Οι πρωτιές...

Η Μάχη της Κρήτης το 1941, εκτός της σημασίας που κατέχει στην ελληνική ιστορία, ξεχωρίζει και για κάποιες παγκόσμιες πρωτιές.

Συγκεκριμένα, τότε παρατηρείται για πρώτη φορά:

1) εισβολή με τη χρήση σχεδόν αποκλειστικά αερομεταφερόμενων δυνάμεων,

2) σχεδόν πλήρης γνώση των σχεδίων εισβολής από τους αμυνόμενους μέσω των υποκλοπών των γερμανικών ασύρματων επικοινωνιών και

3) τόσο μεγάλης έκτασης συμμετοχή απλών πολιτών (τουλάχιστον στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο).

Η Κρήτη κατείχε σημαντική στρατηγική θέση στην ανατολική Μεσόγειο, αφ' ενός λόγω της δυνατότητας που θα παρείχε στη συμμαχική αεροπορία να βομβαρδίσει τις υπερπολύτιμες για τον Αξονα πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της Ρουμανίας και αφ' ετέρου λόγω της χρησιμότητας που θα είχε για τον εφοδιασμό των δυνάμεων του Αξονα στη Βόρεια Αφρική.

Ετσι μια επίθεση για την κατάληψη του νησιού ήταν μάλλον αναμενόμενη. Η ώς τότε πολεμική εμπειρία υποδείκνυε πως η κύρια προσπάθεια θα έπρεπε να γίνει μέσω της θάλασσας.

Ωστόσο οι Γερμανοί, που όχι μόνο βιάζονταν, αλλά και επιθυμούσαν να δοκιμάσουν τα όρια των αλεξιπτωτιστών τους, αποφάσισαν τον σχεδιασμό της κατάληψης του νησιού αποκλειστικά από την αεροπορία και τους αλεξιπτωτιστές πιστεύοντας ότι δεν θα συναντήσουν αξιόλογη αντίσταση.

Από την άλλη πλευρά, οι αμυνόμενοι είχαν μεγάλες ελλείψεις σε προσωπικό και κυρίως σε υλικό.

Οι δυνάμεις της κοινοπολιτείας ήταν μάλλον ανεπαρκείς και αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό από τμήματα μονάδων που είχαν υποχωρήσει μετά την κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας και είχαν ελάχιστα βαριά όπλα και ασυρμάτους. Εξάλλου η μεγάλη έκταση του νησιού σήμαινε πως θα ήταν πολύ δύσκολο να κρατηθεί χωρίς τη συμμετοχή και ελληνικών δυνάμεων.

Ομως οι διαθέσιμες τακτικές ελληνικές δυνάμεις ήταν ελάχιστες, ανεπαρκώς εκπαιδευμένες, με λίγους αξιωματικούς και το κυριότερο χωρίς ικανό οπλισμό και πυρομαχικά.

Κατά τη διάρκεια της μάχης πλήθος απλών άτακτων πολιτών αποφάσισαν να βοηθήσουν στην άμυνα του νησιού, πληρώνοντας με αίμα τόσο κατά τη μάχη όσο και κατά τα γερμανικά αντίποινα που ακολούθησαν.

Το κυριότερο προτέρημα που διέθεταν οι δυνάμεις των αμυνομένων ήταν η γνώση των γερμανικών επιθετικών σχεδίων.

Οι προσπάθειες για το σπάσιμο των γερμανικών κρυπτογραφημένων επικοινωνιών είχαν αρχίσει να δίνουν απτά αποτελέσματα λίγο μόλις καιρό πριν από τη μάχη (ULTRA).

Ο Τσόρτσιλ σημείωνε στα απομνημονεύματά του: «Σε κανένα άλλο σημείο του πολέμου δεν ήταν οι υπηρεσίες μας τόσο πλήρως και με ακρίβεια πληροφορημένες».

Ετσι δινόταν η μοναδική ευκαιρία στους Συμμάχους να ανακόψουν την προέλαση του Αξονα και να αποδεκατίσουν τους αλεξιπτωτιστές που αποτελούσαν απειλή τόσο για τη Βρετανία όσο και για τις συμμαχικές βάσεις της Μεσογείου.

Ωστόσο η γενναιότητα των αμυνομένων και η γνώση των γερμανικών σχεδίων δεν αποδείχθηκαν αρκετές για να κρίνουν το αποτέλεσμα της μάχης.

Οι μεγάλες ελλείψεις σε υλικό, η κατάρρευση των επικοινωνιών, η έλλειψη συντονισμού ανάμεσα στις μονάδες των αμυνομένων και κάποια τακτικά λάθη της ηγεσίας οδήγησαν τελικά στην ήττα.

Με δεδομένη όμως την κυριαρχία της γερμανικής αεροπορίας και το μέγεθος του νησιού δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ακόμα και σε περίπτωση συμμαχικής νίκης το νησί θα μπορούσε να κρατηθεί σε βάθος χρόνου (εξάλλου η ιταλική απόβαση στο Λασίθι στις 28 Μαΐου δεν αντιμετώπισε καμία ουσιαστική αντίσταση).

Η πρωτιά των αλεξιπτωτιστών απέφερε μια πύρρειο νίκη και οδήγησε τους Γερμανούς στην απόφαση να μην ξαναχρησιμοποιήσουν αλεξιπτωτιστές για ενέργεια αντίστοιχης κλίμακας.

Αντίθετα οι Σύμμαχοι αποφάσισαν να οργανώσουν δικές τους δυνάμεις αλεξιπτωτιστών, τις οποίες και χρησιμοποίησαν με σχετική επιτυχία τα επόμενα χρόνια. Αυτή ίσως ήταν τελικά η μεγαλύτερη ωφέλεια των Συμμάχων από τη Μάχη της Κρήτης.

* ιστορικός, διδάκτορος Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης ΑΠΘ

Μέλος της
ΕΝΕΔ