Νέα τραπεζική αρχιτεκτονική στη «νέα Ευρώπη»

trapezes.jpg

Συστημικές τράπεζες EUROKINISSI

Στις 27 Μαρτίου η Danièle Nouy και η Sabine Lautenschläger, η Γαλλίδα πρόεδρος και η Γερμανίδα αντιπρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) αντίστοιχα, προέβησαν σε σύντομη ομιλία και συνέντευξη Τύπου, στα πλαίσια της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων του 2016 της ΕΚΤ. Η συνέντευξη, όπως και οι σχετικές ερωτήσεις και απαντήσεις, είναι δημοσιευμένες στο site της ΕΚΤ.

Η συνέντευξη αυτή μπορεί να θεωρηθεί προάγγελος του τι προετοιμάζεται να επακολουθήσει σε νευραλγικούς τομείς στην οικονομία της Ε.Ε. στο σχετικά άμεσο μέλλον, επιφέροντας επίσης μεταβολές και σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, ενώ σαφείς αναφορές υπάρχουν και για τις επιπτώσεις του Brexit στον τραπεζικό τομέα. Η κα Nouy επεσήμανε ως βασικό πρόβλημα στον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα το μέγεθος των καθυστερημένων δανείων (921 δισ. €) και τις επιπτώσεις του στην κερδοφορία των ευρωπαϊκών τραπεζών, βασικό ανασταλτικό παράγοντα για τη βιωσιμότητά τους. Αν και επεσήμανε ότι δεν είναι πανάκεια, μοναδικό εργαλείο που ανάφερε για την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος στην Ευρώπη, είναι η διασυνοριακή συγχώνευση Τραπεζών.

Σε μια ερώτηση προς την κα Nouy, την οποία θα μπορούσε κανείς να εκλάβει ως προσυμφωνημένη, αν η Ευρωζώνη χρειάζεται τόσο μεγάλες συστημικές Τράπεζες, η Γερμανίδα αντιπρόεδρος παρενέβη μετά την απάντηση της κα Nouy, με το ερώτημα: νομίζετε ότι η εξαγωγική βιομηχανία της Γερμανίας μπορεί να έχει στην διάθεσή της όλες τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που χρειάζεται στην Ασία, τις Η.Π.Α, τη Νότια Αμερική και την Αφρική χωρίς συστημικές αντίστοιχου μεγέθους τράπεζες, καθώς για αυτές τις υπηρεσίες χρειάζεσαι ένα ευρύ δίκτυο; Θα το χαρακτήριζα μνημείο κυνισμού, αλλά και απροκάλυπτη παραδοχή, καθώς είχε ξεχάσει εντελώς ότι εκπροσωπούσε θεσμικά το τραπεζικό σύστημα των χωρών του €, μιλώντας ως θεσμική εκπρόσωπος της γερμανικής βιομηχανίας.

Τέλος, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, η κα Nouy επανέφερε την ιδέα της δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής bad bank (χαρακτηρίζοντάς την ουδέτερα ως ευρωπαϊκή εταιρία διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού). Το βασικό ερώτημα είναι ποιοι θα συνεισφέρουν κεφάλαια σε αυτή την εταιρία και θα απαντηθεί στη συνέχεια.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκτός της εποπτείας της ΕΚΤ είναι 5.700 χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εντός της Ευρωζώνης (τα οποία αθροίζουν περίπου στο 20% του συνόλου του ενεργητικού των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην Ε.Ε.), εκ των οποίων τα 1.710 (30% του συνόλου) είναι γερμανικά. Στην Ελλάδα πλέον μόνο η Τράπεζα Αττικής και η Παγκρήτια, επί της ουσίας, είναι εκτός της άμεσης εποπτείας της ΕΚΤ.

Οι νέοι κανόνες της Βασιλείας ΙΙΙ επιταχύνουν τις εξελίξεις για το νέο τραπεζικό σύστημα στην Ευρώπη, το οποίο προκαθόρισαν όλες οι κινήσεις που έγιναν μετά την μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και το οποίο με τη σειρά του υποθέτω ότι θα είναι καθοριστικό για την μεγαλύτερη μεταβολή στην οικονομία της σύγχρονης Ευρώπης, πιθανώς μεγαλύτερη και από αυτή που ακολούθησε την πτώση του τείχους του Βερολίνου, με αντίστοιχα μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές.

Αν κοιτάξει κανείς τις μεγαλύτερες σε μέγεθος τράπεζες της Ευρώπης θα βρει βρετανικές (οι οποίες πλέον δεν εντάσσονται στο κύριο μέρος του σχεδίου), γαλλικές, γερμανικές, ιταλικές, ολλανδικές και ισπανικές τράπεζες, στον κατάλογο των 30 μεγαλύτερων τραπεζών σε ενεργητικό, από τις 126 που θεωρούνται πλέον συστημικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Συνυπολογίζοντας μέγεθος ενεργητικού και ποιότητα χαρτοφυλακίου, τη θέση της κας Lautenschläger για επέκταση των δραστηριοτήτων εκτός ευρωπαϊκών συνόρων, αλλά και τις τελευταίες αντιθεσμικές πολιτικές κινήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο - συναντήσεις εκτός των πλαισίων των οργάνων της Ε.Ε. οι οποίες καθορίζουν την επόμενη ημέρα, με πιο πρόσφατη τη συνάντηση Steinmeier και Hollande, οι οποίοι εξήγγειλαν ότι Γερμανία και Γαλλία εν ολίγοις θα οικοδομήσουν τη Νέα Ευρώπη - οι συγχωνεύσεις θα οδηγήσουν σε Τράπεζες με έδρα τον Βορρά και τη Γαλλία, με παγκόσμια παρουσία και θα αποτελέσουν τον βασικό πυλώνα επέκτασης της γερμανικής οικονομίας εντός και εκτός των συνόρων σε πρώτο επίπεδο, με ένα σημαντικό ρόλο κατά τα φαινόμενα για τη Γαλλία σε δεύτερο επίπεδο, αναδιατάσσοντας τον ευρωπαϊκό χάρτη.

Η επόμενη μέρα για την Ελλάδα

Η εξαγορά των ελληνικών Τραπεζών από μεγάλους τραπεζικούς Ομίλους είναι αναπόφευκτη, με βάση δύο καθοριστικούς παράγοντες, την ανεπάρκεια των ελάχιστων απαιτούμενων κεφαλαίων, η οποία προκύπτει συνεχώς και σε κύματα μετά την εκδήλωση της κρίσης, καθώς και την έλλειψη ρευστότητας, η οποία είναι συνδυασμός της μεταφοράς αποταμιεύσεων στο εξωτερικό και της μεγάλης και διευρυνόμενης μείωσης του εισοδήματος. Ανεξαρτήτως αρχικής (προ κρίσης) ποιότητας χαρτοφυλακίου της κάθε Τράπεζας, προ ομαδικών και με προφανή εκ των υστέρων αιτιολόγηση συγχωνεύσεων, καθώς και του ρόλου που αυτή διαδραμάτιζε στην ελληνική επικράτεια, η εξέλιξη στο γενικότερο πλαίσιο λιτότητας για το σύνολο της οικονομίας και σταδιακής μείωσης του συνολικού ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, μέσω της συνεχώς αναπροσαρμοζόμενης συμφωνίας όρων αποπληρωμής του χρέους (μνημόνια), έχει επίπτωση σε αυτούς τους δύο παράγοντες.

Ο πρώτος παράγοντας είναι η συνεχής μείωση κεφαλαίων, εξαιτίας της αύξησης του ποσοστού των καθυστερημένων δανείων, καθώς ένα διαρκώς μειούμενο εισόδημα – είτε σε ατομικό είτε σε επιχειρηματικό επίπεδο - είναι αναμενόμενο να αδυνατεί να αποπληρώσει υποχρεώσεις οι οποίες είχαν υπολογιστεί με βάση ένα αρχικό σημαντικά μεγαλύτερο εισόδημα, με άμεσο αντίκρυσμα στη συνεχή επιδείνωση της κεφαλαιακής επάρκειας των Τραπεζών. Ο δεύτερος παράγοντας είναι η κρίση ρευστότητας, η οποία πυροδοτήθηκε από το 2010, καθώς οι διάφορες σειρήνες καλούσαν τους πολίτες να μεταφέρουν τα χρήματά τους στο εξωτερικό, αυξάνοντας με αυτό τον τρόπο το πρόβλημα που υπήρχε και το οποίο πλέον είναι μη αντιστρέψιμο. Με βάση τα πλάνα αναδιάρθρωσης των Τραπεζών και τη νέα συμφωνία που θα προκύψει από πλευράς ελληνικής κυβέρνησης, η μοναδική λύση που θα απαντά και στα δύο προβλήματα θα είναι η εξαγορά των ελληνικών τραπεζών από μεγάλους ευρωπαϊκούς Τραπεζικούς Ομίλους, με νέα απορρόφηση των ζημιών από το ελληνικό κράτος, ή μήπως αυτός ήταν ένας από τους αρχικούς στόχους, με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές των συμβάσεων της Ελλάδας για την αποπληρωμή του χρέους;

Έως σήμερα οι Τράπεζες που είχαν έδρα στην Ελλάδα ήταν υποχρεωμένες να διαχωρίζουν καταθέσεις και χρηματοδοτήσεις σε κατοίκους και μη κατοίκους. Με τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις καταργείται ο διαχωρισμός και, με βάση τα κριτήρια κερδοφορίας και διαχείρισης κινδύνων, μπορούν να διοδεύουν τις ελάχιστες εναπομείνασες καταθέσεις των Ελλήνων – όσες απομένουν μετά από υποχρεώσεις σε φόρους, ασφαλιστικά ταμεία, δάνεια και κάθε είδους διακανονισμό, στρωματοποίηση, φυγάδευση στο εξωτερικό - σε πιο προσοδοφόρες και λιγότερο επικίνδυνες χρηματοδοτήσεις και επενδύσεις εκτός Ελλάδας. Δεν είναι απίθανο να θέσουν κάποιους περιορισμούς, αλλά αυτοί δεν θα αλλάζουν την ουσία.

Η πρώτη επίπτωση για τον ελληνικό πληθυσμό είναι ότι ελάχιστα ατομικά ή εταιρικά ΑΦΜ θα έχουν πιστοληπτική ικανότητα πλέον η οποία να τους επιτρέπει πρόσβαση σε χρηματοδοτήσεις από τους νέους ευρωπαϊκούς κολοσσούς, το οποίο σημαίνει ότι θα υπάρχει φραγμός επιχειρηματικής πρωτοβουλίας που ξεκινάει εντός Ελλάδας. Μεγάλο μέρος των υφιστάμενων επιχειρήσεων θα αναδιαρθρωθούν και στη συνέχεια θα εξαγοραστούν από μεγάλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, κατά τα πρότυπα των τραπεζών. Οι επιχειρήσεις αυτές θα λειτουργούν με φορολογικό – κατά το ελάχιστο – arbitrage, καθώς θα ενοποιούν τα οικονομικά αποτελέσματά τους στις έδρες τους, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Ελβετία, Κύπρο κ.λ.π., καθιστώντας αδύνατη οποιαδήποτε σχεδόν επιχειρηματική πρωτοβουλία εντός Ελλάδας.

Σε επίπεδο φυσικών προσώπων, εξαιτίας της διαφοράς του καθαρού εισοδήματος βορείων Ευρωπαίων με τους Έλληνες πολίτες, αλλά και της δυνατότητας εξυπηρέτησης υφιστάμενων ανοιγμάτων – ας μην ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα οι πολίτες είναι χρεωμένοι κυρίως στα μέγιστα της φούσκας της στεγαστικής πίστης, με δεδομένα πολύ μεγαλύτερα εισοδήματα από τα σημερινά - οι πρώτοι θα έχουν σχεδόν αποκλειστική πρόσβαση σε στεγαστικά δάνεια για εξαγορά ακίνητης περιουσίας στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα, θα δοθεί η δυνατότητα πρόσβασης για μαζικές αγορές και σε REITs από το εξωτερικό (ειδικής μορφής αμοιβαία κεφάλαια που επενδύουν κατά κύριο λόγο σε ακίνητη περιουσία), ή άλλα επενδυτικά σχήματα που έχουν στην διάθεσή τους υψηλό δανεισμό με ελκυστικούς όρους. Προϋπόθεση, η καθιέρωση του εξωδικαστικού συμβιβασμού και οι γενικότερες αλλαγές στο νομοθετικό πλαίσιο, οι οποίες θα διευκολύνουν τις κινήσεις τους, προκειμένου οι τράπεζες να προχωρήσουν σε πωλήσεις προβληματικών δανείων, αλλά και παράλληλα ο ιδιοκτήτης του προσημειωμένου ακινήτου να προβαίνει σε εθελοντική παραχώρηση του ακινήτου, με στόχο την απαλλαγή από το χρέος.

Πιθανότατα, αλλά κάτι τέτοιο δεν έχει θιγεί ακόμα, μια ακόμα προϋπόθεση να είναι η ουσιαστική απενεργοποίηση του περίφημου Νόμου Κατσέλη. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι πολλοί δανειολήπτες στεγαστικών δανείων οφείλουν πολύ μεγαλύτερα ποσά από την τρέχουσα εμπορική αξία του ακινήτου, με αποτέλεσμα να είναι πρόθυμοι να απαλλαγούν ταυτόχρονα από χρέος και ακίνητο. Οι μαζικές μεταβιβάσεις ακινήτων είναι φυσικό να οδηγήσουν ανοδικά τις τιμές των ακινήτων, γεγονός το οποίο θα τα καταστήσει ακόμα περισσότερα απλησίαστα για όσους έχουν εισόδημα εντός Ελλάδας, ενώ θα ανεβάσει και το κόστος ενοικίασης αναπόφευκτα.

Σε κάθε περίπτωση, πριν τις τελικές μεταβιβάσεις, ρόλο ενδιάμεσου θα διαδραματίσουν τα περίφημα distress funds, με πολύ μεγάλες αμοιβές για τις υπηρεσίες τους. Φαίνεται ότι δύο ελληνικές τράπεζες επιταχύνουν τις διαδικασίες για την πώληση απευθείας σε distress funds, προτού στηθεί ως ενδιάμεσο στάδιο η ευρωπαϊκή bad bank (βλ. παρακάτω), αλλά είναι πιθανόν οι αποφάσεις της ΕΚΤ να μην το επιτρέψουν. Η εξαγορά του χαρτοφυλακίου των ανεπίδεκτων αποπληρωμής δανείων από τις τράπεζες θα αποφέρει για αυτούς πολύ μεγάλα κέρδη. Οι Τράπεζες θα εγγράψουν μεγάλες ζημιές και οι εξαγορές από τους μεγάλους τραπεζικούς Ομίλους θα είναι μάννα εξ ουρανού, καθώς θα προσφέρουν τα αναγκαία κεφάλαια μελλοντικά (τα κεφάλαια για τις ζημιές που θα καταγραφούν για το υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο μάλλον θα επιβαρύνουν για πολλοστή φορά τους Έλληνες φορολογούμενους), όπως επίσης και θα επιφέρουν το άμεσο κλείσιμο της τρύπας ρευστότητας. Οι δανειολήπτες, όμως, είναι πιθανό να εξακολουθήσουν να έχουν υπόλοιπο χρέους ακόμα και μετά την οικειοθελή παραχώρηση του ακινήτου, με δεδομένο ότι στην Ευρώπη η παράδοση του υποθηκευμένου – προσημειωμένου ακινήτου δεν καταλήγει σε αυτόματη διαγραφή της οφειλής, αν το ποσό του χρέους μετά και από ρύθμιση είναι μεγαλύτερο από την αξία του ακινήτου στην οποία θα εκχωρηθεί στη bad bank.

Πιθανό σενάριο προετοιμασίας των επικείμενων διασυνοριακών εξαγορών είναι οι περαιτέρω συγχωνεύσεις των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες θα βοηθήσουν σημαντικά στην τιτλοποίηση δανείων, πριν την μεταβίβασή τους στην ευρωπαϊκή bad bank ή απευθείας στα distress funds, αλλά και σε μεγάλο περιορισμό του κόστους λειτουργίας τους, πριν την εξαγορά τους.

Σε κάθε μεγάλη μεταβολή, υπάρχουν οι νικητές, οι χαμένοι και αυτοί που δεν επηρεάζονται. Στους τελευταίους μάλλον θα πρέπει να κατατάξουμε αυτούς που έντρομοι φυγάδευσαν για ασφάλεια τις μικρές αποταμιεύσεις τους στην Deutsche Bank, γιατί αν τα είχαν αφήσει σε ελληνικές τράπεζες, τελικά ίσως πάλι στην Deutsche Bank θα τα έβρισκαν. Στους νικητές μπορούμε να κατατάξουμε αυτούς που εξήγαν τον πλούτο και την επαγγελματική έδρα τους στο εξωτερικό, καθώς, με βάση το νέο πλαίσιο, θα μπορούν να εξαγοράζουν περιουσιακά στοιχεία στην Ελλάδα, με δυνατότητα χρηματοδότησης μάλιστα, εφόσον το εισόδημά τους προέρχεται από το εξωτερικό και οι οποίοι σε μεγάλο ποσοστό ωρύονται εναντίον ενός συστήματος που τους προσέφερε αυτόν τον πλούτο και τις δυνατότητες. Στους χαμένους, τελικά, φοβάμαι ότι θα συγκαταλεχθεί η πλειοψηφία των Ελλήνων, που αποφάσισαν, παρά τα σημεία των καιρών, να παραμείνουν και να παράγουν και να ελπίζουν για κάτι καλύτερο.

Η επόμενη μέρα για την Ευρώπη

Η τεχνολογική εξέλιξη είναι ένας πρόσθετος παράγοντας που θα συντελέσει στη γρήγορη και με μειωμένο κόστος μισθοδοσίας και άλλων λειτουργικών εξόδων συγκέντρωση του τραπεζικού συστήματος στην Ευρώπη. Το στοίχημα είναι προφανώς η Ιταλία. Η Ελλάδα αποτελεί ένα ελάχιστο μέρος του προβλήματος.

Η συγκέντρωση του τραπεζικού συστήματος, η οποία θα γίνει με βάση καθολικά σήμερα αποδεκτά οικονομικά κριτήρια, θα οδηγήσει με τη σειρά της στη συγκέντρωση των επιχειρήσεων, οι οποίες με τη σειρά τους θα μετασχηματιστούν για να καταστούν περισσότερο κερδοφόρες, υιοθετώντας τεχνολογικές καινοτομίες, αλλά και αυξάνοντας τη χρήση ευέλικτων μορφών εργασίας, όπως το freelancing, outsourcing, part-time, on a project basis κ.λ.π. Ασφαλώς, οι συγκεκριμένες κινήσεις θα οδηγήσουν σε μείωση του συνολικού εισοδήματος και θα επιβαρύνουν περισσότερο το ασφαλιστικό, το οποίο εμφανίζεται – με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται – ως πρόβλημα για τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης.

Η ιδέα της πανευρωπαικής bad bank με τη μορφή εταιρίας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού (Asset Management Company - AMC), είναι ένα ενδιάμεσο στάδιο για να γίνει η συγκέντρωση των προβληματικών δανείων και να επιταχυνθούν οι διασυνοριακές εξαγορές με μονοσήμαντη φορά. Οι προβληματικές τράπεζες, κυρίως του νότου, θα μεταφέρουν τα προβληματικά δάνεια στην AMC, υπό μορφή πακέτων τιτλοποιημένων δανείων όσον αφορά δάνεια ιδιωτών και μικρά επιχειρηματικά, η οποία προφανώς θα αντλεί κεφάλαια από την αγορά για την εξαγορά των πακέτων, με εξασφάλιση κρατικές εγγυήσεις, ενώ η οποιαδήποτε ζημιά από την πώληση των προβληματικών δανείων σε distress funds θα επιβαρύνει το κράτος στο οποίο εδρεύει η τράπεζα η οποία χορήγησε τα προβληματικά δάνεια. Με τις εξαγορές τραπεζών του νότου, οι οποίες θα πραγματοποιηθούν μετά την μεταφορά των προβληματικών δανείων, άρα χωρίς κεφαλαιακές ανάγκες, θα κλείσουν και οι τρύπες ρευστότητας, οι οποίες απεικονίζονται στο σύστημα Target II, και στο πρόγραμμα παροχής έκτακτης ρευστότητας της ΕΚΤ. Ασφαλώς, η ιδέα της δημιουργίας πανευρωπαϊκής AMC μπορεί να αντικατασταθεί με χρήση άλλων εργαλείων, αλλά το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο.

Οι νέες τράπεζες, με αμιγώς αντικειμενικά κριτήρια, θα μετατραπούν πλήρως από μηχανισμούς διαμεσολάβησης μεταξύ των πλεονάζοντων και ελλειμματικών οικονομικών μονάδων στην οικονομία σε μηχανισμούς αντίστροφής αναδιανομής, οδηγώντας σε περισσότερη συγκέντρωση. Όσο πιο εύρωστη η οικονομική μονάδα, τόσο μεγαλύτερη η πιστοληπτική της ικανότητα, με αποτέλεσμα οι πλέον εύρωστες μονάδες της κοινωνίας να χρησιμοποιούν το φθηνότερο χρήμα, αυξάνοντας τον πλούτο τους. Ίσως αυτή να είναι η τελευταία φάση λειτουργίας των Τραπεζών με τον τρόπο που τις γνωρίζαμε, με την επόμενη ημέρα να περιορίζει το ρόλο τους στην οικονομία. Όσο για την αντικειμενικότητα των κριτηρίων αξιολόγησης και την γενικότερη ευστάθεια του συστήματος, αρκεί να ανατρέξει κανείς στις αξιολογήσεις των μεγαλύτερων οίκων, σε εταιρίες και χρηματοπιστωτικά προϊόντα που θα κατέρρεαν σε λίγο καιρό, λίγο πριν την εκδήλωση της κρίσης του 2008.

Η λύση (δυστυχώς) θα είναι το ΕΕΕ

Όλο και περισσότερες φωνές ακούγονται περί του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος (ΕΕΕ), σε διάφορες μορφές, εντός της Ε.Ε. Φαίνεται αυτή να είναι η πιο πιθανή αλλά και συνολική λύση, η οποία θα αντιμετωπίσει τα «προβλήματα» που δημιουργεί η τάση συνεχούς συγκέντρωσης. Το ΕΕΕ φαίνεται να προορίζεται να αντικαταστήσει σταδιακά το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών παροχών, όπως οι συντάξεις, τα επιδόματα ανεργίας, προγράμματα για ευπαθείς ομάδες πληθυσμού κ.λ.π.

Σε μια μεγαλύτερη χρονική κλίμακα, στην οποία αυξάνεται η συγκέντρωση πλούτου και παραγωγικής δραστηριότητας, ενώ παράλληλα μειώνεται η πλήρης μισθωτή εργασία και τεχνολογικά η ανάγκη για ανθρώπινη εργασία, μπορεί να επικρατήσει η πιο σκληρή τάση της καθιέρωσης του ΕΕΕ, η οποία πρεσβεύει την καθιέρωση του ΕΕΕ σε όλους τους πολίτες ανεξαιρέτως και στη συνέχεια όσοι έχουν μια αμειβόμενη απασχόληση για κάποιο χρονικό διάστημα θα μπορούν να αυξάνουν το εισόδημά τους. Πάντως, για την πλειοψηφία των πολιτών, το ΕΕΕ θα τείνει να ισούται πρακτικά με ένα άρρητο ΜΕΕ (Μέγιστο Επιτρεπτό Εισόδημα).

Η καθιέρωση του ορίου του ΕΕΕ για την πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών, η οποία μπορεί να έχει και κλίμακες με βάση τον τόπο εγκατάστασης, συνοδευόμενη από την ουσιαστική έξοδο από την παραγωγική διαδικασία για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, καθώς και από την μεταβίβαση των αποφάσεων από εκλεγμένες κυβερνήσεις σε μη εκλεγμένους «ανεξάρτητους θεσμούς», θα περιορίσει οποιαδήποτε συλλογικότητα, σε πολιτικό επίπεδο, σε τελική ανάλυση και την ίδια τη δημοκρατία.

Μέλος της
ΕΝΕΔ