Ο Αρης στην ποίηση

aris-lamia.jpg

Ο Άρης στη Λαμία-στον Εξώστη μιλάει στο πλήθος, 1944, (Σπύρος Μελετζής) Ο Άρης στη Λαμία-στον Εξώστη μιλάει στο πλήθος, 1944, | Σπύρος Μελετζής

Η συνεισφορά του Άρη Βελουχιώτη στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του ελληνικού λαού, ο πρωταγωνιστικός του ρόλος στο αντάρτικο για την απελευθέρωση της χώρας από τους κατακτητές, ο ασυμβίβαστος αγώνας του ενάντια σε κάθε κατοχή και εξάρτηση και φυσικά το τραγικό του τέλος ενέπνευσαν κορυφαίους Έλληνες ποιητές οι οποίοι τον αποθανάτισαν στο έργο τους. Η μικρή ανθολογία που ακολουθεί υπογραμμίζει αυτό το γεγονός.

Λεβεντομάνα Ρούμελη 

Του Κώστα Βάρναλη

Ηρώων γεννήτρα Ρούμελη κι ανταρτομάννα,

σ’ εσέ πρωτοχτυπάει του Σηκωμού η καμπάνα

από τα χρόνια τα παλιά, το Εικοσιένα,

κάθε που η γη σου χάνεται. Δόξα σ’ εσένα!

Της Λεφτεριάς αθάνατη λεβεντομάννα,

ακούω το Γοργοπόταμο, την Αλαμάνα,

το θρυλικό χιλιόμετρο πενηνταένα,

να λένε την αντρεία σου, ύμνο σ’ Εσένα.

Παιδιά του λαού οι αρματολοί σου έφεραν, Μάννα,

σ’ όλα σου τα παιδιά του Λυτρωμού το μάνα.

Δόξα στον κάθε πολέμαρχό σου κι ακρίτη,

δόξα σ’ Εσένα Μεραρχία Δέκατη Τρίτη.

Δόξα στην πρώτη σου ψυχή και νου, τον Αρη,

τον πρώτο καπετάνιο μας κι άξιων μπροστάρη,

που όντας, έπεσαν όλοι, υψώθη σπάθα πρώτη

ενάντια στον οχτρό κ’ ενάντια στον προδότη.

 

Ο καπετάνιος Αρης Βελουχιώτης

Της Ρίτας Μπούμη Παππά, Δεκέμβρης 1946

Τα κύματα δεν σ’ έσφιξαν της λαοθάλασσάς μας

στις δεκατρείς του Οχτώβρη στην Αθήνα

δεν είδανε τα μάτια μας το μαύρο το σκουφί σου

των φυσεκιών σου το λοξό σταυρό.

Στα διάσελα έμεινες, γεράκι ανυπόταχτο κρουσταλλιασμένο

για ν’ αγναντεύεις αϊτό το Βελούχι,

όλος παράπονο και πείσμα τη Λευτεριά μας

ντυμένη στα γαλάζια και τα κόκκινα

Εμείς, πιστοί στο ραντεβού της λευτεριάς, προσμέναμε

άκουρος νάμπεις κι αχτένιστος από τις βορεινές τις πόρτες

σαν Αη Γιώργης του λαού που σκότωσε το δράκο

μαζί με όλα τα παιδιά που άφησαν τα σπίτια τους

και τρία χρόνια πλάγιαζαν στο χιόνι.

Μα συ αργούσες να φανείς, και λέγαμε:

Τόσο λοιπόν αγάπησε το πέτρινο προσκέφαλο

και τ’ αστροκέντητο σεντόνι;

Αβάσταγοι οι αντάρτες σου ρωτούσαν κι απορούσαν:

– «Κι αν είναι το χαρτί που μας κρατάει ακόμα εδώ τι περιμένεις,

Καπετάνιο, να το σχίσεις;

Σπαθί δεν έχεις να το κομματιάσεις,

βαθύ φαράγγι να το ρίξεις;

Ποιοι είναι αυτοί οι νιόφερτοι κάτω που δεν μας θένε;

Για ποια πατρίδα μας μιλάνε;

Εμείς μια μόνο ξέρουμε και μια μόνο αγαπάμε:

Εκείνη την αγέλαστη, τη μαυρομαντηλούσα

που δεν φορεί μυρωδικά, μεταξωτά βραχιόλια,

μα είναι πουρνάρι, στεναγμός, χώμα πικρό κι ιδρώτας

και μια φλογέρα ξέχειλη χιλιόχρονους λυγμούς.

Τρία χρόνια ολάκερα στα δάση της μας κρύβει

τρία χρόνια μας θρέφει με τη μισή μπουκιά της

ψωμί από σίκαλη αλεσμένο σε πέτρινο χερόμυλο ψημένο μέσ’ στη θράκα της καρδιάς της»…

Ω ακριβέ της Ρωμιοσύνης

δεν επροσκύνησες και θα τιμωρηθείς!

………………………………….

Τι κουρνιαχτός στα μάτια μας, τι χαλασμός στα δέντρα,

τον καπετάνιο πιάσανε μονάχο σ’ ένα ρέμα.

Χίλιοι τον πάνε από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω

κι ο Καπετάνιος πρόφταξε τους έφυγε απ’ τα χέρια

βγάζει μια μπόμπα την πετά, χαλιέται μοναχός του,

σπάζει η καρδιά του, κόκκινο βάφει τον τόπο γύρα,

απ’ το κακό τους οι εχτροί τού πήραν το κεφάλι.

Και κει που το παιδεύανε κι αυτό χαμογελούσε

αϊτός αντάρτης χύμηξε τότε και τους το πήρε

στα νύχια του το ζύγισε και τούδωσε τ’ αψήλου

βουνό το πάγαινε μην το μολέψει ο κάμπος

ως που πετώντας χάθηκε στις γαλανές κορφάδες.

 

Αντίσταση

Του Νίκου Καββαδία

Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές

πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβηούν και κείνα.

Θάλασσα τρώει το βράχο απ’ όλες τις μεριές

μάτια λοξά και τ’ αγαπάς - Κόκκινη Κίνα.

Γιομάτα παν τα Ιταλικά στην Ερυθρά

πουλιά σ’ αντικατοπτρισμό - μαύρη μανία.

Δόρατα μες τη νυχτιά παίζουνε νωθρά

λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου - Αβησσυνία.

Σε κρεμεζί νύφη λεβέντρα Ιβηρική

ανάψανε στο Μπάριο - Τσίνο τα φανάρια

Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες και Γραικοί

Γκρέκο και Λόρκα - Ισπανία και Πασσιονάρια.

Κόσμος θανάτου ξαπολούνται οι Γερμανοί

τ’ άρματα ζώνεσαι μ’ αρχαία κραυγή πολέμου.

Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί

οι κρεμασμένοι στα δεντριά μπαίγνια τ’ ανέμου.

Κι απέ Δεκέμβρης στην Αθήνα και φωτιά

τούτο της γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι.

Λιάνιζε κάτω απ’ τη δρυ και την ιτιά

το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.

 

Εστοίχειωσεν η Ρούμελη

Της Βούλας Δαμιανάκου

Εστοίχειωσεν η Ρούμελη

κι ανταριαστήκαν τα βουνά.

Αρη σε κράζουν οι πλαγιές

κι αντιλαλούν οι λαγκαδιές:

Πού είσαι να σώσεις την τιμή

να σκίσεις την υπογραφή.

 

Ο Αρης νεκρός (Απόσπασμα)

Του Γιώργη Κοτζιούλα

Με μια κλωστή κρεμάμενοι στην άκρη της αβύσσου,

γρικάμε σαν απίστευτο μαντάτο τη θανή σου!

Μας φαρμακώνεται η καρδιά, κλαίει ο άντρας σαν παιδάκι

για εσένα που ήσουνα κορφή δική μας και μπαϊράκι,

που στ’ όνομά σου ορκίζονταν αμέτρητοι αντρειωμένοι

και έμοιαζες απαράλλαχτος τον ήλιο ν’ ανεβαίνει.

Γιατί καλέ να ξεκοπείς πρωτάρης σάμπως νά ’σουν,

γιατί, ακριβέ, τους άφησες να σε ξεμοναχιάσουν;

Τα μάτια σου δεν έπαιρνες να πας αλλού να γείρεις

εκεί που ανάσαν’ ο λαός κι ορίζει νοικοκύρης;

Ηρθαν κακοί μουσαφιραίοι και ξένοι αλιμαστήδες

που εσύ καλά τους ήξερες κι από σιμά τους είδες·

και βλέποντας στα χέρια τους αντί για δώρα αλίσια,

πρώτος πετάχθηκε ξανά, κ’ είπες μ’ οργή περίσσια:

– Πού είστε, σύντροφοι; Στ’ άρματα τυραννομάχα νιότη!

Να π’ ότι γίνηκαν καπνός καταραμένοι οι πρώτοι

κόπιασαν άλλοι πιο βαρύ κρατώντας καμουτσίκι

να μας ξελευτερώσουνε με τη δική τους νίκη,

κι άμα το πιάσουν και στρωθούν ακούστε πια κ’ ιδέτε.

Φίλος επίβουλος, οχτρός χειρότερος λογιέται.

Παιδιά θα τον αφήσουμε στη μέση τέτοιο αγώνα;

Χτυπάτε Φράγκων και Ρωμιών τη μισητή κορώνα!

Δυνάστη εγώ δεν προσκυνάω, χάρος ας μ’ εύριε κλαία!

Μην απαντέχεις λευτεριά με ξόρκια ή παρακάλια

με το σπαθί σου πάλαιψε, γίνου άξιος να την πάρεις!

Τέτοια προφήτης χτεσινός, στερνολαλούσε ο Αρης

σαν ίσκιος απονύχτερος περνώντας απ’ τις ρούγες

κι αητός για τα μεσούρανα σύναξε τις φτερούγες.

Μα εκεί που τόνε βλέπαμε σαν το δεντρό να στέκει,

τον λαμπαδιάζει ολόσωμον, ορθόν τ’ αστροπελέκι

κι απ’ τ’ ακατάλυτο κορμί δεν έμειν ούτε τρίμμα,

νά’ ναι αδειανό από λείψανο του απέθαντου το μνήμα.

 

Το υστερόγραφο της δόξας (Απόσπασμα)

Του Γιάννη Ρίτσου

Αρη

Στα βουνά στα βουνά

πάνου ψηλά τ’ άλογα

ο καλπασμός σου.

Ζήτω,

Αρη

τ’ όνομά σου η σάλπιγγα

η ανηφόρα της ψυχής σου

ψηλά - ψηλά – που πας

αγγόνι του Κολοκοτρώνη;

Αρη

ρωμιέ λεβέντη

ασίκη της παλληκαριάς

οι Αγγελοι σε παράταξη

δείχνουν όπλα

καθώς ανεβαίνεις.

Αρη

τα δέντρα κλαίνε

κλαίνε τα βουνά

κλαίν’ τα ποτάμια μας

νυχτώνει ο ίσκιος σου στους κάμπους

νυχτώνει τον αγέρα

γδέρνει τα στήθια της η Ελλάδα

δέρνεται η Λευτεριά

η Λευτεριά μητέρα σου

και σου κανακίζει τα γένεια

στον ίσκιο του πλατάνου

Αρη

σε κλαίνε τ’ άλογα

κλαίνε τ’ αρνιά

κλαίν’ τα τρυγόνια

σε κλαίει κι ο Χάρος δίχως να τον βλέπεις

καθώς σε πάει καβάλα στο φαρί του

εσύ μπροστά στη σέλα πάνου

και κείνος στα καπούλια.

II

Αρη

στα βουνά στα βουνά

πάνου ψηλά

στα σύγνεφα.

Αρη

στο μαύρο σκούφο σου

μαζεύει η Ελλάδα τις καρδιές μας

μαζεύει τον όρκο μας

αητέ μας

που χάραξες τον ίσκιο σου

τριπλό σταυρό στον ήλιο.

Ωχ βγάλτε τ’ ακριβά σκουτιά

μέσ' απ’ τα ελάτινα σεντούκια

βγάλτε τις κόκκινες παντιέρες

βγάλτε τ’ ανθόνερα

πλύντε τον και τυλιχτέ τον,

σκεπάστε με μαυροπάνια τους καθρέφτες

σκεπάστε και το Γοργοπόταμο.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες

ουδέ ψωμί κι ουδέ κρασί

κι ουδέ λαγούτο –

λουκέτο στον ντουνιά

και στην καρδιά

κατεβασμένα τα ρουλά στα πρόσωπα

κλειστά και του σκυλιού τα μάτια

κλειστά τα παρεθύρια

τι αποκοιμήθη το λιοντάρι της αντρειάς

κι έγειρε η χαίτη του στο χώμα.

Αποκοιμήθη το λιοντάρι της αντρειάς.

Σιωπή τρεις μέρες και τρεις νύχτες

και τα χαράματα ταχιά

να σκούξουν μονομιάς τα καροφίλια

διακόσες μπαταρίες

ν’ αντιβουίξει η Λιάκουρα κι η Πίντο

ν’ αντιβουίξουν οι σπηλιές του '21

ν’ αρχίσουν τα βιολιά και τα λαγούτα

ν’ ανοίξουνε τα πορτοπαραθύρια

τι δέστε πάνου εκεί ψηλά

στο ξάγναντο της δόξας

ψηλά-ψηλά μέσα στο φως

στα χρυσά σύγνεφα της δύσης

δυό κόκκινα φαριά τραβάν

και πάνου στόνα η Λευτεριά

και στ’ άλλο πάνου ο Βελουχιώτης.