Μακρά αφηγηματική πνοή

Το δεύτερο βιβλίο της Χάνια Γιαναγκιχάρα ξεκινάει με ένα γνώριμο μοτίβο των μυθιστορημάτων ενηλικίωσης – μια μετακόμιση, με επίκεντρο την οποία η συγγραφέας εισάγει τους κύριους χαρακτήρες της ιστορίας της, τέσσερις φίλους που μετά τις σπουδές τους εγκαθίστανται στη Νέα Υόρκη, προκειμένου να κυνηγήσουν τις φιλοδοξίες τους.

Ο Τζέι Μπι θέλει να γίνει εικαστικός, ο Μάλκολμ εργάζεται ως αρχιτέκτονας, ο Γουίλεμ φιλοδοξεί να σταδιοδρομήσει ως ηθοποιός, ενώ ο Τζουντ είναι ένας χαρισματικός νέος δικηγόρος που κάνει μεταπτυχιακό στα καθαρά μαθηματικά και αποτελεί την πιο αινιγματική φυσιογνωμία του μυθιστορήματος.

Στις πρώτες του σελίδες το βιβλίο παρακολουθεί τις ζωές των τεσσάρων φίλων στην αλληλοδιαπλοκή τους, σε μια σχετικά χαλαρή αφηγηματική ατμόσφαιρα, που παραπέμπει, όπως προαναφέρθηκε, σε Bildungsroman, σύντομα όμως οι αναγνωστικές προσδοκίες που έχουν καλλιεργηθεί διαψεύδονται και η Γιαναγκιχάρα επιλέγει να οδηγήσει σταδιακά την αφήγηση σε πιο σκοτεινά μονοπάτια – με την αλλαγή αυτή να λειτουργεί ως ένα είδος σοκ για τον αναγνώστη.

Μετά τη στροφή αυτή, κύριος χαρακτήρας του βιβλίου αναδεικνύεται ο ένας εκ των τεσσάρων φίλων, ο Τζουντ – η παιδική του ηλικία, για την οποία ο ίδιος μιλάει ελάχιστα, επιλεκτικά και αόριστα, αποκαλύπτεται σταδιακά στον αναγνώστη, αρχικά μέσω κάποιων νύξεων και στη συνέχεια με μια σειρά από καλά υπολογισμένες αναδρομές κλιμακούμενης έντασης.

Το αποτέλεσμα που επιδιώκει (και επιτυγχάνει) η Γιαναγκιχάρα είναι η μέγιστη συναισθηματική εμπλοκή του αναγνώστη, για την οποία επιστρατεύει όλες της τις αφηγηματικές αρετές και δεν διστάζει να αναλάβει το ριψοκίνδυνο εγχείρημα της εξαντλητικής και λεπτομερούς παράθεσης των σκηνών των σωματικών βασανιστηρίων και της σεξουαλικής κακοποίησης που είχε υποστεί ο ήρωάς της ως παιδί.

Οι συγκεκριμένες σκηνές αποδίδονται αριστοτεχνικά, χωρίς πουθενά να γίνονται γκροτέσκες ή αισθητικά ενοχλητικές, και αποτελούν το μεγαλύτερο τεχνικό επίτευγμα του βιβλίου, καθώς ενσωματώνονται πειστικά και λειτουργικά στο σύνολο, παρά την ακραία συναισθηματική φόρτιση στην οποία εξ αντικειμένου υποβάλλουν τον αναγνώστη.

Ως αντίβαρο στις σκηνές αυτές έρχεται να λειτουργήσει ουσιαστικά όλο το υπόλοιπο βιβλίο – που είναι στην πραγματικότητα ένα είδος ύμνου προς τη φιλία και την καλοσύνη, που αποτελεί ίσως και το κεντρικό του θέμα.

Αν και είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για κεντρικό θέμα σε ένα βιβλίο τόσο μεγάλης αφηγηματικής πνοής, όπου οι διάφορες θεματικές εναλλάσσονται στο προσκήνιο και φωτίζονται καλειδοσκοπικά από τη ροή της αφήγησης, με έναν τρόπο που φαντάζει τυχαίος αλλά είναι στην πραγματικότητα πολύ καλά σχεδιασμένος.

Η φιλία, η καλοσύνη, το τραύμα, η ηθικότητα, η φιλοδοξία αποτελούν μερικούς μόνον από τους θεματικούς καμβάδες πάνω στους οποίους οι ήρωες της Γιαναγκιχάρα ζουν τις περιπέτειές τους – και αυτές οι περιπέτειες, παρά την απουσία συγκεκριμένων αναφορών σε πρόσωπα ή ιστορικά γεγονότα της εποχής, συνθέτουν ταυτόχρονα, όπως έχει παρατηρηθεί, το χρονικό μιας γενιάς, στο συλλογικό φαντασιακό της οποίας το τραύμα, ο φόβος και η απογοήτευση κατέχουν κεντρικό ρόλο.

Η εικόνα την οποία καταφέρνει να συλλάβει με αυτόν τον τρόπο η συγγραφέας είναι τόσο ευρεία και η πρόζα της τόσο ζωντανή και αβίαστη, που όχι άδικα έχει οδηγήσει ήδη στον χαρακτηρισμό του βιβλίου ως ενός σύγχρονου κλασικού μυθιστορήματος.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η μετάφραση της Μαρίας Ξυλούρη, το ολοζώντανο ελληνικό κείμενο της οποίας διαθέτει εσωτερικό ρυθμό, αρμονία και, εν τέλει, αυτοτελή λογοτεχνική αξία.