορά του στη 13η Δεκεμβρίου. 
 
► Χρήστος Λυμπέρης, Πορεία σε ταραγμένες θάλασσες (Αθήνα 2001, εκδ. Ποιότητα). Αναμνήσεις ενός δημοκράτη αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού, που μετείχε στο βασιλικό κίνημα για να ρίξει τη χούντα. 
 
► Robert V. Keely, Η αμερικανική πρεσβεία και η κατάρρευση της δημοκρατίας στην Ελλάδα, 1966-1969. Η μαρτυρία ενός διπλωμάτη (Αθήνα 2010, εκδ. Πατάκη). Η εκδοχή τού τότε πρώτου γραμματέα της πρεσβείας και αρχιτέκτονα της σύγχρονης φιλοαμερικανικής ιστοριογραφίας για την εποχή.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας