Ο κόσμος των δικαιωμάτων και το φαινόμενο «Τουρκία»

erdogan

Ταγίπ Ερντογάν | AP Photo / Burhan Ozbilici

Το σχετικά μακρινό 1969, η Ελλάδα υπήρξε η πρώτη κι έκτοτε μοναδική χώρα που αποχώρησε από το Συμβούλιο της Ευρώπης, ευρωπαϊκό οργανισμό που συστήθηκε με στόχο την υπεράσπιση των αρχών των δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου την επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Ελλάδα των συνταγματαρχών αξιολογήθηκε πως δεν είχε θέση στον οργανισμό αυτό κι έτσι εξωθήθηκε στην αποχώρηση. Η απόφαση αυτή, ωστόσο, δεν υπήρξε ανέφελη.

Τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου που πραγματικά το κυνήγησαν, είχαν να τα βγάλουν πέρα με τον κυνισμό ενός υπολογίσιμου τμήματος των βορειοευρωπαϊκών κυβερνήσεων και των ΗΠΑ που επιθυμούσαν τη συνεργασία με τη χούντα.

Για κάποιους όμως αγωνιστές και αντιφρονούντες στην ίδια την Ελλάδα, η αποπομπή της χώρας δεν ήταν διόλου ευχάριστη υπόθεση. Βύθισε περισσότερο τη χώρα στη διπλωματική της απομόνωση, αδυνατίζοντας σημαντικά τους διαύλους επικοινωνίας με τον «πολιτισμένο δυτικό κόσμο».

Βραχυπρόθεσμα, η απόφαση αυτή μπορεί να επέτεινε την αμηχανία των Ελλήνων αντιχουντικών αγωνιστών, μακροπρόθεσμα όμως τους δικαίωσε και τους ενίσχυσε, καθώς υπήρξε η πρώτη σαφής διεθνής αποδοκιμασία του καθεστώτος της 21ης Απριλίου από την ίδια τη Δύση.

Κυρίως ήταν όμως, μια σαφής ενίσχυση του θεσμικού κύρους και του ηθικού εκτοπίσματος του οργανισμού αυτού, ο οποίος έδειξε ότι κάτι υπάρχει στην ευρωπαϊκή πολιτική και νομική κληρονομιά που δεν παραδίδεται δωρεάν σε γεωπολιτικές σκοπιμότητες. Κι αυτό είναι η πίστη στην ιδέα ότι οι άνθρωποι έχουν αξιοπρέπεια.

Τα προηγούμενα αποκτούν σήμερα μια κρίσιμη επικαιρότητα καθώς οι ευρωπαϊκοί θεσμοί -Ε.Ε. και Συμβούλιο της Ευρώπης- τίθενται αντιμέτωποι με το ερώτημα «τι να κάνουμε με την Τουρκία;».

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 24 Νοέμβρη 2016 υιοθέτησε ψήφισμα με το οποίο ζητάει το πάγωμα των προενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, ενώ στο ίδιο το Συμβούλιο της Ευρώπης εντείνεται η αμηχανία σε σχέση με τις πρακτικές που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση Ερντογάν, κυρίως μετά την αποτυχημένη απόπειρα του πραξικοπήματος του Ιουλίου 2016.

Τι να κάνουμε λοιπόν; Προχωράμε στη διακοπή των προενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία; Αν ναι, είναι η Ευρωπαϊκή Ενωση σε θέση να αναλάβει το κόστος των επιπτώσεων μιας τέτοιας απόφασης; Αν προχωρήσουμε στη διακοπή των διαπραγματεύσεων, μήπως πετάμε περισσότερο στο στόμα του λύκου τούς χιλιάδες Τούρκους αντιφρονούντες που βλέπουν στη διαδικασία αυτή μια –έστω ισχνή– ελπίδα ότι η κραυγή της διαμαρτυρίας τους μπορεί κάπως αποτελεσματικά να εισακουστεί στα ευρωπαϊκά σαλόνια;

Αν η Τουρκία τελικώς εκδιωχθεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης, όπως με βεβαιότητα επιβάλλουν οι καταστατικές του αρχές και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, τι θα γίνει την επομένη; Ολοι είναι βέβαιοι ότι η πρώτη απάντηση του Τούρκου προέδρου θα είναι η άμεση επαναφορά της ποινής του θανάτου για μερικούς εκατοντάδες κρατούμενους.

Τα παραπάνω διλήμματα δεν είναι διόλου απλά. Τουναντίον. Μια θέση του τύπου «να τελειώνουμε με την Τουρκία που οδεύει στον ολοκληρωτισμό» είναι πιθανώς συνεπέστερη.

Από την άλλη όμως, σπρώχνει τη χώρα περαιτέρω στην απομόνωση και τους υπερασπιστές των δικαιωμάτων στο περιθώριο καθώς πλέον δεν θα έχουν ούτε έναν συνομιλητή. Μια θέση του τύπου «όπως και να ’χει, με την Τουρκία δεν μας παίρνει να κόψουμε επαφές διότι είναι πολύ κρίσιμη» μας βυθίζει ολοένα και περισσότερο στο στεγνό κυνισμό μιας άναρχης γεωπολιτικής σκακιέρας.

Μπορούμε λοιπόν να συμφιλιώσουμε αυτή την αντίθεση;

Η άποψή μου είναι ότι με μερικά μικρά αλλά κρίσιμα βήματα, κάτι μπορούμε να κάνουμε. Φυσικά, στο τέλος, το δίλημμα θα παραμένει, αλλά τουλάχιστον θα το έχουμε θέσει. Το χειρότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να το απωθούμε. Ας παραδεχτούμε λοιπόν πως σήμερα είναι πολιτικά ανώφελο και ανέντιμο να μιλάμε για ευόδωση διαπραγματεύσεων Ευρωπαϊκής Ενωσης – Τουρκίας.

Η χώρα με γοργούς ρυθμούς απομακρύνεται από το όποιο «ευρωπαϊκό κεκτημένο» στο πεδίο του κράτους δικαίου και απομακρύνεται και από δικά της προηγούμενα «κεκτημένα», οδεύοντας σταδιακά στην εδραίωση ενός ολοκληρωτισμού που δομείται γοργά πάνω στον ιστορικά εδραιωμένο κρατικό αυταρχισμό.

Ενας συγκερασμός θα ήταν να εισακουστεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ώστε η Ε.Ε. να αποφασίσει να παγώσει -όχι να σταματήσει- τις διαπραγματεύσεις. Μια πιθανή θετική εξέλιξη στο Κυπριακό θα έδινε τη δυνατότητα στην Κύπρο να άρει το βέτο στα κεφάλαια των διαπραγματεύσεων που αφορούν τα δικαιώματα του ανθρώπου και το κράτος δικαίου. Με τον τρόπο αυτό, τουλάχιστον θα μπορούσαν να συνεχίσουν διαπραγματεύσεις σε αυτό το πεδίο, ακόμη κι αν τα υπόλοιπα παγώσουν.

Με το Συμβούλιο της Ευρώπης, τα πράγματα έχουν περισσότερο πολιτικό συμβολισμό παρά πραγματικό εκτόπισμα. Η Κοινοβουλευτική του Συνέλευση μπορεί να θέσει την Τουρκία υπό καθεστώς επιτήρησης (monitoring) και, καιρού επιτρέποντος, να αυξάνει την ένταση των κυρώσεων.

Το σίγουρο είναι πάντως ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης, σε αντίθεση με αυτό που έκανε το 1969 με την Ελλάδα, στις μέρες μας δείχνει άφρονα ανοχή σε κράτη όπως το Αζερμπαϊτζάν ή και η Ρωσία που επιδεικτικά αψηφούν ώς και εμπαίζουν τις καταστατικές του αρχές. Αν το Συμβούλιο της Ευρώπης δεν είναι σε θέση να στείλει ένα στιβαρό μήνυμα στο Μπακού, σιγά μην μπορεί να το στείλει στη Μόσχα ή την Αγκυρα...

Ως κατακλείδα: η Τουρκία δοκιμάζει τους πολίτες της, αλλά μας δοκιμάζει όλους συνάμα. Το ερώτημα που απασχόλησε το παρόν κείμενο είναι αναπόδραστο. Συνολικά, συνηγορούμε υπέρ της προοπτικής ενός πειθαρχημένου διαζυγίου Αγκυρας – Βρυξελλών και Στρασβούργου με στόχο την απόσβεση όσο περισσότερων κραδασμών στην πορεία αυτή, κυρίως προς όφελος των ανθρώπων που βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα στην Τουρκία.

Από την άλλη όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε μακροπρόθεσμα: αν κάτι απομένει σε αυτήν την παραπαίουσα Ευρώπη είναι ένα κύρος που σχετίζεται –όχι φυσικά με τις πολιτικές που ασκεί σήμερα– με κάποιες καταστατικές αρχές που την κάνουν να είναι ό,τι είναι στη Νεωτερικότητα.

Αυτές είναι το κράτος δικαίου και τα δικαιώματα. Αν τις απεμπολήσει κι αυτές, μετά δεν θα υπάρχει και σοβαρός λόγος να συζητάμε. Διότι πολύ απλά, τίποτε δεν θα διακρίνει τον περίφημο «ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό» για τον οποίο επαιρόμαστε, από τους εφιάλτες για τους οποίους συζητάμε.

*Πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ