Μια πρώτη ματαίωση

tsolakoglou_mnimeio_edited-1.jpg

Ο Τσολάκογλου καταθέτει στεφάνι στο μνημείο που έστησαν οι Γερμανοί. Οι Κρητικοί το αποκαλούσαν «το κακό πουλί»- σήμερα δεν υπάρχει Ο Τσολάκογλου καταθέτει στεφάνι στο μνημείο που έστησαν οι Γερμανοί. Οι Κρητικοί το αποκαλούσαν «το κακό πουλί»- σήμερα δεν υπάρχει

Εχουμε συνηθίσει να βλέπουμε την ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου, και ιδιαίτερα την εμπλοκή της Ελλάδας σε αυτόν, από τη σκοπιά της συνεχούς και αδιάλειπτης αντίστασης στις δυνάμεις του Αξονα.

Η δε Μάχη της Κρήτης έχει αναδειχθεί σε σημαντικό σταθμό-γέφυρα σε αυτό το συνεχές, συνδέοντας –χρονικά αλλά και ποιοτικά– το Αλβανικό Επος και την άμυνα στα οχυρά με την ανάπτυξη του έντονου αντιστασιακού κινήματος που ακολουθεί.

Ως εκ τούτου, μια προσέγγιση της Μάχης από τη σκοπιά της κατοχικής κυβέρνησης, που μόλις λίγο πριν είχε συγκροτηθεί στην Αθήνα, φαντάζει τουλάχιστον «εξωτική».

Εξωτική, και από μια άποψη περιττή, δεδομένης της δωσιλογικής της φύσης και της εξάρτησής της από τους επιτιθέμενους Γερμανούς.

Ωστόσο, μια αντιμετώπιση των κατοχικών κυβερνήσεων ως απλών φερεφώνων της αξονικής προπαγάνδας συσκοτίζει τη διαλεκτική και διαρκώς μεταβαλλόμενη φύση του πολυπολικού κατοχικού οικοδομήματος (και βεβαίως τον ρευστό ρόλο που καλούνται να παίξουν οι ίδιες σε αυτό).

Την ίδια στιγμή υποβαθμίζει την επίδραση που τελικά είχε στη διαμόρφωση του οικοδομήματος αυτού η στάση του ίδιου του πληθυσμού έναντι του μεγάλου πολεμικού (και τελικά κοινωνικού και ανθρωπιστικού) δράματος που εκτυλισσόταν γύρω του.

Με απλά λόγια, για να αντεπεξέλθουν οι κυβερνήσεις αυτές στη βασική τους λειτουργία, την εξασφάλιση δηλαδή στοιχειώδους κοινωνικής συναίνεσης για λογαριασμό των δυνάμεων κατοχής, οφείλουν να διεκδικήσουν τη νομιμοφροσύνη του λαού, κάτι καθόλου αυτονόητο και δεδομένο. Για να το πετύχουν αυτό, μοιραία χρειαζόταν ένα νέο νομιμοποιητικό/ιδεολογικό σχήμα θεμελιωμένο σε απτές παραχωρήσεις εκ μέρους των αρχών κατοχής.

Ο βαθμός στον οποίο θα κέρδιζε η κατοχική κυβέρνηση την εμπιστοσύνη ή έστω την ανοχή του πληθυσμού, θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική της θέση έναντι των εντολέων της και στον βαθμό που θα μπορούσε να παρουσιάσει απτές παραχωρήσεις από μέρους τους θα ενίσχυε το κύρος της έναντι του πληθυσμού.

Εκ των υστέρων γνωρίζουμε πως μια τέτοιου είδους ακροβασία ήταν αδύνατη. Πολύ σύντομα οι προσδοκίες των μελών της κυβέρνησης θα γνώριζαν διαδοχικές ματαιώσεις τόσο από την πλευρά των εντολέων της όσο και από την πλευρά του πληθυσμού στον οποίο απευθύνονταν.

Και η Μάχη της Κρήτης, με την εκτεταμένη συμμετοχή αμάχων στην άμυνα του νησιού, είναι μία από τις πρώτες τέτοιες ματαιώσεις. Στις 20 Μαΐου όμως, όταν ξεκινούσε η επιδρομή ενάντια στην Κρήτη, η κυβέρνηση Τσολάκογλου είχε λόγους να αισιοδοξεί και «επιτεύγματα» να παρουσιάσει.

Ο σχηματισμός της εξασφάλιζε τη συνέχεια, έστω και υπό στρατιωτική κατοχή, του κράτους, καθώς και την ακεραιότητά του. Η παρουσία των Βουλγάρων στη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία, καθώς και η επικείμενη είσοδος των ηττημένων Ιταλών στη χώρα, για να αναλάβουν ζώνες κατοχής, ήταν φυσικά μελανά σημεία, ωστόσο η γενική εικόνα ήταν πολύ καλύτερη από αυτή που παρουσίαζαν η διαμελισμένη Πολωνία και η διαλυμένη Γιουγκοσλαβία.

Παίρνοντας ως βέβαιη (ιδίως εκείνο τον καιρό) την επικράτηση των δυνάμεων του Αξονα επί της Μεγάλης Βρετανίας, υπήρχε η αίσθηση πως αργά ή γρήγορα επέκειτο το τέλος του πολέμου, οπότε η διατήρηση κάποιας μορφής κρατικής υπόστασης θεωρούνταν ζωτικής σημασίας για μια μεταπολεμική «εθνική αποκατάσταση» εντός της «Νέας Ευρώπης» του Χίτλερ.

Ωστόσο, το πραγματικά ισχυρό χαρτί που είχε να παίξει η κυβέρνηση έναντι της ελληνικής κοινωνίας ήταν η συμφωνία των Γερμανών να μην πάρουν αιχμαλώτους και να επιτρέψουν την ομαλή αποστράτευση σχεδόν του συνόλου του ελληνικού στρατού.

Μοναδική προϋπόθεση για να διατηρηθεί η «ευμενής» στάση των κατακτητών και να αυξηθούν οι πιθανότητες για ένα κατά το δυνατόν ασφαλές πέρασμα στην όποια μεταπολεμική ομαλότητα ήταν η νομιμόφρων στάση του πληθυσμού, ιδιαίτερα μέσα από τη συσπείρωσή του γύρω από την «εθνική» του κυβέρνηση. Οσον αφορά την ίδια τη σχέση της χώρας με τον μαινόμενο ακόμα πόλεμο, για την κυβέρνηση των Αθηνών αυτός δεν αφορούσε πια την Ελλάδα. Ηταν ένας πόλεμος ανάμεσα στη Γερμανία και τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία εκείνο τον καιρό κατείχε την Κρήτη, περίπου όπως η Γερμανία κατείχε την ηπειρωτική Ελλάδα.

Οσο δε για τη βασιλική κυβέρνηση και τα υπολείμματα του ελληνικού στρατού που είχαν καταφύγει στο νησί, δεν αντιμετωπίζονταν πια παρά ως εξαρτήματα της βρετανικής πολιτικής.

Το συμφέρον των Ελλήνων (φυσικά και των Κρητών) είναι η όσο το δυνατόν γρηγορότερη ολοκλήρωση της αναπόφευκτης, όπως φάνταζε τότε, γερμανικής νίκης, ώστε να πάψουν τα δεινά που επέφερε ο πόλεμος.

Ως εκ τούτου, κατά την κυβέρνηση, η επικείμενη γερμανική επιδρομή στο νησί ήταν μια δυστυχής αναγκαιότητα που επέβαλαν στον γερμανικό στρατό η εκεί καταχρηστική παρουσία των στρατευμάτων της βρετανικής κοινοπολιτείας και η ανεύθυνη -και πέραν κάθε νομιμοποίησης πια, μετά τη φυγή τους από την πρωτεύουσα- υποστήριξη που τους παρέχει ο Γεώργιος και η κυβέρνησή του.

 

«Το κακό πουλί» Το μνημείο όπου κατέθεσε στεφάνι ο Τσολάκογλου |

Ο τρόπος με τον οποίο οι εφημερίδες των Αθηνών καλύπτουν τις εχθροπραξίες στο τρίτο δεκαήμερο του Μαΐου είναι χαρακτηριστικός της παραπάνω θεώρησης.

Οι συγκρούσεις περιλαμβάνουν σχεδόν αποκλειστικά γερμανικά και κοινοπολιτειακά στρατεύματα.

Οι ανταποκρίσεις που δημοσιεύονται περιγράφουν τις σκληρές, αλλά νικηφόρες για τους Γερμανούς μάχες που διεξάγονται στο νησί, λεπτομέρειες για τις απώλειες των Βρετανών, ακόμα και τις ετοιμασίες στον ναύσταθμο της Αλεξάνδρειας για την επισκευή των εκτεταμένων ζημιών στα βρετανικά πλοία, αλλά σχεδόν πουθενά στο κάδρο δεν υπάρχουν Ελληνες (είτε μαχητές είτε απλά κάτοικοι).

Ωστόσο, η λογοκριμένη πραγματικότητα είναι τόσο σοβαρή που αναγκάζει τον ίδιο τον Τσολάκογλου να σπάσει αυτό τον αποκλεισμό πληροφόρησης με το «προς τους Κρήτας» ραδιοφωνικό του διάγγελμα, για το οποίο πληροφορούμαστε από μικρά -είναι η αλήθεια- άρθρα στον Τύπο στις 28 και 29 Μαΐου.

Θέμα του είναι η δυσάρεστη (και απρόσμενα αιματηρή) έκπληξη που δοκίμασαν οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές από την έντονη και σε πολλές περιπτώσεις άγρια αντίσταση μεγάλου μέρους του πληθυσμού.

Τα σχόλια του Τύπου, που μιλούν για βαρβαρότητες ακόμα και σε βάρος αιχμαλώτων, φέρνουν την προσπάθεια της κυβέρνησης να αποσυνδέσει τη υπόθεση του πολέμου από την υπόθεση της Ελλάδας σε πολύ δύσκολη θέση.

Οι κάτοικοι της Κρήτης είχαν εμπλακεί. Και πια επρόκειτο να υποστούν και τις συνέπειες της εμπλοκής τους: τα πρώιμα αντίποινα με τις μαζικές εκτελέσεις και την καταστροφή χωριών που προοιωνίζονταν τους αιματοβαμμένους τελευταίους μήνες της Κατοχής.

Πάνω απ' όλα όμως, είχαν καταδείξει τις πραγματικές προοπτικές που είχε η όποια πιθανότητα ειρηνικής συνύπαρξης κατακτητών και κατακτημένων εν αναμονή του τέλους του πολέμου, στην οποία τόσα είχε επενδύσει η κυβερνητική προπαγάνδα.

Παρ' όλα αυτά, όταν επισκέπτεται το νησί (αρχές Σεπτεμβρίου πια) ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, και στα Χανιά εκφωνεί διάγγελμα προς τους κατοίκους, κινείται πάνω-κάτω στην ίδια επιχειρηματολογία.

Επαναλαμβάνει τη γνώμη πως οι Γερμανοί έχουν ως εχθρούς τους Βρετανούς (και εσχάτως και τους Σοβιετικούς) και όχι τους Ελληνες, ότι επίκειται το τέλος του πολέμου, ότι με αυτό οι ταλαιπωρίες ολόκληρης της χώρας (και των ιδίων) θα τελειώσουν, ενώ καταλήγει κάπως έτσι: «Κρήτες. Καλείσθε να προσφέρετε την υψίστην των υπηρεσιών, υποβοηθούντες οι ίδιοι τας Στρατιωτικάς Αρχάς Κατοχής εις το έργον των υπέρ της αποκαταστάσεως της ησυχίας ανάμεσον της ζωής μας και ενισχύοντες ούτω την Κυβέρνησιν εις τον αδυσώπητον καθημερινόν αγώνα της διά την συντήρησιν μιας καταστάσεως πραγμάτων, η οποία να επιτρέπη τας ελπίδας επί του δυσχερούς παρόντος και του καλυτέρου μας μέλλοντος».

Μόνο που τώρα, σε έναν τόπο υπό σκληρή στρατιωτική κατοχή, με δεκάδες εκτελεσμένους, με χωριά καμμένα, με πόλεις βομβαρδισμένες, με καταδιωκόμενους και με ένοπλες αντιστασιακές ομάδες στα βουνά (και βέβαια με το φάσμα της πείνας να διαγράφεται πια ολοκάθαρα), τα λόγια αυτά δεν ακούγονται με τον ίδιο τρόπο που ακούγονταν τα παρόμοια από τα χείλη του Τσολάκογλου αρχές του Μάη, όταν ανέμιζε τη συμφωνία απελευθέρωσης των αιχμαλώτων, αλλά σαν αντίλαλος των στρατιωτικών διαταγών των αρχών κατοχής.

Αυτή ακριβώς η εξάλειψη των περιθωρίων ελιγμών, που θα επέτρεπε στην όποια τέτοιου είδους κυβέρνηση να παίξει στοιχειωδώς έναν ρόλο ενδιάμεσου ανάμεσα στις αρχές κατοχής και τον πληθυσμό της χώρας, αποτελεί την ουσία της ματαίωσης για την οποία μιλάμε εδώ. Εγκλωβισμένη πια, οφείλει να επιλέξει ανάμεσα στους ξένους εντολείς της και τον πληθυσμό που υποτίθεται ότι έχει ταχθεί να προστατεύσει και να οδηγήσει.

Στην περίπτωση της Μάχης της Κρήτης, η επιλογή που έγινε είναι ξεκάθαρη και περιέχεται στο υπ' αριθμόν 182 της 31ης Μαΐου του 1941 ΦΕΚ της Ελληνικής Πολιτείας και συγκεκριμένα στο Νομοθετικό Διάταγμα 109 με το οποίο απαγορεύεται επί ποινή θανάτου η συμμετοχή ή απόπειρα συμμετοχής σε στρατιωτικές επιχειρήσεις ενάντια στις ιταλικές και γερμανικές κατοχικές δυνάμεις. Οσοι αντιστέκονται είναι πια εγκληματίες και με βάση το ελληνικό δίκαιο, ως εκ τούτου διώκονται και από τα ελληνικά σώματα ασφαλείας και μάλιστα με τις επιβαρυντικές διατάξεις των νόμων περί ληστείας, των τελών της δεκαετίας του '20. Πρόκειται για μια επιλογή που δεν σηκώνει πολλά περιθώρια παρερμηνειών. Και δεν επρόκειτο να είναι η τελευταία προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση.

* ιστορικός

Μέλος της
ΕΝΕΔ