Μια χαμένη χρονιά για την Αριστερά

syriza

Μια χαμένη χρονιά για την Αριστερά Οταν κλήθηκε η Αριστερά να κυβερνήσει, φάνηκαν οι ελλείψεις της στην προσέγγιση των προβλημάτων και η αδυναμία της να δημιουργήσει νέες μορφές παρουσίας της μέσα στην κοινωνία | EUROKINISSI/TATIANA ΜΠΟΛΑΡΗ

Πριν από ένα χρόνο, τέτοιες μέρες, ζούσαμε με την ελπίδα της Αριστεράς στην εξουσία. Και η ελπίδα έγινε πραγματικότητα. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές και η Αριστερά ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας. Πώς εξηγείται η μεγάλη άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ που από το 3,27% της πρώτης του εμφάνισης στις εκλογές του 2004 έφτασε στο 36,34% στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015;

Τα μνημόνια, που ακολούθησαν την ένταξη στον μηχανισμό στήριξης το 2010, οδήγησαν στην ύφεση, την ανεργία, τη μείωση των μισθών και των συντάξεων και την εξαθλίωση ενός σημαντικού τμήματος του πληθυσμού. Οδήγησαν στην τεράστια ανθρωπιστική κρίση που ζούμε. Κρίση η οποία επιδεινώθηκε με το προσφυγικό.

Τον Μάιο του 2011 κάνει την εμφάνισή του το κίνημα των Αγανακτισμένων και διαφαίνεται η πορεία προς τις εκλογές του 2012. Οι συγκυρίες οδήγησαν στην υλοποίηση του αιτήματος για αριστερή διακυβέρνηση της χώρας ως μόνης απάντησης στη γενικευμένη κρίση της ελληνικής κοινωνίας. Φάνηκε ως κομβική στιγμή για την Ελλάδα και την Ευρώπη.

Στιγμή η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στη μεγάλη συνάντηση της κοινωνίας με την πολιτική. Η συνάντηση αυτή σε κάποιο βαθμό πραγματοποιήθηκε. Η κοινωνία ξεπέρασε τον φόβο της αναγγελθείσας χρεοκοπίας και της εξόδου από το ευρώ και αγκάλιασε την ελπίδα. Και έκανε την ελπίδα δυνατή.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές και σχημάτισε, μαζί με τους Ανεξάρτητους Ελληνες, την κυβέρνηση της «1ης φοράς Αριστερά».

Αρχισε αμέσως μετά ο Γολγοθάς μιας ασαφούς και αντιφατικής διαπραγμάτευσης, με βασικό στόχο την πάση θυσία παραμονή της χώρας στο ευρώ. (Για την κυβέρνηση το ευρώ μπορεί να μην ήταν φετίχ, ήταν όμως το τοτέμ της πολιτικής της.)

Η συνέντευξη του Γιάνη Βαρουφάκη στις 19/1/2016 είναι αποκαλυπτική του τρόπου με τον οποίο έγινε η διαπραγμάτευση. Ο ίδιος, όπως είπε στον Τσίπρα στην επιστροφή του από το Γιουρογκρούπ της Ρίγα, «ήρθε από το Τέξας για να βοηθήσει σε μια αυθεντική διαπραγμάτευση». Ομως η στρατηγική της «δημιουργικής ασάφειας», στην οποία στηρίχτηκε (και η οποία δυστυχώς έθελξε τα κυβερνητικά κλιμάκια), δεν οδηγούσε σε ουσιαστική διαπραγμάτευση, στην οποία ο παράγοντας χρόνος σχεδόν αγνοήθηκε, ενώ είχε προφανώς καθοριστική σημασία.

Στο Γιουρογκρούπ της 20/2/2015, η Ελλάδα υπέγραψε την 4μηνη παράταση του 2ου μνημονίου. Σε ένα κείμενο 692 λέξεων η κυβέρνηση δεσμεύτηκε για πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα και μεταρρυθμίσεις.

Δεσμεύτηκε επίσης «να απόσχει από την ακύρωση μέτρων και από μονομερείς αλλαγές των πολιτικών και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα επηρέαζαν αρνητικά τους δημοσιονομικούς στόχους, την ανάκαμψη της οικονομίας ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως αυτά αξιολογούνται από τους θεσμούς».

Από τη δική τους πλευρά οι θεσμοί δεσμεύτηκαν «στη χορήγηση επαρκούς στήριξης στην Ελλάδα ωσότου ανακτήσει πλήρη πρόσβαση στις αγορές εφόσον τηρήσει τις δεσμεύσεις εντός του συμφωνημένου πλαισίου». Η στρατηγική της δημιουργικής ασάφειας δηλαδή λειτούργησε υπέρ των δανειστών. Τελικά φτάσαμε στο τέλος της τετράμηνης παράτασης όπου, με την πλάτη στον τοίχο, κάναμε τη μεγάλη στροφή και μετατρέψαμε το δικό μας «Οχι» στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου σε «Ναι» υπέρ των μνημονίων.

Ενα χρόνο μετά τη συμφωνία της 20/2/2015, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος τονίζει τη σημασία που έχει ο χρόνος στις διαπραγματεύσεις. Σε συνέντευξή του στις 18/1/2016 διαβάζουμε: «Ο χρόνος είναι πολύ σημαντικός παράγοντας και έχουμε μια ανησυχία ότι το ΔΝΤ δεν συμμερίζεται την ανησυχία μας για τον χρόνο…

Θα θέλαμε και το ΔΝΤ να καταλάβει ότι ο χρόνος είναι σημαντικός παράγοντας για εμάς». Και περάσαμε στην αγωνιώδη αναζήτηση του χαμένου χρόνου, για να τελειώσει η 1η αξιολόγηση και να αρχίσει η συζήτηση για το χρέος.

Πολλά είναι τα ερωτήματα για το τι, το πώς και το ποιος ή ποιοι οδήγησαν τη χώρα στην ασφυξία που νιώθουμε όλοι τον Ιανουάριο του 2016. Ενα όμως είναι το καίριο ερώτημα. Ηταν έτοιμη η Αριστερά για τη διακυβέρνηση της χώρας; Οταν το 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ έφτασε το 27% και έγινε αξιωματική αντιπολίτευση, όλα έδειχναν ότι θα ήταν ο νικητής των επόμενων εκλογών.

Οι δυνάμεις της Δεξιάς και του Κέντρου αδυνατούσαν να προσφέρουν λύσεις στη γενικευμένη κρίση της ελληνικής κοινωνίας. Η Αριστερά πρόβαλε ως η δύναμη που θα μπορούσε να βγάλει τη χώρα από την κρίση μέσα από τη συνάντηση της κοινωνίας με την πολιτική.

Οταν όμως η Αριστερά κλήθηκε να κυβερνήσει φάνηκαν οι ελλείψεις της στην προσέγγιση των προβλημάτων και η αδυναμία της να δημιουργήσει νέες μορφές παρουσίας της μέσα στην κοινωνία. Να υλοποιήσει δηλαδή την κοπερνίκεια επανάσταση, για την οποία μιλάει ο Νίκος Πουλαντζάς στην τελευταία του συνέντευξη στη «Rinascita» το 1979, αναφερόμενος στα κόμματα του Ευρωκομμουνισμού της 10ετίας του 1970.

Τα γεγονότα που ζούμε τις τελευταίες μέρες, με τις κινητοποιήσεις μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού εναντίον των ασφαλιστικών και φορολογικών μέτρων της κυβέρνησης της Αριστεράς, δείχνουν σε πόσο επικίνδυνο βαθμό η Αριστερά έχει χάσει την κοινωνική της γείωση. Και η απώλεια της γείωσης αντικαθίσταται με τον αυταρχισμό της εξουσίας. Σήμερα λοιπόν, ένα χρόνο μετά τον Ιανουάριο του 2015, την περσινή ευφορία την αντικατέστησαν η απογοήτευση και η θλίψη για τα τεκταινόμενα.

* Καθηγητής Οικονομικών στο Paris VIII

Μέλος της
ΕΝΕΔ