Οι αλεξιπτωτιστές δεν τα κατάφεραν

germanoi_stratiotites_stin_kriti.jpg

Γερμανοί στρατιώτες στην Κρήτη Η περιοχή της Κρήτης είχε το θλιβερό προνόμιο να είναι από τις πρώτες στην Ελλάδα που γνώρισαν τη βία του γερμανικού στρατού, με τις εκτελέσεις αμάχων και τις πυρπολήσεις χωριών

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε τη μεγαλύτερη πολεμική αναμέτρηση της Ιστορίας, συνιστώντας μια σύγκρουση τεράστιας εμβέλειας σε γεωγραφική κλίμακα αλλά και ως προς τον συνολικό αριθμό των θυμάτων που προκάλεσε. Mια σημαντική πτυχή του πολέμου αυτού στο ευρωπαϊκό μέτωπο υπήρξε αναμφίβολα η Μάχη της Κρήτης (Μάιος 1941). Στο σημείωμα αυτό θα επιχειρήσουμε μια συνοπτική παρουσίαση του υπόβαθρου της μάχης, με επικέντρωση στα τεκταινόμενα στην περιοχή του Ηρακλείου.

Στη μέση των μεγάλων αντιπάλων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου βρέθηκε η κρητική κοινωνία, ένα τμήμα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων που κατάφερε να καταφύγει στο νησί και, φυσικά, η κυβέρνηση του Γεωργίου Β', την προεδρία της οποίας είχε αναλάβει, για ευνόητους λόγους, ο Εμμανουήλ Τσουδερός.

Ελειπε όμως το στρατευμένο τμήμα της επιχώριας κοινωνίας, η περίφημη 5η Μεραρχία, που είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, και είχε πολεμήσει σκληρά στο Τεπελένι και όπου αλλού το επέβαλλαν οι ανάγκες του μετώπου.

Οι συνθήκες διάλυσης και αποδιοργάνωσης που επικρατούσαν στον ηπειρωτικό χώρο, τον Απρίλιο του 1941, καθιστούσαν ουσιαστικά αδύνατη την ασφαλή και συντεταγμένη επαναφορά στο νησί των στρατευμένων της Μεραρχίας, πολλοί εκ των οποίων διαβιούσαν σε τραγικές συνθήκες στην Αθήνα.

Ετσι, και παρά τις γενικότερες περιπλοκές που δημιουργούσε τις μέρες εκείνες η παρουσία ένοπλα οργανωμένων πολιτών, η υπόθεση της αναμενόμενης αναμέτρησης από την πλευρά της τοπικής κοινωνίας περνούσε μέσα από την αυθόρμητη συσπείρωση του άμαχου πληθυσμού και από τη διατράνωση της απόφασής του να σταθεί κι αυτός συμπολεμιστής των τακτικών ενόπλων δυνάμεων.

Και παρά το γεγονός ότι η αποκληθείσα Επιχείρηση Ερμής στέφθηκε με επιτυχία, γεγονός παραμένει ότι οι απώλειες των Γερμανών, η έκπληξή τους απέναντι στον μαχόμενο ένοπλο κρητικό λαό και η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι δεν θα μπορούσαν πλέον να κινηθούν ευχερώς στην ύπαιθρο συνιστούσαν τομή στη μέχρι τότε πολεμική εμπειρία της ναζιστικής στρατιωτικής δομής.

Με τον τρόπο αυτό ένα σώμα που συνιστούσε τμήμα της ελίτ των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων, οι αλεξιπτωτιστές του Γκέρινγκ, επρόκειτο να απεκδυθεί τον υποτιθέμενο «ιπποτικό» χαρακτήρα του και να αντιμετωπίσει με απροκάλυπτη εχθρότητα τον κρητικό λαό.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ερμηνευτούν και οι ιδιαιτερότητες της Μάχης της Κρήτης στην περιοχή του Ηρακλείου, που ως γνωστόν αποτέλεσε μια από τις περιοχές που δέχτηκαν μεγάλο όγκο των γερμανικών δυνάμεων.

Στον χώρο αυτό επικρατούσαν διαφορετικές συνθήκες από τις αντίστοιχες στην περιοχή των Χανίων και του Μάλεμε.

Σε γενικές γραμμές θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι στον τομέα του Ηρακλείου η αρχική γερμανική επίθεση των αλεξιπτωτιστών απέτυχε.

Αυτό τεκμηριώνεται τόσο από τις μεγάλες απώλειες των Γερμανών σε ανθρώπινες ζωές όσο και από την αδυναμία τους να καταλάβουν το αεροδρόμιο Ηρακλείου.

Οι συμμαχικές δυνάμεις που υπεράσπιζαν την ευρύτερη περιοχή της πόλης και οι οποίες βρίσκονταν υπό την ηγεσία του Αυστραλού ταξίαρχου Τσάπελ δεν ήταν ευκαταφρόνητες.

Αποτελούνταν από 3 βρετανικά τάγματα, το 2ο Αυστραλιανό Τάγμα, ένα Σύνταγμα Πυροβολικού που χρησιμοποιούνταν ως πεζικό και 3 ελληνικά τάγματα.

Ο αρχικός αιφνιδιασμός από τους Γερμανούς την πρώτη ημέρα της μάχης ουσιαστικά απέτυχε, παρά την έλλειψη επικοινωνίας των Βρετανών με τους συμμαχητές τους στη δυτική Κρήτη.

Τα βρετανικά στρατεύματα υπεράσπιζαν κυρίως την περιοχή του αεροδρομίου και κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τις αρχικές επιθέσεις.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το βράδυ της πρώτης ημέρας της γερμανικής επίθεσης, το 2ο Τάγμα Αλεξιπτωτιστών είχε υποστεί τεράστιες απώλειες.

Το 70% είχε τεθεί εκτός μάχης: 12 αξιωματικοί και 300 οπλίτες κείτονταν νεκροί, ενώ 8 αξιωματικοί και 100 οπλίτες ήταν τραυματίες.

Γενικά, οι απώλειες των αλεξιπτωτιστών της 7ης Μεραρχίας ήταν σημαντικές, σε αντίθεση με αυτές της 5ης Ορεινής Μεραρχίας.

Οι αλεξιπτωτιστές, ειδικά στην πρώτη φάση των επιχειρήσεων, αντιμετώπιζαν τεράστιους κινδύνους και πολλοί από αυτούς κυριολεκτικά εξολοθρεύτηκαν.

Οι Ελληνες στρατιώτες, ως επί το πλείστον άπειροι νεοσύλλεκτοι, που υπεράσπιζαν την πόλη τις πρώτες μέρες των επιχειρήσεων, πολέμησαν γενναία, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν καλά εξοπλισμένοι.

Τα προβλήματα βέβαια του συμμαχικού στρατοπέδου, στους τομείς της οχύρωσης, των εφεδρειών, των επικοινωνιών, του συντονισμού, της αεροπορικής υποστήριξης, ήταν τεράστια, γεγονός που σταδιακά έκλινε την πλάστιγγα υπέρ των Γερμανών.

Τις επόμενες μέρες διεξήχθησαν σφοδρές οδομαχίες στην πόλη, η οποία υπέστη μεγάλες καταστροφές.

Στις 21 Μαΐου φάνηκε προσωρινά ότι τα γερμανικά στρατεύματα θα καταλάμβαναν το Ηράκλειο, όμως η συμμαχική αντεπίθεση κατόρθωσε να αποσοβήσει τον κίνδυνο.

Οι απόπειρες των Γερμανών ήταν ανεπιτυχείς, παρά το γεγονός ότι υποστηρίζονταν και από αεροπορικές επιδρομές, καθώς η Luftwaffe είχε απόλυτη υπεροχή.

Οι συνθήκες ήταν τραγικές για τον άμαχο πληθυσμό, ένα τμήμα του οποίου εγκατέλειπε το Ηράκλειο για τα χωριά της ενδοχώρας και ένα άλλο προσπαθούσε να καταφύγει στις παλαιές οχυρώσεις.

Περιφερειακά του Ηρακλείου διεξάγονταν επίσης σφοδρές μάχες, που δεν είχαν όμως ουσιαστικό νικητή καθώς και οι δύο αντιμαχόμενοι είχαν σταθεροποιήσει τις θέσεις τους.

Ο Γερμανός συνταγματάρχης Μπράουερ, διοικητής των τμημάτων που μάχονταν στην περιοχή του αεροδρομίου, προσπαθούσε να ανεφοδιάσει καλύτερα τους στρατιώτες του, συνειδητοποιώντας ότι δεν ήταν δυνατή μία κατά μέτωπον επίθεση.

Ομως η Μάχη της Κρήτης είχε ήδη κριθεί στα δυτικά μετά την κατάληψη του αεροδρομίου του Μάλεμε και την ισχυροποίηση του γερμανικού προγεφυρώματος.

Οι υπερασπιστές του Ηρακλείου δεν είχαν βέβαια άλλη επιλογή παρά να συνεχίσουν να πολεμούν, αγνοώντας τις ευρύτερες γεωπολιτικές και στρατηγικές επιδιώξεις και στοχεύσεις των αντιμαχόμενων πλευρών. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις ελληνικές δυνάμεις, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι μάχονταν με σθένος και αποφασιστικότητα, παρά την έλλειψη κατάλληλου οπλισμού, πυρομαχικών και τροφοδοσίας.

Στο πλαίσιο αυτό η αποχώρηση των στρατευμάτων της Κοινοπολιτείας, που ήταν μια απολύτως αναμενόμενη επιλογή με βάση τη γενική πορεία της μάχης, εξέπληξε πολλούς Ελληνες στρατιώτες που δεν είχαν καλή πληροφόρηση περί των τεκταινομένων.

Η μοίρα βέβαια των 4.000 στρατιωτών που αποχώρησαν από το Ηράκλειο τη νύχτα της 29ης Μαΐου ήταν τραγική, καθώς η νηοπομπή που τους μετέφερε δέχτηκε επίθεση στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Κάσου και Κρήτης και το ένα πέμπτο των στρατιωτών σκοτώθηκε εν πλω.

Τα υπολείμματα της νηοπομπής που έφτασαν στην Αλεξάνδρεια προκάλεσαν δυσάρεστες εντυπώσεις στους Βρετανούς ιθύνοντες, καθώς τα πλοία βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση.

Από την άλλη πλευρά, η παράδοση των ελληνικών στρατευμάτων συνιστούσε την τελική πράξη ενός αγώνα που είχε ξεκινήσει στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας τον Οκτώβριο του 1940.

Η συγκέντρωση των όπλων στα Πεζά Πεδιάδος και η αιχμαλωσία (ειδικά των στρατιωτών που κατάγονταν από άλλες περιοχές της χώρας) ήταν τα αποτελέσματα αυτής της ενέργειας, η οποία ήταν βέβαια επιβεβλημένη λόγω των συνθηκών.

Η περιοχή της Κρήτης είχε το θλιβερό προνόμιο να είναι από τις πρώτες στην Ελλάδα που γνώρισαν τη βία του γερμανικού στρατού, με τις εκτελέσεις αμάχων και τις πυρπολήσεις χωριών.

Οι εκτελέσεις αυτές, που πραγματοποιήθηκαν μέχρι τον Αύγουστο του 1941 σε δύο φάσεις και κοντά στη ζώνη των κοινοτήτων που είχαν δραστηριοποιηθεί πιο έντονα στις μάχες, έδειχναν ξεκάθαρα τις προθέσεις των Γερμανών έναντι του άμαχου πληθυσμού.

Ο παράγοντας όμως που επρόκειτο να αναδιατάξει την κοινωνική δυναμική του πολέμου ήταν αναμφίβολα η Αντίσταση σε όλες τις μορφές της.

Σε τοπικό επίπεδο, η ένοπλη παράδοση εξέγερσης των Κρητών έβρισκε μια νέα διέξοδο, με τη συγκρότηση των πρώτων ανταρτοομάδων που αργότερα θα διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στη συστηματική παρενόχληση των κατοχικών στρατευμάτων.