Οι παρίες της δημόσιας εκπαίδευσης ζητούν δικαίωση

ekpaideytikoi_kinitopoiiseis.jpg

Κινητοποιήσεις εκπαιδευτικών EUROKINISSI / ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ

Υπάρχουν κάποιοι εκπαιδευτικοί που κάθε χρόνο διδάσκουν σε διαφορετικά σχολεία σε όλη την Ελλάδα.

Υπάρχουν κάποιοι εκπαιδευτικοί που δεν πληρώνονται το καλοκαίρι.

Υπάρχουν κάποιοι εκπαιδευτικοί που αν αρρωστήσουν πάνω από δεκαπέντε μέρες τον χρόνο δεν θα πληρωθούν και δεν θα υπολογιστούν στην προϋπηρεσία τους οι μέρες της ασθένειάς τους που ξεπέρασαν το δεκαπενθήμερο, ενώ αν το νόσημα αποδειχθεί σοβαρό, κινδυνεύουν και με απόλυση.

Υπάρχουν κάποιοι εκπαιδευτικοί που αν απεργήσουν, εκτός από το εξευτελιστικό τους ημερομίσθιο θα χάσουν και την ημέρα της απεργίας ως ημέρα προϋπηρεσίας με κίνδυνο την απώλεια επιδότησης από το ταμείο ανεργίας τους καλοκαιρινούς μήνες.

Υπάρχουν κάποιοι εκπαιδευτικοί που έχασαν φέτος το ανακουφιστικό δικαίωμα της σίτισής τους στις στρατιωτικές λέσχες της ελληνικής επαρχίας και επιμένουν να καταθέτουν την ψυχή τους στις σχολικές αίθουσες.

Αυτοί οι εκπαιδευτικοί, εδώ και χρόνια, μαθαίνουν γράμματα τα παιδιά μας.

Διδάσκουν σε όλες τις βαθμίδες της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Διορθώνουν γραπτά πανελλαδικών εξετάσεων. Εξετάζουν τους φυσικώς αδυνάτους μαθητές.

Επιτηρούν στις πανελλαδικές εξετάσεις. Υπογράφουν τα απολυτήρια Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου, δηλαδή δημόσιους τίτλους πιστοποίησης αποφοίτησης.

Είναι οι αναπληρωτές δάσκαλοι και καθηγητές, οι παρίες της δημόσιας εκπαίδευσης!

Ο αριθμός τους τη φετινή χρονιά ξεπερνά τις δεκαεπτά χιλιάδες.

Χωρίς αυτούς δεν θα υπήρχε δημόσια εκπαίδευση, αφού οι τελευταίοι μόνιμοι διορισμοί έγιναν το 2009, ενώ η μείωση του προσωπικού μόνο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ήταν τεράστια φτάνοντας το 30% από το 2009 έως το 2014.

Πρόκειται προφανώς για μια στρέβλωση του εκπαιδευτικού συστήματος.

Σήμερα λοιπόν, με βάση τις κυβερνητικές εξαγγελίες για μόνιμους διορισμούς, τίθεται το ερώτημα: Επειτα από χρόνια υπηρεσίας στην εκπαίδευση τι επιπλέον πρέπει να αποδείξουν οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί για να κριθούν ικανοί να συνεχίσουν να παράγουν το ίδιο παιδαγωγικό έργο που μέχρι χτες έκαναν;

Κάποιοι με ευκολία προτείνουν τη λύση ενός ακόμα γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ.

Ας δούμε, όμως, πώς αποτιμάται αυτή η εξέταση, με την απαραίτητη χρονική απόσταση από τον τελευταίο, το 2008, διαγωνισμό.

Το 1997 καταργήθηκε η επετηρίδα με στόχο τον εξορθολογισμό του συστήματος πρόσληψης των εκπαιδευτικών και αντικαταστάθηκε από τον γραπτό διαγωνισμό του ΑΣΕΠ.

Αποτέλεσμα αυτής της απρογραμμάτιστης κατάργησης ήταν η μετατροπή του προβλήματος των μόνιμων διορισμών στην εκπαίδευση σε έναν εφιαλτικό λαβύρινθο.

Ο γραπτός διαγωνισμός του ΑΣΕΠ εξ αρχής χαρακτηρίστηκε από το σύνολο της εκπαιδευτικής Αριστεράς αιχμή του δόρατος μιας αυταρχικής, βαθιά συντηρητικής πολιτικής, που επιδιώκει, με το πρόσχημα της «αξιοκρατίας», να υπονομεύσει το κύρος των εκπαιδευτικών.

Με ολιγόωρες γραπτές εξετάσεις που βασίζονται στη διαπραγμάτευση ερωτήσεων που προέρχονται από ελάχιστο μέρος μιας υπέρογκης εξεταστέας ύλης ο παράγοντας της «τυχαιότητας» αποβαίνει καθοριστικός.

Συγκρίνοντας, για παράδειγμα, την επίδοση υποψηφίου στον διαγωνισμό ΑΣΕΠ με τον βαθμό του πτυχίου ή των μεταπτυχιακών του σπουδών, αντιλαμβάνεται κανείς πόσο ωχριά η αξιοπιστία το πρώτου κριτηρίου σε σχέση με το δεύτερο.

Με την καθιέρωση εξάλλου ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής στις επιστήμες της αγωγής και με το πρόσχημα της «αντικειμενικής» και «αδιάβλητης» κρίσης καθώς και της «εύκολης», τυποποιημένης αξιολόγησης, μειώθηκε ακόμη περισσότερο η αξιοπιστία του διαγωνισμού.

Η αναγκαστική επιλογή από τον υποψήφιο μιας και μόνης απάντησης ως ορθής, πέραν της καταρράκωσης κάθε επιστημονικής τεκμηρίωσης, οδηγεί στο επικίνδυνο μονοπάτι της καθιέρωσης μιας «επίσημης κρατικής παιδαγωγικής», που προσομοιάζει σε ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Ταυτόχρονα αποσιωπάται το γεγονός ότι αυτός ο διαγωνισμός είναι αποκλειστικά γραπτός, ενώ η διδακτική πράξη είναι μια πολυδιάστατη διαδικασία, που απαιτεί ποικίλες γνώσεις, δεξιότητες και στάσεις, και επηρεάζεται από το σύνολο των χαρακτηριστικών της ανθρώπινης προσωπικότητας και όχι μόνο από την απόδοση του υποψήφιου εκπαιδευτικού σε εξετάσεις γραπτού λόγου.

Εν ολίγοις, ο γραπτός διαγωνισμός του ΑΣΕΠ δεν είναι η λύση στο πρόβλημα των επικείμενων διορισμών. Πρόσφατα μάλιστα, το Τμήμα Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ για το ίδιο ζήτημα κατέληξε στην εξής πρόταση:

«Οι διορισμοί θα πρέπει να πραγματοποιηθούν υπό την εποπτεία του ΑΣΕΠ, χωρίς γραπτό διαγωνισμό αλλά με την ίδια διαδικασία που προβλέπεται για όλους τους άλλους δημοσίους υπαλλήλους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και με ένα σύστημα το οποίο θα σέβεται την προϋπηρεσία που έχουν αποκτήσει οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί υπηρετώντας για χρόνια στα σχολεία της επικράτειας» (Τμήμα Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ, 5.12.2016).

Κατά συνέπεια, θα ήταν εξαιρετικά άδικο να μη δοθεί η δυνατότητα της άμεσης πρόσληψης σε αυτούς τους αποδεδειγμένα έμπειρους και αποτελεσματικούς εκπαιδευτικούς που στήριξαν και στηρίζουν τη δημόσια εκπαίδευση με τεράστιες προσωπικές και οικογενειακές θυσίες και οι οποίοι βάσιμα απέβλεπαν σε μια αναγνώριση της προσπάθειας και της προσφοράς τους.

Με μέσο όρο ηλικίας τα 39 χρόνια στις βασικές ειδικότητες της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και εξαιρετικά μικρό ηλικιακό μέσο όρο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση οι αναπληρωτές καθηγητές και δάσκαλοι αποτελούν ένα πολύτιμο και ολοζώντανο στελεχικό δυναμικό, που η πολιτεία έχει στα χέρια της και οφείλει άμεσα να αξιοποιήσει για την αναβάθμιση των σχολείων μας.

*Εκπαιδευτικός, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ